Το νέο παγκόσμιο πρόβλημα χρέους: γιατί οι ανεπτυγμένες οικονομίες μπαίνουν σε μια δύσκολη δημοσιονομική δεκαετία

Η συζήτηση για το δημόσιο χρέος επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο της διεθνούς οικονομικής πολιτικής. Παρά την προσωρινή περίοδο χαμηλών επιτοκίων που ακολούθησε την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, οι περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με ένα σύνθετο δημοσιονομικό περιβάλλον: υψηλό χρέος, αυξημένο κόστος δανεισμού, γήρανση του πληθυσμού και αβεβαιότητα για την ανάπτυξη.

Σύμφωνα με την ανάλυση των οικονομολόγων Zsolt Darvas και Jeromin Zettelmeyer, πολλές ανεπτυγμένες οικονομίες αντιμετωπίζουν μια «ζοφερή δημοσιονομική προοπτική» για τις επόμενες δύο δεκαετίες. Οι λόγοι είναι βαθύτεροι από μια απλή συγκυριακή δημοσιονομική επιδείνωση: πρόκειται για ένα δομικό πρόβλημα βιωσιμότητας του χρέους που θα απαιτήσει δύσκολες πολιτικές αποφάσεις.

 
Το νέο τοπίο του δημόσιου χρέους

Οι οικονομίες της Δύσης –ιδίως το Ηνωμένο Βασίλειο, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία και το Βέλγιο– εισέρχονται σε μια περίοδο αυξανόμενης δημοσιονομικής πίεσης. Με βάση τις σημερινές πολιτικές, οι δείκτες δημόσιου χρέους αναμένεται να αυξηθούν αισθητά μέσα στα επόμενα 20 χρόνια.

Μέχρι σήμερα οι αγορές έχουν δείξει ανοχή. Τα κρατικά ομόλογα μεγάλων οικονομιών εξακολουθούν να θεωρούνται ασφαλή, χάρη στη ρευστότητα των αγορών τους και στο θεσμικό τους βάθος. Ωστόσο, τα πρόσφατα επεισόδια χρηματοπιστωτικής αστάθειας υποδηλώνουν ότι αυτή η ανοχή μπορεί να περιοριστεί.

Εάν οι αγορές αρχίσουν να αμφισβητούν τη βιωσιμότητα του χρέους, ακόμη και χώρες με ισχυρά χρηματοπιστωτικά συστήματα μπορεί να αντιμετωπίσουν υψηλότερα επιτόκια δανεισμού, γεγονός που θα κάνει την προσαρμογή ακόμη πιο δύσκολη.

 
Πόση δημοσιονομική προσαρμογή απαιτείται

Η ανάλυση των ερευνητών εξετάζει έναν ορίζοντα 20 ετών, ξεκινώντας από το 2024. Το μοντέλο υποθέτει ότι τα κράτη θα πρέπει μέσα σε επτά χρόνια να επιτύχουν ένα πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα (πλεόνασμα ή μικρό έλλειμμα χωρίς τους τόκους) που να σταθεροποιεί το χρέος τους. Στη συνέχεια θα πρέπει να διατηρήσουν αυτό το επίπεδο για τα επόμενα 13 χρόνια.

Τα απαιτούμενα πρωτογενή πλεονάσματα δεν φαίνονται εξαιρετικά υψηλά σε θεωρητικό επίπεδο:

  • περίπου 1,3% του ΑΕΠ για τη Γαλλία και τις ΗΠΑ
  • 1,8% του ΑΕΠ για το Βέλγιο και το Ηνωμένο Βασίλειο
  • 2,5% του ΑΕΠ για την Ιταλία.

Ωστόσο το πρόβλημα βρίσκεται στο σημείο εκκίνησης. Τα σημερινά ελλείμματα είναι τόσο μεγάλα ώστε πολλές χώρες θα χρειαστούν δημοσιονομική προσαρμογή άνω του 3% του ΑΕΠ, ενώ ορισμένες –όπως η Γαλλία, η Πολωνία, η Ρουμανία, η Σλοβακία και οι ΗΠΑ– ενδέχεται να χρειαστούν προσαρμογή έως και 5% του ΑΕΠ σε σχέση με το 2024.

Η μεγάλη αβεβαιότητα: ανάπτυξη και τεχνητή νοημοσύνη

Στο νέο δημοσιονομικό περιβάλλον παίζουν ρόλο και βαθύτερες δομικές τάσεις.

Από τη μία πλευρά, η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να ενισχύσει την παραγωγικότητα και να επιταχύνει την οικονομική ανάπτυξη. Αν αυτό συμβεί σε μεγάλη κλίμακα, οι λόγοι χρέους προς ΑΕΠ θα μειωθούν πιο εύκολα.

Από την άλλη πλευρά όμως, ισχυρές αντίρροπες δυνάμεις δρουν ήδη:

  • η γήρανση του πληθυσμού, που αυξάνει τις δαπάνες συντάξεων και υγείας
  • η επιβράδυνση της παγκοσμιοποίησης και η εμπορική κατακερματισμένη οικονομία
  • η πολιτική αβεβαιότητα που αποθαρρύνει επενδύσεις.

Η σύγκρουση αυτών των τάσεων θα καθορίσει τελικά την πορεία των δημοσίων οικονομικών στις ανεπτυγμένες χώρες.

 
Το παράδοξο παράδειγμα της Ελλάδας

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα της ανάλυσης αφορά χώρες που πριν από 15 χρόνια θεωρούνταν οι «αδύναμοι κρίκοι» της Ευρωζώνης.

Η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία παρουσιάζονται πλέον ως παραδείγματα δημοσιονομικής προσαρμογής. Το 2024 η Ελλάδα πέτυχε κυκλικά προσαρμοσμένο πρωτογενές πλεόνασμα 4% του ΑΕΠ, επίπεδο πολύ υψηλότερο από αυτό που απαιτείται για τη σταθεροποίηση του χρέους.

Η μεταστροφή αυτή αποδίδεται σε έναν συνδυασμό:

  • αυστηρής δημοσιονομικής προσαρμογής μετά την κρίση
  • διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων
  • αναδιάρθρωσης χρέους
  • εξωτερικής πίεσης από τις αγορές και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Η προσαρμογή ήταν εξαιρετικά επώδυνη –ιδίως στην περίπτωση της Ελλάδας– αλλά τελικά οδήγησε σε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης την περίοδο 2022-2025 σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

 
Τα τρία πιθανά σενάρια για το μέλλον

Η μελέτη σκιαγραφεί τρία πιθανά μονοπάτια για την επόμενη φάση της δημοσιονομικής πολιτικής.

  1. Το ιδανικό σενάριο: μεταρρυθμίσεις και ανάπτυξη

Το καλύτερο αποτέλεσμα θα προέκυπτε από έναν συνδυασμό:

  • μεταρρυθμίσεων που αυξάνουν την ανάπτυξη
  • αλλαγών στα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά συστήματα
  • φορολογικών μεταρρυθμίσεων που αυξάνουν τα έσοδα χωρίς να πλήττουν την οικονομική δραστηριότητα.

Ωστόσο, αυτό είναι και το πολιτικά πιο δύσκολο σενάριο.

  1. Η σταδιακή δημοσιονομική πειθαρχία

Πιο πιθανή θεωρείται μια σταδιακή στροφή προς μεγαλύτερη δημοσιονομική πειθαρχία χωρίς βαθιές μεταρρυθμίσεις. Η Ιταλία παρουσιάζεται ως παράδειγμα: παρότι διατηρεί υψηλό χρέος, οι κυβερνήσεις της έχουν μάθει να ελέγχουν τα δημοσιονομικά τους μετά την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας.

  1. Το σενάριο της κρίσης

Το πιο επικίνδυνο σενάριο είναι μια απότομη αύξηση των επιτοκίων δανεισμού που θα οδηγούσε σε κρίση χρέους. Σε αυτή την περίπτωση, οι κυβερνήσεις ίσως προσπαθήσουν να περιορίσουν την πίεση μέσω:

  • χρηματοπιστωτικής καταστολής (π.χ. πίεση σε τράπεζες να αγοράζουν κρατικό χρέος)
  • υψηλότερου πληθωρισμού.

Αλλά τέτοιες λύσεις έχουν περιορισμένη διάρκεια.

 
Το στρατηγικό δίδαγμα

Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι σαφές: η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους στις ανεπτυγμένες οικονομίες δεν είναι πλέον αυτονόητη.

Η εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας δείχνει ότι η δημοσιονομική προσαρμογή συνήθως δεν προκύπτει από πολιτική πρωτοβουλία αλλά από πίεση των αγορών. Όταν αυτή η πίεση εμφανιστεί, οι επιλογές των κυβερνήσεων περιορίζονται δραστικά.

Γι’ αυτό και η έγκαιρη δράση –δημοσιονομική πειθαρχία, μεταρρυθμίσεις και πολιτικές ανάπτυξης– θεωρείται η μόνη στρατηγική που μπορεί να αποτρέψει μια νέα διεθνή κρίση χρέους.

 
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη  υβριδικής νοημοσύνης.

Για  αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.

Σχετικά Άρθρα