Ποιος κυβερνά τελικά αυτό το επιτελικό κράτος;
Αγροτικά μπλόκα και «διάλογος»: όταν το επιτελικό κράτος συνομιλεί με τα συρτάρια του
Η πολιτική ευθύνη δεν εξαντλείται στη διαχείριση περιορισμών, αλλά στη διαμόρφωση στρατηγικής
Η παρούσα σύγκρουση δεν είναι επικοινωνιακή. Είναι βαθιά πολιτική και θεσμική. Οι αγρότες δεν αμφισβητούν τη χρησιμότητα του διαλόγου ως έννοιας· αμφισβητούν την αξιοπιστία του ως διαδικασίας. Και όσο το κράτος ζητά επανεκκίνηση συνομιλιών χωρίς απολογισμό προηγούμενων δεσμεύσεων, τόσο τα μπλόκα θα μετατρέπονται σε υποκατάστατο πολιτικής ακρόασης. Σε αυτό το σημείο, το δίλημμα για την κυβέρνηση δεν είναι «διάλογος ή κινητοποιήσεις». Είναι σχέδιο ή διαχείριση κρίσεων
Η κλιμάκωση των αγροτικών κινητοποιήσεων και η άρνηση των εκπροσώπων τους να προσέλθουν σε συνάντηση με τον πρωθυπουργό δεν αποτελούν ένα αιφνίδιο ξέσπασμα κοινωνικής έντασης. Αντιθέτως, συνιστούν το ορατό αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης κρίσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στον πρωτογενή τομέα και την εκτελεστική εξουσία – μιας κρίσης που το λεγόμενο «επιτελικό κράτος» αποτυγχάνει συστηματικά να προλάβει, να επεξεργαστεί και τελικά να διαχειριστεί .
Ο διάλογος ως προσχηματική διαδικασία
Η κυβερνητική γραμμή, όπως εκφράστηκε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, επαναφέρει το γνώριμο μοτίβο: «διάλογος ναι, αλλά χωρίς κινητοποιήσεις». Το μήνυμα είναι σαφές· η συμμετοχή στον διάλογο τίθεται υπό όρους πολιτικής πειθαρχίας και κοινωνικής αποσυμπίεσης. Όμως εδώ ανακύπτει το κρίσιμο ερώτημα: ποιο είναι το πραγματικό περιεχόμενο αυτού του διαλόγου;
Τα αιτήματα των αγροτών δεν είναι άγνωστα. Έχουν κατατεθεί επανειλημμένα, εγγράφως, σε υπουργεία, σε κυβερνητικές επιτροπές και –υποτίθεται– στο Μέγαρο Μαξίμου. Αν το επιτελικό κράτος λειτουργεί όπως περιγράφεται: με φακέλους έργων, χρονοδιαγράμματα, δείκτες υλοποίησης και ενιαία παρακολούθηση πολιτικών, τότε τα αιτήματα αυτά δεν θα έπρεπε να αποτελούν αντικείμενο «εκ νέου ακρόασης», αλλά εκκρεμών απαντήσεων.
Η άρνηση των αγροτών να «ξανασυζητήσουν» όσα παραμένουν για χρόνια αναπάντητα, ερμηνεύεται έτσι όχι ως απόρριψη του διαλόγου, αλλά ως απόρριψη ενός διαλόγου χωρίς μνήμη, χωρίς λογοδοσία και χωρίς δεσμεύσεις.
Το επιτελικό κράτος και το ερώτημα της ευθύνης
Η επίκληση των «δημοσιονομικών δυνατοτήτων» και των «ευρωπαϊκών κανόνων» λειτουργεί ως σταθερό καταφύγιο της κυβερνητικής ρητορικής. Ωστόσο, η πολιτική ευθύνη δεν εξαντλείται στη διαχείριση περιορισμών, αλλά στη διαμόρφωση στρατηγικής. Και εδώ εντοπίζεται το βαθύτερο πρόβλημα: η απουσία ενός συνεκτικού εθνικού σχεδίου για τον πρωτογενή τομέα.
Η συζήτηση για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, την ένταξή του στην ΑΑΔΕ, το κόστος ενέργειας, τις εγγυημένες τιμές και το αγροτικό εισόδημα δεν είναι τεχνικά υποσυστήματα· είναι πυλώνες αγροτικής πολιτικής. Όταν αντιμετωπίζονται αποσπασματικά, χωρίς σαφή αφήγηση και χρονοδιάγραμμα, τότε το «επιτελικό κράτος» μοιάζει περισσότερο με άθροισμα υπουργικών συρταριών παρά με κεντρικό μηχανισμό διακυβέρνησης.
Το ερώτημα «ποιος κυβερνά τελικά αυτό το επιτελικό κράτος;» δεν είναι ρητορικό. Αναδύεται εύλογα όταν οι κοινωνικοί φορείς διαπιστώνουν ότι κανείς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη της συσσωρευμένης αδράνειας. Και όταν η απάντηση δεν έρχεται, το κενό καλύπτεται από την αίσθηση ότι συνομιλούν με ένα διοικητικό φάντασμα.
Η παρέμβαση Μπρατάκου και τα όρια της θεσμικής επίπληξης
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η δήλωση του προέδρου του ΕΒΕΑ, Γιάννη Μπρατάκου, ο οποίος χαρακτήρισε την άρνηση των αγροτών για διάλογο «ανησυχητική» και αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον. Η τοποθέτηση αυτή, αν και θεσμικά συνεπής, παραλείπει το ουσιώδες: πριν ζητηθεί κοινωνική υπευθυνότητα από τους αγρότες, απαιτείται πολιτική λογοδοσία από την κυβέρνηση.
Ο κ. Μπρατάκος οφείλει πρωτίστως να απευθύνει το ερώτημα στον πρωθυπουργό: πώς υπηρετούνται τα συμφέροντα του πρωτογενούς τομέα χωρίς ένα στοιχειώδες, δημόσια παρουσιασμένο εθνικό σχέδιο δράσης; Πώς διασφαλίζεται η βιωσιμότητα της παραγωγής όταν η συζήτηση περιορίζεται στη διαχείριση της «οχληρής κινητοποίησης» και όχι στην αιτία της;
Κρίση πολιτικής αξιοπιστίας, όχι επικοινωνίας
Η παρούσα σύγκρουση δεν είναι επικοινωνιακή. Είναι βαθιά πολιτική και θεσμική. Οι αγρότες δεν αμφισβητούν τη χρησιμότητα του διαλόγου ως έννοιας· αμφισβητούν την αξιοπιστία του ως διαδικασίας. Και όσο το κράτος ζητά επανεκκίνηση συνομιλιών χωρίς απολογισμό προηγούμενων δεσμεύσεων, τόσο τα μπλόκα θα μετατρέπονται σε υποκατάστατο πολιτικής ακρόασης.
Σε αυτό το σημείο, το δίλημμα για την κυβέρνηση δεν είναι «διάλογος ή κινητοποιήσεις». Είναι σχέδιο ή διαχείριση κρίσεων. Και μέχρι να δοθεί πειστική απάντηση, το χάσμα εμπιστοσύνης θα παραμένει ανοιχτό – με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνική συνοχή και την πολιτική σταθερότητα.
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη υβριδικής νοημοσύνης.
Για αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.




