Ο πόνος ως πολιτικός καταλύτης: Δικαίωμα, όρια και προϋποθέσεις ενός νέου κόμματος
Η δημόσια συζήτηση γύρω από το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου πολιτικού κόμματος από τη Μαρία Καρυστιανού ανοίγει ένα δύσκολο αλλά αναπόφευκτο ερώτημα:
μπορεί ο προσωπικός πόνος –και δη ο απόλυτος πόνος ενός γονιού που έχασε το παιδί του σε ένα εθνικό έγκλημα– να μετασχηματιστεί σε πολιτική στράτευση με θεσμική νομιμοποίηση;
Η απάντηση, όσο άβολη κι αν είναι για το πολιτικό κατεστημένο, είναι σαφής: ναι, μπορεί. Το Σύνταγμα δεν θέτει συναισθηματικά φίλτρα στη συμμετοχή στα κοινά. Κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να ιδρύσει κόμμα, ανεξαρτήτως κινήτρων. Το ερώτημα δεν είναι αν δικαιούται, αλλά αν μπορεί να πείσει.
Ο πόνος ως κινητήρια δύναμη – όχι ως υποκατάστατο πολιτικής
Ιστορικά, μεγάλα πολιτικά ρεύματα γεννήθηκαν από τραύματα: κοινωνικά, εθνικά, προσωπικά. Ο πόνος δεν ακυρώνει την πολιτική· συχνά τη γεννά.
Όμως υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση:
- Ο πόνος μπορεί να είναι καταλύτης.
- Δεν μπορεί όμως να είναι πρόγραμμα διακυβέρνησης.
Η πολιτική νομιμοποίηση δεν αντλείται από την ηθική ανωτερότητα του θύματος, αλλά από την ικανότητα να μετατρέψει την οργή σε θεσμούς, κανόνες, πολιτικές. Αν ο πόνος παραμείνει μόνο καταγγελία, φθείρεται. Αν μετασχηματιστεί σε σχέδιο, αποκτά διάρκεια.
Δικαιοσύνη, λογοδοσία, διαφάνεια: αναγκαία αλλά όχι επαρκή
Ένα κόμμα που γεννιέται από το αίτημα δικαιοσύνης οφείλει να το έχει στον πυρήνα του. Όμως ένα σύγχρονο κράτος δεν κυβερνάται μόνο με ηθικά αιτήματα.
Τα κρίσιμα ερωτήματα είναι αμείλικτα:
- Ποια είναι η θέση του για την οικονομία, την ανάπτυξη, το φορολογικό;
- Πώς αντιλαμβάνεται την άμυνα, τη γεωπολιτική, τη θέση της χώρας στην Ευρώπη;
- Ποιο είναι το σχέδιο για το κράτος, τη δημόσια διοίκηση, την υγεία, την παιδεία;
Η δικαιοσύνη, η λογοδοσία και η διαφάνεια είναι απαραίτητες συνθήκες διαφοροποίησης από το φθαρμένο πολιτικό σύστημα. Δεν είναι όμως από μόνες τους επαρκείς για διακυβέρνηση. Αν δεν ενσωματωθούν σε ένα ολοκληρωμένο πολιτικό σχέδιο, κινδυνεύουν να μετατραπούν σε γενικόλογα συνθήματα.
«Ας δοκιμαστεί»: η κοινωνική κόπωση και το τέλος της οικογενειοκρατίας
Η ελληνική κοινωνία έχει πληρώσει ακριβά την κληρονομική πολιτική εξουσία, την οικογενειοκρατία, τα επώνυμα χωρίς λογοδοσία. Υπό αυτή την έννοια, το επιχείρημα «ας δοκιμαστεί και κάτι άλλο» δεν είναι επιπόλαιο — είναι προϊόν βαθιάς κόπωσης.
Το φύλο δεν αποτελεί πολιτικό πλεονέκτημα από μόνο του. Όμως το γεγονός ότι η χώρα δεν έχει ποτέ κυβερνηθεί από γυναίκα πρωθυπουργό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ένδειξη συστημικού αποκλεισμού.
Αν ένα νέο κόμμα κερδίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών και έρθει πρώτο, η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης δεν είναι χάρη· είναι θεσμική υποχρέωση.
Το πραγματικό ερώτημα όμως παραμένει:
με ποια πρόσωπα; με ποιο επιτελείο; με ποια επάρκεια;
Το κρίσιμο τεστ: από το ηθικό πλεονέκτημα στη θεσμική ωριμότητα
Η Μαρία Καρυστιανού –όπως κάθε πολίτης– έχει το απόλυτο δικαίωμα να δοκιμαστεί στην πολιτική. Κανείς δεν μπορεί να της το αρνηθεί χωρίς να αρνείται τη δημοκρατία την ίδια.
Αλλά η κοινωνία δεν θα την κρίνει με όρους συμπόνιας. Θα την κρίνει με όρους ικανότητας μετασχηματισμού της οργής σε κράτος δικαίου.
Αν το νέο εγχείρημα:
- δεν προσωποποιηθεί υπερβολικά,
- δεν εργαλειοποιήσει τον πόνο,
- δεν αποφύγει τις δύσκολες απαντήσεις,
τότε μπορεί να αποτελέσει κάτι περισσότερο από μια κραυγή διαμαρτυρίας. Μπορεί να γίνει θεσμικός αντίλογος σε ένα πολιτικό σύστημα με βαρύ ιστορικό αποτυχιών και διαφθοράς.
Η δημοκρατία δεν φοβάται τις δοκιμές.
Φοβάται μόνο τη στασιμότητα.
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη υβριδικής νοημοσύνης.
Για αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.




