Ελληνική Οικονομία 2026: Ανάμεσα στις επιδόσεις και τις εκκρεμότητες

Το Ταμείο Ανάκαμψης τρέχει με μισή ταχύτητα, ενώ ο πληθωρισμός παραμένει πεισματικά ψηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο — μια σύνθετη εικόνα που δοκιμάζει τη ρητορική της «αναπτυξιακής επιτυχίας»

 
Η ελληνική οικονομία εισέρχεται στο 2026 με μια εικόνα που παραμένει κατά βάση θετική αλλά εμφανώς αντιφατική: ισχυρά επίσημα νούμερα συνυπάρχουν με ανησυχητικές εκκρεμότητες, και η κυβερνητική αυτοπεποίθηση ακουμπά σε αριθμούς που, υπό μια πιο ψύχραιμη ανάγνωση, αφήνουν ερωτηματικά. Τα  δεδομένα  από την επικαιρότητα, την ίδια μέρα, — η συνέντευξη Τύπου του αναπληρωτή υπουργού Νίκου Παπαθανάση για το Ταμείο Ανάκαμψης και η εβδομαδιαία ανάλυση της Eurobank Research — συνθέτουν μαζί ένα πιο ολοκληρωμένο, και ουσιαστικά πιο ανήσυχο, πορτρέτο από εκείνο που η κάθε πηγή παρουσιάζει μόνη της.

 
Το Ταμείο Ανάκαμψης: Η αριθμητική των μισών

Το εντυπωσιακότερο στοιχείο της συνέντευξης Παπαθανάση είναι εκείνο που επιλέγει να μην αναδειχθεί ως πρόβλημα: μόνο το 53% των οροσήμων — 204 από το σύνολο — έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν ο μισός «χάρτης» των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων που εγγυήθηκε η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραμένει ανολοκλήρωτος, ενώ η λήξη ισχύος του Ταμείου τοποθετείται τον Αύγουστο του 2026 — μόλις έξι μήνες από σήμερα.

Το χρονικό πλαίσιο είναι αυστηρό και η πίεση μεγάλη. Για το τρέχον έτος εκκρεμούν ακόμη το 8ο και το 9ο αίτημα πληρωμής, ενώ το πρόσφατο «διπλό» αίτημα που υπεβλήθη στις Βρυξέλλες αφορά μόλις 1,17 δισ. ευρώ — ένα ποσό αισθητά μειωμένο σε σχέση με παλαιότερες αιτήσεις. Υπάρχουν μάλιστα πληροφορίες που θέλουν το δανειακό σκέλος να μην απορροφάται στο τέλος πλήρως, κάτι που θα αποτελούσε ανεπιθύμητη εξέλιξη, και διόλου αμελητέα απώλεια.

Βέβαια, τα αποτελέσματα που επικαλείται το υπουργείο δεν είναι αμελητέα. Η Ελλάδα έχει εκταμιεύσει 23,4 δισ. ευρώ — το 65% του συνολικού προγράμματος — και με το νέο αίτημα αυτό θα ανέλθει σε άνω του 68%. Στη στήριξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων έχουν διοχετευθεί επιχορηγήσεις 1,61 δισ. και δάνεια 3,59 δισ. ευρώ. Το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» αγγίζει τα 1,5 δισ. ευρώ εγκεκριμένων δανείων, δίνοντας στέγη σε πάνω από 12.000 οικογένειες. Στην ευρωπαϊκή κατάταξη απορρόφησης, η χώρα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις.

Ωστόσο, ποσοτική απορρόφηση πόρων και ποιοτική επίτευξη οροσήμων είναι δύο διαφορετικά μεγέθη. Το ένα μετράει χρήμα, το άλλο μεταμόρφωση θεσμών και πολιτικών. Και στο δεύτερο σκέλος η εικόνα παραμένει μισή — κατά κυριολεξία.

 
Πληθωρισμός: Η επίμονη απόκλιση

Στο μεσοδιάστημα, η ανάλυση της Eurobank Research προσθέτει ένα σοβαρό επιχείρημα στον διάλογο για την ανταγωνιστικότητα της χώρας. Τον Ιανουάριο του 2026 ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα παρέμεινε αμετάβλητος στο 2,9%, ενώ στην Ευρωζώνη ο αντίστοιχος δείκτης διαμορφώθηκε στο 1,7%. Η διαφορά αυτή των 1,2 ποσοστιαίων μονάδων δεν είναι τεχνικής φύσεως απόκλιση — είναι πολιτικό πρόβλημα.

Ποιοι τομείς τροφοδοτούν τον ελληνικό πληθωρισμό; Τα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά συνεισέφεραν 0,9 ποσοστιαίες μονάδες, ακολούθησαν τα ξενοδοχεία-καφέ-εστιατόρια με 0,7 μ.μ. και η στέγαση-ενέργεια με 0,4 μ.μ. Πρόκειται για κατηγορίες που αγγίζουν άμεσα το καθημερινό βιοτικό κόστος των νοικοκυριών, κάτι που αντικατοπτρίζεται στην κατακόρυφη πτώση του δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης, που στον Ιανουάριο βρέθηκε στις -50,3 μονάδες από -47,0 τον Δεκέμβριο.

Η Eurobank Research επισημαίνει με αναλυτική ψυχραιμία ότι η θετική διαφορά πληθωρισμού μεταξύ Ελλάδας και Ευρωζώνης ισοδυναμεί με «οριακή επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας σε όρους τιμών». Αυτό αποτυπώνεται και στην ετήσια αύξηση της πραγματικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας κατά 0,8% στο εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2025. Η πτώση δεν είναι δραματική, αλλά η κατεύθυνσή της είναι ανεπιθύμητη.

Βεβαίως, η χώρα εξακολουθεί να επωφελείται από τη σωρευτική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας που κατέγραψε κατά την περίοδο της κρίσης χρέους, ιδίως σε όρους μοναδιαίου κόστους εργασίας. Αυτή η «αποθεματική» ανταγωνιστικότητα είναι ένα σημαντικό «μαξιλάρι», αλλά δεν είναι ανεξάντλητο.

 
Η μικτή εικόνα των «μαλακών» δεικτών

Πέρα από τα σκληρά νούμερα, τα λεγόμενα «μαλακά» δεδομένα — δείκτες κλίματος, εμπιστοσύνης, PMI — σχηματίζουν μια εικόνα που δεν επιτρέπει ούτε αισιοδοξία ούτε απαισιοδοξία χωρίς επιφυλάξεις.

Αφενός, ο Δείκτης Υπευθύνων Προμηθειών (PMI) μεταποίησης της S&P Global εκτινάχθηκε στις 54,2 μονάδες τον Ιανουάριο — υψηλό πενταμήνου και σαφώς άνω του ορίου των 50 μονάδων που σηματοδοτεί ανάπτυξη. Η παραγωγή επιταχύνεται, οι νέες παραγγελίες αυξάνονται, η απασχόληση στον τομέα ενισχύεται. Ο ελληνικός τομέας μεταποίησης δείχνει να βρίσκεται σε αξιόλογη αναπτυξιακή τροχιά.

Αφετέρου, ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος (ΙΟΒΕ) υποχώρησε στις 105,4 μονάδες τον Ιανουάριο από 106,9 τον Δεκέμβριο — οριακό χαμηλό σχεδόν δύο ετών. Παραμένει υψηλότερα από τον μακροχρόνιο μέσο όρο και υπεραποδίδει έναντι της Ευρωζώνης, αλλά η τάση είναι πτωτική. Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης, σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, αντανακλά ότι τα νοικοκυριά δεν αισθάνονται πρακτικά τα οφέλη της αναφερόμενης ανάπτυξης — κυρίως λόγω του πληθωρισμού που διαβρώνει τις μισθολογικές αυξήσεις.

 
Το Μακροοικονομικό πλαίσιο: Ισχυρό, αλλά με προειδοποιήσεις

Τα θεμελιώδη μεγέθη της ελληνικής οικονομίας παραμένουν ευνοϊκά. Η ανεργία έπεσε στο 7,5% τον Δεκέμβριο του 2025, το χαμηλότερο επίπεδο από το 2008, ενώ η απασχόληση κατέγραψε ετήσια αύξηση 2,4%. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2% σε ετήσια βάση το τρίτο τρίμηνο του 2025, υπερβαίνοντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ο Προϋπολογισμός Δημοσίων Επενδύσεων εκτελέστηκε πλήρως στα 14,6 δισ. ευρώ και για το 2026 οι διαθέσιμοι πόροι αυξάνονται στα 16,7 δισ. Η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα σχεδόν τριπλασίασε τις δραστηριότητές της, με εγκρίσεις δανείων 2,9 δισ. ευρώ προς ΜμΕ το 2025.

Ωστόσο, η Eurobank Research θέτει με ακρίβεια το βαθύτερο ζήτημα: η Ελλάδα χρειάζεται να βελτιώσει τη «διαρθρωτική ανταγωνιστικότητά» της μέσα από τη μείωση της γραφειοκρατίας, τη μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος, τη βελτίωση του χρόνου απονομής δικαιοσύνης και την ενίσχυση της καινοτομίας. Αυτά δεν αντικατοπτρίζονται στους δείκτες PMI ή στα νούμερα του ΑΕΠ — αλλά είναι εκεί που κρίνεται η βιωσιμότητα της ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα.

 
Η διχοτομία επιδόσεων-δυνητικού

Η σύνθεση των δεδομένων επικαιρότητας αναδεικνύει μια θεμελιώδη διχοτομία: η Ελλάδα αποδίδει καλά σε αυτό που μπορεί να μετρηθεί βραχυπρόθεσμα — απορρόφηση πόρων, ανεργία, ΑΕΠ, PMI — αλλά υστερεί σε αυτό που καθορίζει το μακροπρόθεσμο δυνητικό: ολοκλήρωση μεταρρυθμίσεων, έλεγχο πληθωρισμού, ενίσχυση δομικής ανταγωνιστικότητας.

Η ρητορική του «πυλώνα σταθερότητας», για να έχει ουσία και όχι μόνο αφηγηματική αξία, απαιτεί να απαντηθεί επειγόντος ένα ερώτημα: τι θα συμβεί μετά τον Αύγουστο του 2026, όταν το Ταμείο Ανάκαμψης κλείσει; Ποιος μηχανισμός θα εξασφαλίσει ότι οι μισοί εκκρεμούντες στόχοι δεν θα αφεθούν στο ράφι; Και ποια πολιτική θα συγκρατήσει έναν πληθωρισμό που, έστω μέτρια, συνεχίζει να διαβρώνει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και να υπονομεύει αθόρυβα τη θέση της χώρας στις ευρωπαϊκές αγορές;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που δεν απαντά κανένας εκ των ενδιαφερομένων μερών — και αυτά είναι ακριβώς τα ερωτήματα που η δημόσια συζήτηση οφείλει να θέσει.

 
Πηγές: Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Eurobank Research — «7 Ημέρες Οικονομία», τεύχος 564, 20 Φεβρουαρίου 2026

 
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη  υβριδικής νοημοσύνης.

Για  αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.

Σχετικά Άρθρα