
Μιχάλης Στασινόπουλος: να προνοήσουμε για το αύριο της οικονομίας και της χώρας
«Το βασικό ζητούμενο σήμερα είναι το πώς θα στοχεύσουμε σε μια ανάκαμψη-μετάβαση προς μια οικονομία ισχυρή, βιώσιμη και ανθεκτική, συνεκτική κοινωνικά αλλά και γεωγραφικά»
Βρισκόμαστε σε μια πρωτόγνωρη συγκυρία, όπως όλοι ζούμε και γνωρίζουμε, όπου η πρώτη προτεραιότητα είναι να κερδίσουμε συλλογικά τη μάχη της πανδημικής κρίσης, την προστασία της δημόσιας υγείας και της ανθρώπινης ζωής.
Παράλληλα, οι κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης είναι σημαντικές και πρέπει να μεριμνήσουμε για το μετριασμό τους, αλλά και να προνοήσουμε για το αύριο της οικονομίας και της χώρας.
Πολύ επιγραμματικά, θα ήθελα να κάνω ορισμένες επισημάνσεις.
Πρώτον, είναι πολύ θετικό ότι συνειδητοποιείται ευρύτερα –έστω και με καθυστέρηση– ότι για να είναι η οικονομία μας πιο ισχυρή και πιο ανθεκτική σε εξωγενή σοκ, για να διασφαλίζει ευημερία και κοινωνική συνοχή, πρέπει να γίνει πιο παραγωγική, καινοτόμος κι εξωστρεφής, ώστε να μπορέσει να συμμετάσχει και στην κούρσα της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης και της πράσινης οικονομίας.
Η συνειδητοποίηση αυτή ενισχύεται και από τα έως τώρα οικονομικά στοιχεία. Αν και κανένας τομέας της οικονομίας δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστος σε καμία χώρα από μια τέτοια κρίση, η ελληνική μεταποίηση δείχνει αξιοσημείωτα σημάδια αντοχής και θετικής αντίδρασης. Η βιομηχανική παραγωγή το Σεπτέμβριο αυξήθηκε κατά 9,6% έναντι του Αυγούστου. Η μείωση κατά 2,4% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, είναι αισθητά μικρότερη του Ευρωπαϊκού μέσου όρου (5,4%).
Τα στοιχεία του ΑΕΠ του Γ’ Τριμήνου που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα, οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα: βαθιά ύφεση κατά 11,7 % που προέρχεται όμως σχεδόν αποκλειστικά από τη μείωση των εξαγωγών υπηρεσιών, κυρίως του τουρισμού, ενώ οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν κατά 3,5% σε σχέση με το 2019, παρά την πανδημική κρίση.
Συμπερασματικά, η εγχώρια βιομηχανία λειτουργεί πραγματικά ως ανάχωμα και φρένο αυτή τη στιγμή, είναι αυτή που μας βοηθάει να κρατηθούμε όρθιοι και να μην πληρώνουμε τόσο ακριβά την κρίση που αντιμετωπίζουμε, αλλά και κάθε κρίση.
Την ώρα που μιλάμε για την ανάγκη αλλαγής παραγωγικού προτύπου, ώστε οι κίνδυνοι για την οικονομία από δυνητικά σοκ να είναι πιο ελεγχόμενοι και ισορροπημένοι, είναι σημαντικό να αναδείξουμε και τη σημασία της ποικιλομορφίας της βιομηχανίας με την οποία επιτυγχάνεται και εσωτερική αντιστάθμιση του κινδύνου.
Δεύτερον, το βασικό ζητούμενο σήμερα δεν είναι απλώς πώς θα εξασφαλίσουμε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης για το 2021 ή το 2022 ή τα επόμενα χρόνια. Είναι το πώς θα στοχεύσουμε σε μια ανάκαμψη-μετάβαση προς μια οικονομία ισχυρή, βιώσιμη και ανθεκτική, συνεκτική κοινωνικά αλλά και γεωγραφικά. Διόλου τυχαία, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναφέρεται σε Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Και βεβαια αποτελεί ιστορική εξέλιξη το γεγονός ότι απέναντι στην πανδημική κρίση, η Ευρωπαϊκή Ένωση αντέδρασε με μια πρωτοφανή κινητοποίηση πόρων.
Τρίτον, είναι ιδιαίτερα θετικό ότι τόσο στο πόρισμα της Επιτροπής Πισσαρίδη, όσο και στο προσχέδιο του Ελληνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, επισημαίνεται ξεκάθαρα ότι βασικός στόχος του οικονομικού σχεδιασμού για τα επόμενα χρόνια είναι η αύξηση της παραγωγικότητας και της εξωστρέφειας. Δηλαδή η μεγαλύτερη συμμετοχή των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών στο εθνικό προϊόν. Και στα κείμενα αυτά διατυπώνονται συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής και συστάσεις άρσης εμποδίων που όλοι μας έχουμε αναδείξει συστηματικά τα τελευταία χρόνια
Όμως η βασική μου επισήμανση είναι η εξής: εμείς οι άνθρωποι της παραγωγής γνωρίζουμε καλά πως ο στόχος για μια πιο παραγωγική Ελλάδα είναι εφικτός. Η χώρα διαθέτει πολλές δυναμικές εταιρείες, συχνά ΜΜΕ, που βασίζονται πρωτίστως στο εξαιρετικό ανθρώπινο δυναμικό τους, αλλά και σε ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που είναι πολυεπίπεδα και συχνά πολύ ιδιαίτερα.
Έχουν σχέση με την καινοτομία, το μεράκι του επιχειρηματία, την εξειδίκευση σε ειδικά προϊόντα, την παρουσία συνεργιών και βεβαίως με το δυναμισμό, τη δημιουργικότητα και το υψηλό επίπεδο κατάρτισης.
Έτσι, όχι μόνο μεγάλες εταιρείες, με μακρά εμπειρία παρουσίας στις διεθνείς αγορές, αλλά και πολλές μικρές, υπερνικώντας τις γνωστές δυσκολίες και παθογένειες, φθάνουν να εξάγουν ακόμα και σχεδόν το σύνολο της παραγωγής τους.
Αποτελούν παραδείγματα που αξίζει η Πολιτεία να πλησιάσει και να μελετήσει προκειμένου να διαμορφώσει ένα σχέδιο που θα θέτει ως κεντρικό στόχο για την ανάπτυξη τη διαρκή βελτίωση των όρων και των συνθηκών που συμβάλλουν στην ενίσχυση των εξαγωγών και τη σημαντική παρουσία κλάδων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των διεθνών μεγα-τάσεων.
Η αλήθεια που δεν πρέπει να κρύψουμε είναι ότι είμαστε πίσω στις εξαγωγές. Αναφέρω μερικά παραδείγματα που δείχνουν πόσο πρέπει να δουλέψουμε. Η Βουλγαρία μας έχει φτάσει στις εξαγωγές αγαθών, με περίπου 28 δις ευρώ, εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών. Η Σλοβενία, μια μικρή χώρα, έχει φτάσει τα 45 δις, το Ισραήλ 58 δις και η Πορτογαλία 67, δηλαδή υπερδιπλάσιες εξαγωγές αγαθών από τη χώρα μας. Μπορώ επίσης να σας αναφέρω την Αυστρία με 180 δις εξαγωγές αγαθών, την Τσεχία με 200 δις και την Ελβετία με 315 δις. Άρα υπάρχει πολύ δουλειά μπροστά μας αλλά και μεγάλη ευκαιρία να καλύψουμε έστω μέρος αυτού του κενού.
Η ευκαιρία αυτή είναι τώρα. Ευκαιρία να σχεδιάσουμε και να θεμελιώσουμε ένα νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα περισσότερο παραγωγικό, καινοτόμο κι εξωστρεφές, που θα επιτρέψει στη χώρα μας να συμμετάσχει ισότιμα, όχι ως «φτωχός συγγενής», στη νέα πράσινη και ψηφιακή οικονομία προς την οποία κινείται με ταχύτητα η Ευρώπη.
Το άρθρο είναι από την ομιλία του κ. Μιχάλη Στασινόπουλου Προέδρου της «Ελληνικής Παραγωγής», στην Ανοικτή Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών Πελοποννήσου και Δυτικής Ελλάδος (ΣΕΒΠΔΕ)