Η Ευρώπη μετά το «America First»
Από την εξάρτηση στη στρατηγική ισορροπία: το στοίχημα της ανθεκτικότητας
Ανάλυση | mywaypress.gr
Η κρίση δεν είναι μόνο γεωπολιτική
Η Ευρώπη δεν κινδυνεύει να εξαφανιστεί από τον χάρτη. Κινδυνεύει, όμως, να παραμείνει ένας μεγάλος οικονομικός χώρος με μικρότερη πολιτική επιρροή, τεχνολογική εξάρτηση και μειωμένη ικανότητα να προστατεύει το κοινωνικό της μοντέλο. Αυτό είναι το ουσιαστικό ερώτημα πίσω από την ανάλυση του David Marsh, προέδρου του OMFIF, στο άρθρο του «Building European resilience to ‘America First’», που δημοσιεύθηκε στο omfif.org . Η ανθεκτικότητα δεν είναι εδώ σύνθημα ούτε απλώς αμυντική προσαρμογή. Είναι η δυνατότητα μιας κοινωνίας να διατηρεί επιλογές όταν οι διεθνείς συσχετισμοί αλλάζουν, οι αλυσίδες εφοδιασμού γίνονται πεδίο ανταγωνισμού και οι παραδοσιακές συμμαχίες δεν προσφέρουν πλέον αυτονόητες εγγυήσεις.
Η βασική θέση του Marsh είναι ότι η ευρωπαϊκή απάντηση στην πολιτική «America First» δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε σε μια ρητορική αυτονόμησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες ούτε σε μια νοσταλγική προσπάθεια επιστροφής στην προηγούμενη διατλαντική κανονικότητα. Η σχέση με την Ουάσιγκτον, κατά την εκτίμησή του, περνά περισσότερο από αναταραχή παρά από οριστική ρήξη. Ωστόσο, ακόμη και μια σχέση που επιβιώνει μπορεί να έχει αλλάξει τόσο πολύ, ώστε η Ευρώπη να χρειάζεται διαφορετικό τρόπο οργάνωσης της ασφάλειας, της οικονομίας και της εξωτερικής της πολιτικής.
Η σημαντικότερη μετατόπιση είναι από την εξάρτηση που θεωρείται δεδομένη προς την αλληλεξάρτηση που σχεδιάζεται συνειδητά. Η Ευρώπη δεν χρειάζεται να αποκοπεί από τις ΗΠΑ ή την Κίνα. Χρειάζεται να μειώσει τις ευπάθειες που της στερούν τη δυνατότητα να διαφωνεί, να διαπραγματεύεται και να επιλέγει. Αυτό είναι το στρατηγικό νόημα της «ανθεκτικότητας».
Το ευρωπαϊκό παράδοξο: ισχύς χωρίς αντίστοιχη επιρροή
Ο Marsh περιγράφει μια αντίφαση: η Ευρώπη διαθέτει οικονομικό και τεχνολογικό βάρος, αλλά δυσκολεύεται να το μετατρέψει σε πολιτική επιρροή. Την ίδια ώρα, οι πιέσεις συσσωρεύονται. Η επιτάχυνση της τεχνολογίας και ειδικά της τεχνητής νοημοσύνης, το υψηλότερο δημόσιο χρέος μετά την πανδημία, ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας και ο βιομηχανικός ανταγωνισμός από την Κίνα ασκούν ταυτόχρονα πίεση στα ευρωπαϊκά κράτη.
Στο άρθρο του David Marsh η αύξηση του εμπορικού ελλείμματος της Ευρώπης με την Κίνα το 2025–2026 παρουσιάζεται ως η σημαντικότερη μεμονωμένη αρνητική οικονομική εξέλιξη αυτής της περιόδου. Η ανησυχία δεν αφορά μόνο τον όγκο των εισαγωγών. Αφορά την επέκταση της κινεζικής παρουσίας σε σύνθετες κατηγορίες προϊόντων — προηγμένα μηχανήματα, χημικά, πράσινη τεχνολογία και ηλεκτρικά οχήματα — καθώς και τον έλεγχο κρίσιμων ορυκτών που χρειάζονται οι βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας.
Αυτό μεταβάλλει τη φύση του ανταγωνισμού. Η εξάρτηση από μια χώρα για καταναλωτικά προϊόντα μπορεί να δημιουργεί εμπορικό κόστος. Η εξάρτηση από αυτήν για κρίσιμα υλικά, τεχνολογικά εξαρτήματα ή παραγωγικές δυνατότητες μπορεί να περιορίσει την εθνική και ευρωπαϊκή ελευθερία κινήσεων. Η Κίνα, όπως σημειώνει ο Marsh, επιχειρεί παράλληλα να μειώσει τη δική της εξάρτηση από τρίτους, επενδύοντας σε αλυσίδες εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών στην Αφρική και αλλού και ενισχύοντας τα στρατηγικά της αποθέματα.
Η Ευρώπη, επομένως, δεν αντιμετωπίζει απλώς μια δυσμενή εμπορική ισορροπία. Αντιμετωπίζει το ερώτημα αν θα παραμείνει παραγωγός κρίσιμης τεχνολογίας ή θα εξελιχθεί σε αγορά που καταναλώνει τεχνολογίες τις οποίες άλλοι σχεδιάζουν, ελέγχουν και αναβαθμίζουν. Η απάντηση θα κριθεί λιγότερο από τις διακηρύξεις περί ανταγωνιστικότητας και περισσότερο από τις επενδύσεις, την κλίμακα παραγωγής, την πρόσβαση σε κεφάλαια και την ικανότητα να μεταφέρεται η έρευνα στην πραγματική οικονομία.
Ευρώπη πολλών ταχυτήτων, όχι Ευρώπη πολλών κατηγοριών
Η θεσμική πρόταση του Marsh είναι η διεύρυνση της «μεταβλητής γεωμετρίας»: ομάδες χωρών με κοινά συμφέροντα να προχωρούν ταχύτερα σε συγκεκριμένους τομείς, χωρίς να απαιτείται κάθε φορά ομοφωνία ή ενιαία συμμετοχή όλων. Η ιδέα συνδέεται με τον πραγματιστικό φεντεραλισμό που έχει υποστηρίξει ο Mario Draghi και με την παλαιότερη προσέγγιση του Jacques Delors. Στο σχήμα αυτό, η ευρωπαϊκή συνεργασία δεν μετριέται μόνο από το πόσες χώρες συμφωνούν σε μια κοινή διακήρυξη, αλλά από το πόσες μπορούν να δημιουργήσουν λειτουργικές κοινές δυνατότητες.
Η πρόταση έχει πρακτική λογική. Η άμυνα, η ενέργεια, οι κεφαλαιαγορές, οι υποδομές και η τεχνητή νοημοσύνη δεν απαιτούν αναγκαστικά τον ίδιο βαθμό συμμετοχής από κάθε κράτος ούτε προχωρούν με την ίδια ταχύτητα. Μια ομάδα χωρών θα μπορούσε να αναπτύξει κοινές προμήθειες ή παραγωγικές δυνατότητες στην άμυνα, μια άλλη να ενοποιήσει ενεργειακά δίκτυα και μια τρίτη να προωθήσει κοινές επενδύσεις σε τεχνολογίες αιχμής. Αν τα αποτελέσματα είναι ανοιχτά σε ευρύτερη συμμετοχή, η διαφοροποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής και όχι ως μηχανισμός αποκλεισμού.
Υπάρχει, όμως, μια λεπτή θεσμική γραμμή. Η Ευρώπη πολλών ταχυτήτων μπορεί να ξεπεράσει την αδράνεια, αλλά μπορεί επίσης να παγιώσει μια Ευρώπη πολλών κατηγοριών: έναν πυρήνα που αποφασίζει και χρηματοδοτεί, και μια περιφέρεια που ακολουθεί χωρίς να επηρεάζει τους κανόνες. Γι’ αυτό η μεταβλητή γεωμετρία χρειάζεται σαφείς όρους πρόσβασης, διαφάνεια, κοινά πρότυπα και δυνατότητα ένταξης νέων συμμετεχόντων. Η ταχύτητα δεν αρκεί, αν υπονομεύει τη συνοχή.
Ο Marsh ζητά επίσης δημιουργική επαναπροσέγγιση με χώρες εκτός ΕΕ, κυρίως το Ηνωμένο Βασίλειο, και φτάνει να εξετάζει αλλαγές στη σχέση ανάμεσα στην ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων και αγαθών ως πιθανό δρόμο για βαθύτερη συμμετοχή της Βρετανίας στην ενιαία αγορά. Πρόκειται για πολιτικά δύσκολη πρόταση, επειδή αγγίζει θεμελιώδεις αρχές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αναδεικνύει, ωστόσο, ένα ουσιώδες δίλημμα: όταν η γεωπολιτική απαιτεί συνεργασία, μπορούν οι θεσμικοί κανόνες να προσαρμοστούν χωρίς να αποδυναμωθούν οι κοινές δεσμεύσεις;
Το δημόσιο χρήμα πρέπει να παράγει δημόσια αξία
Η δεύτερη μεγάλη πρόταση αφορά τη δημοσιονομική πολιτική. Ο Marsh υποστηρίζει ότι η Ευρώπη χρειάζεται να ανασχεδιάσει τον τρόπο με τον οποίο διαθέτει δημόσιους πόρους, ώστε οι δαπάνες να ενισχύουν την ποιότητα των υπηρεσιών, τη βιομηχανική ανανέωση και την οικονομική ανάπτυξη. Συνδέει αυτή την ανάγκη με τις συστάσεις της έκθεσης Draghi του 2024 για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα.
Η κρίσιμη διάκριση είναι ανάμεσα στη δαπάνη ως λογιστική εκροή και στη δαπάνη ως επένδυση σε παραγωγική ικανότητα. Δεν αρκεί να αυξάνεται ο προϋπολογισμός για την εκπαίδευση, την άμυνα ή την τεχνολογία. Χρειάζεται να φαίνεται αν βελτιώνονται οι δεξιότητες, αν μειώνονται οι χρόνοι υλοποίησης, αν δημιουργούνται εγχώριοι προμηθευτές, αν αυξάνεται η παραγωγικότητα και αν η δημόσια υπηρεσία γίνεται πιο αξιόπιστη. Η αποτελεσματικότητα των δαπανών είναι θεσμικό ζήτημα, όχι μόνο δημοσιονομικό.
Ο συγγραφέας υπογραμμίζει επίσης μεταρρυθμίσεις στην προσφορά — από την εκπαίδευση μέχρι την ηλικία συνταξιοδότησης — και αναδιάρθρωση κοινωνικών δαπανών. Η θέση αυτή αγγίζει ένα πραγματικό ευρωπαϊκό πρόβλημα: οι κοινωνίες καλούνται να χρηματοδοτήσουν ταυτόχρονα τη γήρανση του πληθυσμού, την πράσινη μετάβαση, τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την άμυνα και την εξυπηρέτηση του χρέους.
Ο David Marsh συνοψίζει τις πιέσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη στις «Six Ds»: Deglobalisation, Demographics, Decarbonisation, Digitalisation, Defence και Debt — δηλαδή αποπαγκοσμιοποίηση, δημογραφικές εξελίξεις, απανθρακοποίηση, ψηφιοποίηση, άμυνα και χρέος. Πρόκειται για έξι αλληλένδετες προκλήσεις που ανταγωνίζονται για τους ίδιους δημοσιονομικούς πόρους, τις ίδιες επενδυτικές δυνατότητες και την ίδια πολιτική προσοχή. Η ευρωπαϊκή στρατηγική θα κριθεί από την ικανότητα αντιμετώπισής τους ως ενιαίου συστήματος και όχι ως έξι ανεξάρτητων προβλημάτων.
Ωστόσο, η αναδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως τεχνική άσκηση περικοπών. Αν οι αλλαγές μεταφέρουν δυσανάλογα το κόστος στους εργαζομένους, στους χαμηλότερους μισθούς ή στις περιφέρειες που ήδη υστερούν, η κοινωνική νομιμοποίηση της ευρωπαϊκής προσαρμογής θα εξασθενήσει. Η ανθεκτικότητα απαιτεί δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά και δίκαιη κατανομή των βαρών. Διαφορετικά, η πολιτική αντίδραση μπορεί να ακυρώσει τις ίδιες τις μεταρρυθμίσεις που υποτίθεται ότι θα ενισχύσουν την Ευρώπη.
Από τη στρατηγική αυτονομία στη στρατηγική ισορροπία
Η τρίτη πρόταση του Marsh είναι και η πιο αποκαλυπτική: αντί για τη γλώσσα της «στρατηγικής αυτονομίας», προτείνει τη «στρατηγική ισορροπία». Η αλλαγή δεν είναι απλώς λεκτική. Η πλήρης ανεξαρτησία από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα ή άλλες οικονομίες δεν είναι ρεαλιστικός στόχος για μια ανοιχτή ευρωπαϊκή οικονομία. Πιο εφαρμόσιμος στόχος είναι η αποφυγή μονομερών εξαρτήσεων και η ανάπτυξη αρκετών εναλλακτικών συνεργασιών ώστε κανένας εταίρος να μην μπορεί εύκολα να μετατρέψει την αλληλεξάρτηση σε μοχλό πίεσης.
Αυτό προϋποθέτει τρία πράγματα: μικρότερη εξάρτηση από τις ΗΠΑ σε κρίσιμες πλευρές της άμυνας και της τεχνολογίας, ενιαία και αυστηρότερη ευρωπαϊκή προσέγγιση απέναντι στην Κίνα — με χώρο τόσο για ανταγωνισμό όσο και για συνεργασία — και βαθύτερες οικονομικές και χρηματοπιστωτικές σχέσεις με χώρες όπως ο Καναδάς, η Αυστραλία, η Ιαπωνία, η Βραζιλία, η Ινδία και η Ινδονησία.
Η «στρατηγική ισορροπία» δεν πρέπει, πάντως, να γίνει ευφημισμός για την αναβολή δύσκολων επιλογών. Η διαφοροποίηση προμηθευτών δεν εξαλείφει αυτομάτως την εξάρτηση, ούτε η υπογραφή περισσότερων συμφωνιών δημιουργεί από μόνη της ισχύ. Απαιτούνται επενδύσεις σε ευρωπαϊκή παραγωγή, κοινές προδιαγραφές, χρηματοδότηση, τεχνογνωσία και ανθεκτικές εφοδιαστικές αλυσίδες. Η συνεργασία με τρίτους αποδίδει μόνο όταν η Ευρώπη έχει κάτι ουσιαστικό να προσφέρει και μπορεί να τηρήσει τις δεσμεύσεις της.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά στη δυναμική της ουκρανικής αμυντικής βιομηχανίας. Σύμφωνα με τον Marsh, η τεχνολογική και οργανωτική της εξέλιξη, με συνεχιζόμενη δυτική χρηματοδότηση, θα μπορούσε να μετατραπεί σε ευρωπαϊκό πλεονέκτημα. Η παρατήρηση υπερβαίνει τη στενή έννοια της πολεμικής παραγωγής: η εμπειρία ενός πολέμου επιταχύνει την καινοτομία, δοκιμάζει συστήματα σε πραγματικές συνθήκες και δημιουργεί τεχνογνωσία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή η γνώση θα ενσωματωθεί σε μια συνεκτική ευρωπαϊκή αμυντική και βιομηχανική βάση ή θα παραμείνει αποσπασματική.
Η πολιτική κοινωνία πίσω από τους δείκτες
Ο Marsh συνδέει τις οικονομικές και γεωπολιτικές πιέσεις με την άνοδο του λαϊκισμού, κυρίως της δεξιάς, και προειδοποιεί για έναν κύκλο αποσταθεροποίησης μεταξύ κρατών και στο εσωτερικό τους. Η σύνδεση είναι σημαντική, επειδή υπενθυμίζει ότι η στρατηγική ισχύς δεν εξαρτάται μόνο από στρατιωτικές δαπάνες ή βιομηχανική παραγωγή. Εξαρτάται και από την ικανότητα των πολιτικών συστημάτων να διατηρούν κοινωνική εμπιστοσύνη όταν οι αλλαγές δημιουργούν νικητές και χαμένους.
Όταν οι πολίτες βιώνουν την οικονομική μετάβαση ως απώλεια ελέγχου — ακριβότερη ενέργεια, επισφαλή εργασία, υποχώρηση υπηρεσιών ή αίσθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται μακριά τους — οι αφηγήσεις περί εθνικής περιχαράκωσης αποκτούν μεγαλύτερη απήχηση. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο η καταγγελία του λαϊκισμού. Χρειάζεται να περιοριστούν οι πραγματικές συνθήκες που τροφοδοτούν την ανασφάλεια, χωρίς να υιοθετούνται απλουστευτικές λύσεις που υπόσχονται προστασία μέσω απομόνωσης.
Εδώ βρίσκεται και ένα κενό που αξίζει να φωτιστεί περισσότερο στην ανάλυση του Marsh: η θεσμική ευελιξία και η αναδιάταξη πόρων είναι αναγκαίες, αλλά δεν εγγυώνται από μόνες τους κοινωνική συναίνεση. Η Ευρώπη χρειάζεται μηχανισμούς που να κάνουν ορατά τα οφέλη της κοινής δράσης στην καθημερινότητα: καλύτερες υποδομές, προσιτή ενέργεια, κατάρτιση που οδηγεί σε εργασία, πρόσβαση σε χρηματοδότηση για μικρότερες επιχειρήσεις και δημόσιες υπηρεσίες που λειτουργούν. Η πολιτική ενότητα δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στον φόβο του εξωτερικού ανταγωνισμού· πρέπει να στηρίζεται και στην απτή εμπειρία βελτίωσης της ζωής.
Η εκτίμηση της mywaypress.gr
Η ανάλυση του David Marsh προσφέρει ένα χρήσιμο πλαίσιο: η Ευρώπη πρέπει να μετακινηθεί από την παθητική διαχείριση των εξαρτήσεών της σε μια πολιτική οργανωμένης αλληλεξάρτησης. Η μεταβλητή γεωμετρία μπορεί να επιταχύνει κοινές δράσεις, η καλύτερη χρήση του δημόσιου χρήματος να στηρίξει την παραγωγικότητα και η στρατηγική ισορροπία να διευρύνει τα περιθώρια εξωτερικής πολιτικής. Το ισχυρότερο στοιχείο της προσέγγισης είναι ότι συνδέει την οικονομία, την άμυνα, την τεχνολογία και τη θεσμική οργάνωση, αντί να τα αντιμετωπίζει ως ξεχωριστούς φακέλους.
Η αδυναμία της είναι ότι οι προτάσεις προϋποθέτουν πολιτική ικανότητα την οποία η ίδια η ανάλυση αναγνωρίζει ως σπάνια. Η ευελιξία μπορεί να γίνει κατακερματισμός, η δημοσιονομική αναδιάρθρωση μπορεί να εκληφθεί ως κοινωνική υποχώρηση και η στρατηγική ισορροπία μπορεί να μείνει διακήρυξη αν δεν συνοδευτεί από επενδύσεις και κοινές αποφάσεις. Η Ευρώπη δεν χρειάζεται μόνο καλύτερο σχέδιο· χρειάζεται θεσμούς που να μπορούν να το εφαρμόσουν και κοινωνίες που να αναγνωρίζουν σε αυτό το δικό τους συμφέρον.
Για την Ελλάδα, η συζήτηση έχει ιδιαίτερη σημασία. Μια Ευρώπη που επενδύει σε ενεργειακή διασύνδεση, άμυνα, μεταφορές, ψηφιακές υποδομές και κεφαλαιαγορές δημιουργεί ευκαιρίες για μια χώρα που βρίσκεται σε κομβική γεωγραφική θέση. Η θέση, όμως, δεν μετατρέπεται αυτόματα σε πλεονέκτημα. Χρειάζεται εθνική στρατηγική που να συνδέει λιμάνια, δίκτυα, ενέργεια, βιομηχανία, έρευνα και δεξιότητες, αντί να αντιμετωπίζει κάθε έργο ως απομονωμένη επένδυση. Η Ελλάδα οφείλει να συμμετέχει ενεργά στις ευρωπαϊκές συμμαχίες μεταβλητής γεωμετρίας, όχι να περιμένει να διαμορφωθούν από άλλους και στη συνέχεια να προσαρμοστεί.
Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές: η ανθεκτικότητα δεν μετριέται από το πόσο συχνά η Ευρώπη μιλά για αυτονομία, αλλά από το πόσες πραγματικές επιλογές έχει όταν πιέζεται. Μετριέται από την παραγωγική της βάση, την τεχνολογική της ικανότητα, τη δυνατότητα κοινής δράσης, την αξιοπιστία των θεσμών και την κοινωνική συνοχή. Αν αυτά δεν ενισχυθούν μαζί, η Ευρώπη μπορεί να διατηρήσει την ευημερία της ως ανάμνηση, όχι ως υπόσχεση.
Πέρα από το προφανές:
Η διάσταση που δεν πρέπει να μας διαφύγει
Το βαθύτερο ζήτημα δεν είναι αν η Ευρώπη θα γίνει αυτάρκης. Είναι αν θα αποκτήσει «ικανότητα επιλογής». Μια ήπειρος μπορεί να εισάγει ενέργεια, τεχνολογία ή κεφάλαια και να παραμένει ισχυρή, εφόσον διαθέτει εναλλακτικές, δικούς της παραγωγικούς πυλώνες και θεσμούς που διαπραγματεύονται από θέση αξιοπιστίας. Αντίστροφα, μπορεί να παράγει πλούτο και να είναι στρατηγικά αδύναμη, όταν κρίσιμες αποφάσεις εξαρτώνται από λίγους εξωτερικούς προμηθευτές ή από πολιτικές διαθέσεις που δεν ελέγχει.
Αυτό οδηγεί σε μια πιο απαιτητική μέτρηση της ευρωπαϊκής προόδου: όχι μόνο ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα, αλλά και πόσο γρήγορα μπορεί η Ευρώπη να κινητοποιήσει κεφάλαια, να παράγει κρίσιμα αγαθά, να αλλάξει προμηθευτές, να εκπαιδεύσει εργαζομένους και να συμφωνήσει σε κοινή δράση χωρίς να ακυρώνει τη δημοκρατική λογοδοσία. Η πραγματική κυριαρχία του 21ου αιώνα δεν είναι η απομόνωση. Είναι η διατήρηση ουσιαστικών εναλλακτικών.
Πηγή βάσης: David Marsh, «Building European resilience to ‘America First’», OMFIF, 14 Οκτωβρίου 2026. Το άρθρο γνώμης αποτελεί πρωτότυπη σύνθεση και αξιολόγηση των θέσεων του κειμένου· οι ευρύτερες προεκτάσεις και οι αναφορές στην Ελλάδα διατυπώνονται ως αναλυτικά συμπεράσματα.
Συντακτική σημείωση & πολιτική AI: Κάθε δημοσιευμένο άρθρο στο mywaypress.gr αποτελεί προϊόν ουσιαστικού συντακτικού ελέγχου και ανθρώπινης επιμέλειας, η οποία φέρει την αποκλειστική συντακτική ευθύνη του περιεχομένου (EU AI Act, Art. 50.4). Τηρούμε πλήρως τους κανόνες διαφάνειας και τις εκάστοτε οδηγίες των Εθνικών Αρχών Εποπτείας της Αγοράς.
Φωτογραφία / Εικονογράφηση: Δημιουργήθηκε με χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης (AI Generated Image).
Ανάλυση και σύνθεση: mywaypress.gr
© 2026 mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει




