ΙΟΒΕ: «Όσοι σχεδιάζουν ή/και ασκούν οικονομική πολιτική δεν πρέπει να παραγκωνίζουν τον αρνητικό αντίκτυπο των επανειλημμένων αποκλίσεων, αλλαγών, καθυστερήσεων στις προσδοκίες των οικονομικών μονάδων. Oι πλευρές που τις προξενούν, εντός και εκτός μιας χώρας, φέρουν στο βαθμό που τους αναλογεί μερίδιο ευθύνης για την επακόλουθη ισχυρή διατάραξη του οικονομικού περιβάλλοντος»
• «Σε αυτή τη θέση βρίσκεται σήμερα σε μεγάλο βαθμό η ελληνική οικονομία, με τις προοπτικές ανάκαμψής της να έχουν πληγεί όχι μόνο από το άμεσο αποτέλεσμα της λήψης ισχυρών δημοσιονομικών μέτρων στην περίοδο 2010-2012, αλλά και από την επιφυλακτικότητα που δημιουργούν, πρώτον, η ασυνέπεια ως προς την αποτελεσματικότητά τους, με αποτέλεσμα να απαιτούνται συνεχώς πρόσθετες δημοσιονομικές παρεμβάσεις και δεύτερον, οι πολύ μεγάλες καθυστερήσεις στην πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην οικονομία και αλλαγών στη λειτουργία του κράτους»
• «Συνολικά στην τριετία 2010-2012 έχουν ληφθεί δημοσιονομικά μέτρα προϋπολογιζόμενης απόδοσης €49 δισ. σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό του 2013. Ο περιορισμός του ελλείμματος της Γενικής Κυβέρνησης που θα επιτευχθεί με αυτά, βάσει του εκτιμώμενου ελλείμματος για το 2012 στον Προϋπολογισμό του 2013, φθάνει περίπου τα €23,3 δισεκ.»
«Τέτοια σωρευτική συρρίκνωση προϊόντος, απώλεια και καταστροφή θέσεων εργασίας και άνοδος της ανεργίας δεν συνέβη σε καμία χώρα της Ε.Ε. (ούτε καν στη Λετονία), ούτε βέβαια στις Ην. Πολιτείες κατά την διάρκεια της πρόσφατης κρίσης»
• «Για τον περιορισμό της ανεργίας είναι αναγκαίο η οικονομία να ανακάμψει, όμως αυτό δεν θα είναι επαρκές διότι μόνο η κυκλική συνιστώσα της ανεργίας θα απορροφηθεί. Η σημαντική διαρθρωτική συνιστώσα θέλει και άλλες πολιτικές.»
• «H δ’ προγραμματική περίοδος (2007-2013) πλησιάζει στο τέλος της, επομένως επείγει πλέον η απορρόφηση των διατιθέμενων κοινοτικών χρηματοδοτικών πόρων»
Εξελίξεις στην αγορά εργασίας και η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας
«Σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες διαθέσιμες εκτιμήσεις και προβλέψεις, στο διάστημα 2008-2012 το ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας υποχώρησε σωρευτικά κατά 22%, στο ίδιο διάστημα η απασχόληση υποχώρησε 15,8% ενώ το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε κατά 16 εκατοστιαίες μονάδες, προσεγγίζοντας σε μέσα επίπεδα για ολόκληρο το 2012 το 23,5% του εργατικού δυναμικού από 7,5% το 2008.
Τέτοια σωρευτική συρρίκνωση προϊόντος, απώλεια και καταστροφή θέσεων εργασίας και άνοδος της ανεργίας δεν συνέβη σε καμία χώρα της Ε.Ε. (ούτε καν στη Λετονία), ούτε βέβαια στις Ην. Πολιτείες κατά την διάρκεια της πρόσφατης κρίσης.
Η δημοσιονομική προσαρμογή και η ταυτόχρονη προσπάθεια εξισορρόπησης του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών με ανάκτηση ανταγωνιστικότητας, είχε ισχυρές υφεσιακές επιπτώσεις, πολύ μεγαλύτερες από ότι αρχικά αναμενόταν.
Οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές που χρησιμοποιήθηκαν στις προβλέψεις από την τριμερή ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ είχαν σαφώς υποεκτιμηθεί.
Το ΙΟΒΕ είχε επισημάνει έγκαιρα ότι ο συνδυασμός περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής και πολιτικής εσωτερικής υποτίμησης, σε μια οικονομία όπως η ελληνική που ανήκει σε νομισματική ένωση, είναι ιδιαίτερα επώδυνος για τη δραστηριότητα και την απασχόληση.
Είχε επίσης επισημάνει ότι, η δημοσιονομική πολιτική επιβαρύνει ιδιαίτερα τη δραστηριότητα και κάνει ακόμη δυσχερέστερη τη μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ όταν ο ιδιωτικός τομέας βρίσκεται σε φάση απομόχλευσης και οι οικονομικές μονάδες αντιμετωπίζουν σημαντικούς περιορισμούς ρευστότητας, με αποτέλεσμα η δαπάνη να στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά από το τρέχον εισόδημα που εκ των πραγμάτων είναι δραστικά περιορισμένο.
Ωστόσο, όπως ήδη αναφέρθηκε το ΙΟΒΕ εκφράζει συγκρατημένη αισιοδοξία ως προς τις βραχυχρόνιες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας προβλέποντας ότι οι τριμηνιαίοι ρυθμοί μεταβολής του ΑΕΠ θα εισέλθουν σε θετική περιοχή από το τέλος του 2013 ή στις αρχές του 2014.
Όμως, αν ως προς την μελλοντική εξέλιξη του ΑΕΠ υπάρχει αισιοδοξία, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την απασχόληση και την ανεργία.
Στη συνέχεια εστιάζουμε στην εξέταση της επίδρασης της ύφεσης στη δυναμική της αγοράς εργασίας.
Επιπλέον, γίνεται ένας γενικότερος σχολιασμός που συνδέεται με την αποτελεσματικότητα της ακολουθούμενης πολιτικής εσωτερικής υποτίμησης και τη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Η ύφεση άλλαξε τη δυναμική της αγοράς εργασίας
Στην περίοδο 2008-2012 η απασχόληση φαίνεται να αντέδρασε στη δραστηριότητα με μια ελαστικότητα που υπολείπεται της μονάδας και που άμεσα εκτιμάται γύρω στο 0,7%.
Με βάση τα διεθνή πρότυπα και την εμπειρία άλλων ανεπτυγμένων οικονομιών, οι ελληνικοί ρυθμοί μεταβολής της απασχόλησης φαίνονται να βρίσκονται σε συνέπεια με τους ρυθμούς μεταβολής του προϊόντος.
Ωστόσο, στην Ελλάδα μέχρι πρόσφατα, η απασχόληση αντιδρούσε με βραδύτητα στις μεταβολές του προϊόντος και η ελαστικότητα ήταν γενικά πολύ χαμηλή.
Συγκρίνοντας τις μεταβολές της συνολικής απασχόλησης με το ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ με βάση τα ετήσια εθνικολογιστικά στοιχεία, παρατηρείται μια συνεχής αύξηση της ελαστικότητας της απασχόλησης στα χρόνια της κρίσης: από 0,2% το 2009 σε 1,3% το 2012.
Το φαινόμενο είναι ακόμη πιο έντονο όταν εξετάζεται η σχέση εξαρτημένης εργασίας προϊόντος και ειδικότερα όταν η ανάλυση αφορά στους μισθωτούς του λεγομένου επιχειρηματικού τομέα.
Οι οριακές απώλειες θέσεων εργασίας στο Δημόσιο, επηρεάζουν τις σχετικές εκτιμήσεις για αυτές τις κατηγορίες των εργαζομένων που σήκωσαν και όλο το βάρος της ανεργίας.
Προκειμένου να έχουμε μια καλύτερη αίσθηση των ζητημάτων αυτών, εκτιμήθηκε με απλή παλινδρόμηση η σχέση μεταξύ ετήσιου ρυθμού μεταβολής της συνολικής απασχόλησης και ετήσιου ρυθμού μεταβολής του ΑΕΠ σε τριμηνιαία στοιχεία που καλύπτουν την περίοδο α΄ τρίμηνο 2001 έως γ΄ τρίμηνο 2012.
Η ελαστικότητα για όλη την περίοδο υπολογίστηκε ότι είναι 0,58%.
Ωστόσο, η κυλιόμενη παλινδρόμηση της απασχόλησης στο προϊόν δίνει μια ελαστικότητα 0,13 όταν η περίοδος τερματίζεται στο α΄ τρίμηνο του 2009, που ακολούθως αυξάνεται σταδιακά στο 0,58% με την κλιμακωτή επέκταση της περιόδου εκτίμησης έως το γ΄ τρίμηνο του 2012.
Στη συνέχεια η δυναμική της ανεργίας στη διάρκεια της τρέχουσας μεγάλης ύφεσης και η εξέταση των παραγόντων που την επηρεάζουν γίνεται μέσα στο πλαίσιο του λεγόμενου ‘νόμου του Okun’.
Ο νόμος του Okun συνδέει τη μεταβολή του ποσοστού ανεργίας με την απόκλιση του ρυθμού μεταβολής του ΑΕΠ από τον δυνητικό ρυθμό ανόδου του.
Στην πιο συνηθισμένη εκδοχή του, όπως αυτή παρουσιάζεται στα εγχειρίδια μακροοικονομικής, συνδέει τη μεταβολή της ανεργίας με τη μεταβολή του προϊόντος και ορίζει ότι για να μειωθεί η ανεργία κατά μια εκατοστιαία μονάδα απαιτείται αύξηση του ΑΕΠ κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες.
Με άλλα λόγια Δ u = a + b*ΔΥ με b ≈ -0,5 και ισχύ κυρίως για τις ΗΠΑ, Ην. Βασίλειο κ.α. ανεπτυγμένες οικονομίες.
Για την Ελλάδα η τιμή του b για μια σχετικά μακρά περίοδο (1960-2000) είχε εκτιμηθεί σε -0,2 έως -0,3 πράγμα που σημαίνει ότι απαιτείται άνοδος του ΑΕΠ κατά 4-5 ποσοστιαίες μονάδες για μια μονάδα μείωσης της ανεργίας.
Ο νόμος του Οkun εκτιμήθηκε εκ νέου σε τριμηνιαία στοιχεία για την περίοδο α΄ τρίμηνο 2001 έως γ’ τρίμηνο 2012 και το b πήρε την τιμή -0,43.
Επιπλέον, σε μια κυλιόμενη εκτίμηση του νόμου του Okun, το b από την αρχή της περιόδου εκτίμησης μέχρι το α΄ τρίμηνο του 2009 ήταν μόλις -0,1 για να καταλήξει με τη σταδιακή επέκτασή της μέχρι το γ΄ τρίμηνο του 2012 στο -0,43.
Φαινόμενα υστέρησης στην αγορά εργασίας
Η πρώτη διαπίστωση από τις εκτιμήσεις που εκτέθηκαν είναι ότι, κάποιες εμπειρικές κανονικότητες που ίσχυαν μέχρι τώρα μεταξύ των μεταβολών της απασχόλησης της ανεργίας και του ΑΕΠ, έχουν παύσει να ισχύουν στην περίοδο της ύφεσης.
Η απασχόληση αντιδρά σαφώς εντονότερα από την προ-κρίσης εποχή.
Αν δε ο νόμος του Okun είχε χρησιμοποιηθεί για να προβλέψει την ανεργία στη διάρκεια της κρίσης θα είχε αποτύχει πλήρως.
Η προβλεπτική αποτυχία του νόμου εγείρει μια σειρά ερωτημάτων: Ο νόμος του Okun κατέρρευσε κατά την διάρκεια της κρίσης; Αν η οικονομία ανακάμψει, αυτή η ανάκαμψη θα είναι επαρκής για να επαναφέρει την ανεργία σε λογικά επίπεδα; Γιατί η απασχόληση αντιδρά τόσο πολύ στις μεταβολές του προϊόντος; Τι άλλαξε τόσο πολύ στην ελληνική αγορά εργασίας που μοιάζει πλέον με τις πολύ εύκαμπτες αγορές εργασίας των ανεπτυγμένων οικονομιών.
Διάφορα επιχειρήματα μπορούν να προταθούν που δίνουν μια μερική απάντηση στα ερωτήματα που τέθηκαν, όπως: Διακοπή της νόμιμης οικονομικής δραστηριότητας και υιοθέτηση άτυπων μορφών απασχόλησης. Διακοπή εργασίας λόγω απογοήτευσης από την παρατεταμένη ύφεση. Αναντιστοιχία ζητουμένων θέσεων εργασίας και καταλληλότητας εργαζομένων. Και τέλος επίδραση σε κάποιο βαθμό από τις σε εξέλιξη διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας.
Εκείνο όμως που προβληματίζει περισσότερο είναι ότι η ίδια η τρέχουσα ανεργία φαίνεται να έχει αρχίσει να επηρεάζει κατά μόνιμο τρόπο το διαρθρωτικό τμήμα της ανεργίας, ένα φαινόμενο γνωστό ως υστέρηση.
Η υστέρηση αποτελεί μια υπόθεση που είχε προταθεί από τους Blanchard και Summers (Hysteresis in Unemployment, NBER WP 2035, 1986) κατά την δεκαετία του ’80 για την ερμηνεία της Ευρωπαϊκής ανεργίας.
Πιστεύουμε ότι φαινόμενα υστέρησης χαρακτηρίζουν σήμερα στην ελληνική αγορά εργασίας και ο επηρεασμός γίνεται μέσου του διαύλου των μακροχρόνιων ανέργων.
Οι μακροχρόνια άνεργοι σημείωσαν δραματική άνοδο στην Ελλάδα το 2012 και καλύπτουν πλέον το μισό του συνόλου των ανέργων.
Οι άνθρωποι αυτοί με τον καιρό ψάχνουν όλο και λιγότερο για δουλειά, αλλά και η ζήτηση από τις επιχειρήσεις για την προσφερόμενη εργασία τους περιορίζεται.
Το τελικό αποτέλεσμα είναι να αποκόπτονται σταδιακά από την αγορά εργασίας, η πίεση που ασκούν στην αγορά να εξασθενεί και βέβαια περνούν από την κυκλική στη διαρθρωτική ανεργία.
Για τον περιορισμό της ανεργίας είναι αναγκαίο η οικονομία να ανακάμψει, όμως αυτό δεν θα είναι επαρκές διότι μόνο η κυκλική συνιστώσα της ανεργίας θα απορροφηθεί.
Η σημαντική διαρθρωτική συνιστώσα θέλει και άλλες πολιτικές.
Το πρόβλημα της ανεργίας θα λυθεί σε πολλές διαστάσεις, οι διαρθρωτικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις που προωθούνται από την κυβέρνηση αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας, όμως θα πάρει χρόνο.
Βελτιώθηκε πράγματι τόσο πολύ η ανταγωνιστικότητα με βάση το κόστος εργασίας;
Οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας που περιγράφηκαν και ειδικότερα η ταχύτερη υποχώρηση της απασχόλησης από το ρυθμό συρρίκνωσης του ΑΕΠ, οδήγησαν σε ορισμένες εκτιμήσεις και αξιολογήσεις για την πρόοδο στην ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και κατ’ επέκταση της αποτελεσματικότητας της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης.
Επικρατεί η αντίληψη η οποία προβάλλεται και στην πρόσφατη ενδιάμεση έκθεση για τη νομισματική πολιτική της Τράπεζας της Ελλάδος καθώς και από την πρώτη επισκόπηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το δεύτερο πρόγραμμα προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας ό,τι η ανταγωνιστικότητα με βάση το σχετικό κόστος εργασίας που είχε απολεσθεί κατά την περίοδο 2001-2009 έχει πλέον ανακτηθεί σε μεγάλη έκταση, προβλέπεται δε ότι εντός του 2013 θα έχει πλήρως ανακτηθεί.
Στις ίδιες εκθέσεις, αλλά συχνά και στο δημόσιο διάλογο, τονίζεται ότι ο ‘μνημονιακός’ στόχος για μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος κατά 15% στην τριετία 2012-2014 είναι πλέον απόλυτα επιτεύξιμος και πιθανότατα το τελικό αποτέλεσμα θα υπερβεί τον αρχικό στόχο.
Πιστεύουμε ότι πράγματι η ανταγωνιστικότητα με βάση το κόστος εργασίας έχει βελτιωθεί ικανοποιητικά και ένα τμήμα των απωλειών της προηγούμενης περιόδου έχει ανακτηθεί.
Ωστόσο, κρίνουμε ότι οι εκτιμήσεις αυτές είναι υπερβολικές και βασίζονται σε μια μηχανιστική εφαρμογή των σχετικών υπολογισμών που αλλοιώνουν τις υπορρέουσες πραγματικές εξελίξεις.
Οι βραχυχρόνιες κυκλικές διακυμάνσεις του λόγου προϊόντος-απασχόλησης, γνωστού ως φαινομενική παραγωγικότητα, δεν αντανακλούν τόσο την επίδραση της τεχνολογικής προόδου και της εισαγωγής καινοτομιών στην παραγωγική διαδικασία.
Η παραγωγικότητα στη βραχυχρόνια περίοδο είναι περισσότερο ένα μέγεθος που καταγράφει την ατελή αντίδραση της απασχόλησης στις μεταβολές της ζήτησης, παρά τις μεσοπρόθεσμες επιδράσεις των τεχνικών μεταβολών στην παραγωγή.
Στην πρόσφατη περίοδο η απασχόληση αντέδρασε υπερβολικά στις μεταβολές της ζήτησης, με αποτέλεσμα να σημειωθεί άνοδος της παραγωγικότητας που με τη σειρά της οδήγησε σε μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας και βελτίωση της ανταγωνιστικότητας με βάση το κόστος εργασίας.
Η ανταγωνιστικότητα με βάση το κόστος εργασίας πράγματι βελτιώθηκε όμως, αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στη μεγάλη μείωση του ονομαστικού μισθού.
Το τμήμα της βελτίωσης που αποδίδεται στην άνοδο της παραγωγικότητας πρέπει να αξιολογείται και να συνεκτιμάται αφαιρετικά στο τελικό αποτέλεσμα, ώστε να έχουμε την πραγματική εικόνα των εξελίξεων.
Επιπλέον, η πρόοδος στην ανταγωνιστικότητα με βάση τις σχετικές τιμές, που είναι και σημαντικότερη για την επίτευξη του τελικού στόχου, τη μόνιμη εξισορρόπηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, είναι πολύ πιο περιορισμένη και γενικώς δεν αποτελεί αντικείμενο συζήτησης.
Η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης προχωρά, με βραδύτητα όμως.
Η βελτίωση στο ισοζύγιο πληρωμών είναι αποτέλεσμα σχεδόν αποκλειστικά του περιορισμού της τελικής ζήτησης και όχι των σχετικών τιμών.
Ο απαραίτητος επαναπροσανατολισμός της εγχώριας ζήτησης στα εγχωρίως παραγόμενα και η μεταφορά πόρων στους τομείς των διεθνώς εμπορευσίμων δεν έχει ακόμη επιτευχθεί.
Όμως ο αρνητικός πληθωρισμός το 2012 με βάση τον αποπληθωριστή του ΑΕΠ και η πτώση των τιμών στις υπηρεσίες αποτελούν τα πρώτα ενθαρρυντικά σημάδια για την τελική επιτυχία.
Μεσοπρόθεσμες προοπτικές
Οι εξελίξεις στην Ελλάδα κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2012 σηματοδοτούνται, για ακόμα ένα τρίμηνο, από διαπραγματεύσεις, διαβουλεύσεις και εξελίξεις επί των δημοσιονομικών ζητημάτων της χώρας.
Πιο συγκεκριμένα από:
α) τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων με την τρόικα που ξεκίνησαν τον Ιούλιο για την οριστικοποίηση των δημοσιονομικών μέτρων / διαρθρωτικών αλλαγών της διετίας 2013-2014 και την επέκταση της περιόδου δημοσιονομικής προσαρμογής στη διετία 2015-2016,
β) την επακόλουθη ψήφιση του προϋπολογισμού του 2013 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016,
γ) τις διαβουλεύσεις μεταξύ Ευρωζώνης και ΔΝΤ για τους όρους χορήγησης της επόμενης δόσης του δανείου στην Ελλάδα, οι οποίες οδήγησαν στην απόφαση του Eurogroup της 26ης Νοεμβρίου και εν συνεχεία
δ) την υλοποίησή της ως προς το σκέλος της επαναγοράς ομολόγων από το ελληνικό κράτος και κατόπιν την έγκριση χορήγησης του μέρους του πρώτου τμήματος της δόσης του δανείου που αντιστοιχεί στην Ευρωζώνη (EFSF).
Με τις παραπάνω διεργασίες και διαδικασίες ολοκληρώθηκε ακόμα ένα έτος με πολλά γεγονότα και εξελίξεις, εγχωρίως και διεθνώς, με επίκεντρο τα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας: το 2012 ξεκίνησε με τις διαπραγματεύσεις για το δεύτερο Μνημόνιο, που περιλάμβανε κατά κύριο λόγο τη νέα δανειακή σύμβαση και τα πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα για το 2012, καθώς και για την απομείωση της αξίας των ελληνικών ομολόγων που διακρατούνταν από επενδυτές εκτός του επίσημου τομέα της παγκόσμιας οικονομίας (πρόγραμμα PSI).
Η ολοκλήρωσή τους περίπου στα μέσα Φεβρουαρίου και η έγκριση του δεύτερου Μνημονίου από το ελληνικό Κοινοβούλιο έκαμψαν σε κάποιο βαθμό την επιφυλακτικότητα για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.
Ωστόσο, η ευόδωση των σχετικών ενεργειών και των στρατηγικών που είχαν αποφασιστεί εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από το αποτέλεσμα της διαδικασίας ανταλλαγής των παλαιών ελληνικών ομολόγων με καινούργια και με τίτλους του EFSF, που ξεκίνησε αμέσως μετά και περατώθηκε στα τέλη Μαρτίου, προξενώντας σε αυτό το χρονικό διάστημα ανησυχία γύρω από την έκβασή της.
Επιπλέον, τα δημοσιονομικά μέτρα για το δεύτερο Μνημόνιο προκάλεσαν, πέραν των κοινωνικών αντιδράσεων, έντονες αντιθέσεις μεταξύ των τριών κομμάτων που συγκροτούσαν τον κυβερνητικό σχηματισμό που δημιουργήθηκε τον Νοέμβριο του 2011, οι οποίες κατέληξαν στην αποχώρηση ενός εξ’ αυτών από την κυβέρνηση.
Σε αυτό το τεταμένο, όχι ευσταθές πολιτικοκοινωνικό περιβάλλον, προκηρύχτηκαν μετά την ολοκλήρωση της ανταλλαγής των ελληνικών ομολόγων βουλευτικές εκλογές, κλιμακώνοντας εκ νέου την αβεβαιότητα για την οικονομική πολιτική που θα ακολουθούσε η χώρα και τις προοπτικές της.
Η αδυναμία συγκρότησης κυβέρνησης στις εκλογές της 6ης Μαϊου, όπως εν πολλοίς αναμενόταν από τα στοιχεία των δημοσκοπήσεων, κορύφωσε αυτή την ανησυχία μέχρι την επόμενη εκλογική αναμέτρηση της 17ης Ιουνίου.
Ο μετέπειτα σχηματισμός τρικομματικής κυβέρνησης με μακροπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα και κεντρική πολιτική στρατηγική την τήρηση των συμφωνιών με τους ευρωπαίους εταίρους και τους επίσημους δανειστές της χώρας, καθώς και τη συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής, επέφερε εξασθένιση της προεκλογικής αβεβαιότητας.
Ωστόσο, η έλλειψη εμπειρίας κυβερνητικών συνεργασιών μεταξύ κομμάτων στην Ελλάδα σε καλύτερες οικονομικά και κοινωνικά περιόδους για τη χώρα κατά τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά και νοοτροπίας κυβερνητικών συμπράξεων από την πλευρά των κομμάτων, οδήγησαν σε στάση αναμονής απέναντι στα πεπραγμένα στη νέας κυβέρνησης, ιδίως από το διεθνές πολιτικοικονομικό περιβάλλον, γεγονός που αποτυπώθηκε στις -συχνά αντιφατικές μεταξύ τους- δηλώσεις ξένων αξιωματούχων και ειδικών για το ελληνικό ζήτημα.
Η επιφυλακτικότητα για τη συνοχή και τη λειτουργικότητα του νέου κυβερνητικού σχήματος άρχισε να εντείνεται καθώς η διάρκεια των διαπραγματεύσεων με την τρόικα ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ για τα δημοσιονομικά μέτρα της διετίας 2013-2014 μεγάλωνε, εξαιτίας διχογνωμιών μεταξύ των κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση για το μείγμα των μέτρων που πρέπει να ληφθούν, αλλά και μεταβολών του περιεχομένου των διαπραγματεύσεων από την πλευρά της τρόικα, πχ. με διεύρυνση των περιοχών στις οποίες απαιτούνται παρεμβάσεις (εργασιακά ζητήματα ιδιωτικού τομέα τον Σεπτέμβριο).
Βεβαίως, όπως είχε επισημανθεί στην προηγούμενη τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ, η συγκρότηση συγκυβέρνησης, ιδιαίτερα σε μια χώρα χωρίς παρόμοιο προηγούμενο στο πρόσφατο παρελθόν, επιφέρει εκτεταμένες αλλαγές στα κόμματα που τη συγκροτούν και στον τρόπο άσκησης της εκτελεστικής εξουσίας, οι οποίες δεν ήταν εύκολο να αφομοιωθούν / ολοκληρωθούν στο περιορισμένο χρονικό περιθώριο που υπήρχε από τις εκλογές της 17ης Ιουνίου έως την εκκίνηση των διαπραγματεύσεων με την τρόικα.
Καθώς δεν υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες για την προοδευτική, ακώλυτη ολοκλήρωσή τους, εμφανίστηκαν αρνητικές επενέργειες, όπως οι παρατεταμένες διαπραγματεύσεις μεταξύ των κομμάτων που συμμετέχουν στην κυβέρνηση για τον προσδιορισμό των δημοσιονομικών μέτρων.
Τούτων δεδομένων, οι διαβουλεύσεις με την τρόικα ήταν πολύμηνες και ολοκληρώθηκαν στα μέσα του τελευταίου τριμήνου του 2012, όπως αναφέρθηκε στην αρχή, διατηρώντας, για ακόμα μια φορά στη διάρκεια του 2012, σε υψηλά επίπεδα τη δυσπιστία διεθνώς για τη δυνατότητα της Ελλάδας να συνεχίσει και να ολοκληρώσει τη δημοσιονομική της εξυγίανση, αλλά και την ανησυχία εντός των συνόρων για το μέλλον της χώρας και για τις επιπτώσεις των μέτρων που θα επιβληθούν.
Οι αμφιβολίες για την εξεύρεση βιώσιμης λύσης για τα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας και ο αντίκτυπός τους συντηρήθηκαν σχεδόν μέχρι το τέλος του έτους λόγω:
α) των διαφορών στις εκτιμήσεις ΕΕ και ΔΝΤ ως προς τις παρεμβάσεις που θα καταστήσουν το ελληνικό χρέος βιώσιμο, οι οποίες γεφυρώθηκαν, τουλάχιστον προς το παρόν, με την απόφαση της 26ης Νοεμβρίου και
β) της διαδικασίας άμεσης επαναγοράς ομολόγων από την ελληνική κυβέρνηση που περιλαμβανόταν σε αυτές, με υψηλή σημασία για τον περιορισμό του ελληνικού χρέους, της οποίας το αποτέλεσμα δεν ήταν προδιαγεγραμμένο.
Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι καθ’ όλο το 2012, εξαιτίας των εκτεταμένων διαπραγματεύσεων των ελληνικών κυβερνήσεων με την τρόικα, των ακόλουθων διαδικασιών και διεργασιών σε διεθνές επίπεδο για τη βιωσιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους, αλλά και λόγω των δύο εκλογικών αναμετρήσεων και της παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου που ουσιαστικά ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2011, εξέλειπαν οι προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν τη σχετική εξομάλυνση και τη βελτίωση του οικονομικού περιβάλλοντος στην Ελλάδα.
Βασικά χαρακτηριστικά του, όπως η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, από την οποία συναρτάται σε μεγάλο βαθμό η λειτουργία βασικών δομών και του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, η κυβερνητική σταθερότητα, το φορολογικό σύστημα φυσικών και νομικών πρόσωπων, η εισοδηματική πολιτική του κράτους (δημόσιος τομέας-συνταξιούχοι), οι εργασιακές σχέσεις στον ιδιωτικό τομέα, το συνταξιοδοτικό σύστημα, ακόμα και η νομισματική στα σταθερότητα, παρέμειναν εν αμφιβόλω για μεγάλα χρονικά διαστήματα του 2012, ορισμένα εξ’ αυτών στο μεγαλύτερο μέρος της διάρκειάς του.
Παράλληλα, οι παραπάνω παράγοντες δεν επέτρεψαν την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων οι οποίες περιλαμβάνονταν σε επικαιροποιήσεις του προηγούμενου Μνημονίου, όπως επίσης και στο δεύτερο Μνημόνιο, την εφαρμογή νόμων και αποφάσεων για την υποστήριξη της επιχειρηματικότητας, που αφορούν στο ευρύτερο κανονιστικό πλαίσιο που τη διέπει.
Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα των παραπάνω αναφέρονται η ολοκλήρωση των 12 περιφερειακών χωροταξικών σχεδίων, η οποία είχε προγραμματιστεί στο δεύτερο Μνημόνιο να ολοκληρωθεί στο τέταρτο τρίμηνο του 2012, και ο νόμος για την επιχειρηματικά φιλική Ελλάδα (Ν. 4072/2012).
Για την καλυτέρευση του οικονομικού κλίματος σε οποιαδήποτε χώρα ευνόητα χρειάζονται η σταθερότητα της πλειονότητας των παραπάνω παραμέτρων του και, εφόσον υπάρχουν περιθώρια πραγματοποίησης βοηθητικών διαρθρωτικών αλλαγών και βελτιωτικών κινήσεων, ο μέσο-μακροπρόθεσμος σχεδιασμός για την πραγματοποίησή τους, η πληροφόρηση όλων των ενδιαφερόμενων σχετικά με αυτόν και η πιστή εφαρμογή του.
Επομένως, αυτός πρέπει να είναι ο βασικός στόχος της δημοσιονομικής και της μεταρρυθμιστικής στρατηγικής στα προσεχή χρόνια στην Ελλάδα, αφού τα δημοσιονομικά μέτρα των ετών 2013-2014 έχουν πλέον αποφασιστεί και στην επικαιροποίηση του δεύτερου Μνημονίου υπάρχει, όπως και στα προηγούμενα, χρονοδιάγραμμα μεταρρυθμίσεων.
Στην περίπτωση που θα σημειωθούν αποκλίσεις από τα παραπάνω ή εκ των υστέρων τροποποιήσεις, οι προσδοκίες των συμμετεχόντων στην οικονομική δραστηριότητα (νοικοκυριά, επιχειρήσεις) θα κλονιστούν.
Εάν οι αποκλίσεις ή οι μεταβολές είναι εκτεταμένες, κυρίως ως προς την υλοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών αλλά και ως προς την έκταση των χρειαζούμενων δημοσιονομικών μέτρων, όπως συνέβη στη χώρα μας τα προηγούμενα χρόνια και το 2012 με τις συνεχείς διαπραγματεύσεις, τη μετρολογία και τον εκλογικό κύκλο, τότε χάνεται σημαντικό μέρος της εμπιστοσύνης στην ακολουθούμενη δημοσιονομική και μεταρρυθμιστική πολιτική.
Τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, πέραν των όποιων ζημιών υφίστανται από αυτές τις ανατροπές, διακατέχονται σταδιακά από δυσπιστία, που εξελίσσεται σε έναν από τους πλέον ανασχετικούς παράγοντες της διεύρυνσης της οικονομικής δραστηριότητας, ακόμα και εάν σε πολλές εκ των παραμέτρων του οικονομικού περιβάλλοντος που προαναφέρθηκαν επιτευχθεί ουσιαστική βελτίωση.
Όσοι σχεδιάζουν ή/και ασκούν οικονομική πολιτική δεν πρέπει να παραγκωνίζουν τον αρνητικό αντίκτυπο των επανειλημμένων αποκλίσεων, αλλαγών, καθυστερήσεων στις προσδοκίες των οικονομικών μονάδων.
Βεβαίως, οι πλευρές που τις προξενούν, εντός και εκτός μιας χώρας, φέρουν στο βαθμό που τους αναλογεί μερίδιο ευθύνης για την επακόλουθη ισχυρή διατάραξη του οικονομικού περιβάλλοντος.
Σε αυτή τη θέση βρίσκεται σήμερα σε μεγάλο βαθμό η ελληνική οικονομία, με τις προοπτικές ανάκαμψής της να έχουν πληγεί όχι μόνο από το άμεσο αποτέλεσμα της λήψης ισχυρών δημοσιονομικών μέτρων στην περίοδο 2010-2012, αλλά και από την επιφυλακτικότητα που δημιουργούν, πρώτον, η ασυνέπεια ως προς την αποτελεσματικότητά τους, με αποτέλεσμα να απαιτούνται συνεχώς πρόσθετες δημοσιονομικές παρεμβάσεις ( βλέπε INFO ) και δεύτερον, οι πολύ μεγάλες καθυστερήσεις στην πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην οικονομία και αλλαγών στη λειτουργία του κράτους.
→ ΙΝFO: Συνολικά στην τριετία 2010-2012 έχουν ληφθεί δημοσιονομικά μέτρα προϋπολογιζόμενης απόδοσης €49 δισεκ., σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό του 2013. Ο περιορισμός του ελλείμματος της Γενικής Κυβέρνησης που θα επιτευχθεί με αυτά, βάσει του εκτιμώμενου ελλείμματος για το 2012 στον Προϋπολογισμό του 2013, φθάνει περίπου τα €23,3 δισεκ..
Στην ύπαρξη και επίδραση της δυσπιστίας για την οικονομική και μεταρρυθμιστική πολιτική στο οικονομικό κλίμα και στην οικονομική δραστηριότητα, και όχι μόνο της απαισιοδοξίας, μπορεί να αποδοθεί εν μέρει και η πορεία του σχετικού δείκτη της Ευρ. Επιτροπής, ο οποίος εκτιμάται για την Ελλάδα από το ΙΟΒΕ:
καθ΄όλη τη διάρκεια του 2012, ο δείκτης παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, σαφώς υψηλότερα πάντως της μικρότερης διαχρονικά τιμής του, αλλά εμφανίζει περιορισμένη διακύμανση, χωρίς απότομες αυξομειώσεις, παρά τη λήψη εκτεταμένων μέτρων τον Φεβρουάριο και τον Νοέμβριο και την ισχυρή προεκλογική αβεβαιότητα.
Μάλιστα, τον Νοέμβριο βρέθηκε στο υψηλότερο επίπεδό του των τελευταίων 20 μηνών.
Η ήπια διακύμανσή του, έστω σε χαμηλές τιμές, παρά τις περιοριστικές πιέσεις καταστάσεων και γεγονότων που θα μπορούσαν να προξενήσουν μια πτωτική τάση, μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτυπώνει, πέρα από την υπάρχουσα απαισιοδοξία, τη διαρκή στάση αναμονής για τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων και των εξελίξεων και την προσδοκία ότι, ξεπερνώντας τις όποιες επιπλοκές που παρουσιάζονται σε διαπραγματεύσεις, ορισμένα χαρακτηριστικά του οικονομικού περιβάλλοντος θα σταθεροποιηθούν μέσα από αυτές ή θα είναι γνωστή η εξέλιξή τους, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα, τα επόμενα 2 με 3 χρόνια.
Ακολούθως, θα είναι εφικτή η πραγματοποίηση σχεδίων και η λήψη αποφάσεων για αυτό το χρονικό διάστημα, σε ατομικό επίπεδο, σε οικογενειακό, για την επιχείρηση.
Ωστόσο, η ύπαρξη εστιών αβεβαιότητας καθ’ όλο το 2012, κυρίως από την πλευρά των διαπραγματεύσεων, αποτέλεσε πρόσκομμα στην οριστικοποίηση αυτών των χαρακτηριστικών, γεγονός που θα επέτρεπε πιθανότατα και τη μερική ανάσχεση του δυσμενούς οικονομικού κλίματος.
Η μικτή εικόνα που προκύπτει για την οικονομική δραστηριότητα από τις τάσεις σε βασικές συνιστώσες της σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία, καθώς παρουσιάζεται σταθεροποίηση / εξασθένιση της υποχώρησης ή και μεταστροφή της σε άνοδο σε ορισμένες εξ’ αυτών, αλλά και διεύρυνση της ύφεσης σε άλλες, αντικατοπτρίζει την αβεβαιότητα, ενδεχομένως το σημείο καμπής στο οποίο φαίνεται να βρίσκονται η ελληνική οικονομία και κοινωνία.
Πιο συγκεκριμένα, η βιομηχανική παραγωγή κινήθηκε ανοδικά σε δύο μήνες του τριμήνου Αυγούστου-Οκτωβρίου 2012 το οποίο καλύπτουν τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία: αυξήθηκε, για πρώτη φορά από το 2007, κατά 2,7% τον Αύγουστο και κατά 2,0% τον Οκτώβριο.
Ορισμένες εξορυκτικές δραστηριότητες, η Παραγωγή-διανομή ηλεκτρικού ρεύματος, τα φαρμακευτικά προϊόντα και κυρίως ο κλάδος Παραγώγων πετρελαίου-άνθρακα εμφανίζουν συνεχώς άνοδο της παραγωγής τους, σποραδική αύξηση παρουσιάζουν τα Τρόφιμα, τα Βασικά Μέταλλα και τα Μη Μεταλλικά Ορυκτά, ενώ στη μεγάλη πλειονότητα των υπόλοιπων βιομηχανικών κλάδων η υποχώρηση είναι μικρότερη της αντίστοιχης περυσινής.
Στο ίδιο χρονικό διάστημα, μικρή εξασθένιση της πτώσης τους παρουσιάζουν οι νέες παραγγελίες στη βιομηχανία.
Μάλιστα, τον Οκτώβριο ενισχύθηκαν, κατά 11,9%, εξαιτίας της ισχυροποίησης της ζήτησης εκτός Ελλάδας (+21,6%), μεταστροφή που δεν μπορεί να θεωρηθεί προς το παρόν μόνιμη.
Στον αντίποδα, κλιμακώθηκε περαιτέρω η συρρίκνωση του κύκλου εργασιών στον κατασκευαστικό τομέα κατά το γ’ τρίμηνο, στην περιοχή του 36,3%.
Βασική αιτία της παραμένει το τέλμα στο οποίο βρίσκονται τα έργα πολιτικού μηχανικού (-39,6%), με τη μείωση στην έτερη βασική δραστηριότητα του τομέα, την παραγωγή οικοδομικών έργων, να διαμορφώνεται για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο στην περιοχή του 23%.
Σε ότι αφορά την πορεία της δραστηριότητας σε κλάδους των υπηρεσιών, που αντανακλούν περισσότερο τις τάσεις στην πλευρά της ζήτησης της οικονομίας, η πτώση του κύκλου εργασιών στο χονδρικό εμπόριο επιβραδύνθηκε στο 8,4% στο τρίμηνο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου του 2012, από 15,3% στο αμέσως προηγούμενο τρίμηνο και 17,4% στο αρχικό τρίμηνο του έτους.
Από την άλλη πλευρά ο δείκτης όγκου στο λιανικό εμπόριο εκτός καυσίμων-λιπαντικών, μετά την εξασθένιση της υποχώρησής του στους μήνες των θερινών εκπτώσεων Ιούλιο-Αύγουστο στο 9,0%, επανήλθε σε διψήφια ποσοστά πτώσης από το Σεπτέμβριο.
Στο σκέλος των εξελίξεων στον τουριστικό τομέα, εκ των σημαντικότερων για την ελληνική οικονομία, ο κύκλος εργασιών στις υπηρεσίες καταλύματος-εστίασης περιορίστηκε στο τρίτο τρίμηνο του 2012 σαφώς λιγότερο από ότι τα προηγούμενα, κατά 11,5%.
Από την άλλη πλευρά δεν κατέστη δυνατό να επιτευχθεί σταθεροποίησή του στα επίπεδα του προηγούμενου χρόνου, όπως είχε γίνει ένα χρόνο νωρίτερα.
Δεδομένων, πρώτον, της ήπιας κάμψης της προερχόμενης από το εξωτερικό τουριστικής κίνησης στα μεγαλύτερα αεροδρόμια της χώρας στους συγκεκριμένους μήνες (-1,0%), όπως επίσης και της οριακής ανόδου των ταξιδιωτικών εισπράξεων του ισοζυγίου πληρωμών (+0,3%), ο χαμηλότερος κύκλος τζίρος οφείλεται στην πολύ χαμηλότερη ζήτηση τουριστικών υπηρεσιών από την πλευρά των Ελλήνων.
Η γενικότερη εξασθένιση της εγχώριας καταναλωτικής ζήτησης στο τρίτο τρίμηνο του 2012, καθώς και στους επόμενους μήνες, μέχρι τα τέλη του έτους, αποτυπώνεται κατά κύριο λόγο στην εξέλιξη του πληθωρισμού.
Διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 1,3% στο τρίμηνο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου, από 2,4% στο ίδιο χρονικό διάστημα του 2011, υποχωρώντας στον τελευταίο μήνα αυτής της περιόδου κάτω από το 1,0%.
Το μέσο επίπεδό του θα ήταν χαμηλότερο εάν δεν ανερχόταν τον Αύγουστο στο 1,7%, εξαιτίας της χαμηλότερης από τους υπόλοιπους μήνες τιμής-βάσης σύγκρισης του δείκτη τιμών καταναλωτή σε αυτό το μήνα του 2011.
Η αναιμική καταναλωτική ζήτηση αντικατοπτρίζεται στην τάση του πληθωρισμού στους τελευταίους μήνες του 2012: παρότι ανήλθε τον Οκτώβριο στο 1,6%, υπό την αναμενόμενη αυξητική επίδραση της εξίσωσης του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο κίνησης και οικιακής θέρμανσης, περιορίστηκε τον αμέσως επόμενο μήνα στο 1,0%, κοντά στο επίπεδο που βρισκόταν τον Αύγουστο.
Πιέσεις στο εισόδημα και ακολούθως στις καταναλωτικές δυνατότητες του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας ασκεί και η συνεχιζόμενη ταχεία εξασθένιση της απασχόλησης.
Περιορίστηκε στο τρίτο τρίμηνο του 2012 κατά 8,3% έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2011.
Ως αποτέλεσμα, η ανεργία ανήλθε στο 24,8% του εργατικού δυναμικού, επτά εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερα από ότι ένα χρόνο πριν, αύξηση παραπλήσια με αυτή των προηγούμενων τριμήνων.
Η διαφαινόμενη από την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και τη σημαντική όξυνση ανεργίας περαιτέρω αποδυνάμωση της καταναλωτικής ζήτησης των νοικοκυριών στο δεύτερο εξάμηνο του 2012 εκτιμάται ότι αποτέλεσε σε αυτό το χρονικό διάστημα το βασικό προσδιοριστικό παράγοντα της τάσης του ΑΕΠ, δεδομένης και της ιδιαίτερα υψηλής συμβολής των καταναλωτικών δαπανών του ιδιωτικού τομέα σε αυτό (71,6% στα τρία πρώτα τρίμηνα του έτους).
Την καταναλωτική ροπή των νοικοκυριών συγκράτησε, όπως αναλύθηκε προηγουμένως, και η αβεβαιότητα για τα δημοσιονομικά μέτρα της διετίας 2013-2014, εξαιτίας του ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτών αφορούσε σε μισθούς και μεταβιβαστικές πληρωμές που καταβάλλονται από το κράτος, αλλά και σε μεταβολές στο φορολογικό σύστημα που επιδρούν στα εισοδήματα όλων των φυσικών προσώπων.
Ακολούθως, η εφαρμογή των τελικά συμφωνηθέντων μέτρων από τις αρχές του 2013 θα μειώσει περαιτέρω το διαθέσιμο εισόδημα και την αγοραστική δύναμη.
Η ευρύτερη προσπάθεια περιστολής των δημόσιων δαπανών προκειμένου έτσι να επιτευχθεί η εξισορρόπηση του πρωτογενούς ισοζυγίου της γενικής κυβέρνησης, όπως προβλέπεται στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016, θα διατηρήσει σε πτωτική τροχιά τη δημόσια κατανάλωση το νέο έτος.
Από την άλλη πλευρά, μετά την ολοκλήρωση άλλης μιας ιδιαίτερα δυσμενούς χρονιάς στο πεδίο των επενδύσεων υπό τη ρευστότητα που επικράτησε στη χώρα για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, αναμένονται διαφορετικές εξελίξεις το 2013, κατόπιν ολοκλήρωσης της ανακεφαλαίωσης των τραπεζών, ανάκτησης της πρόσβασής τους σε ρευστότητα από την ΕΚΤ και υλοποίησης του προγράμματος παραχωρήσεων / αποκρατικοποιήσεων της περιουσίας του δημόσιου τομέα.
Η περικοπή των δημοσίων δαπανών έχει επιπτώσεις και στις δημόσιες επενδύσεις
Το προγραμματισμένο ύψος των χρηματοδοτήσεων του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (Π.Δ.Ε.) για το 2013 φθάνει τα €6,85 δισεκ., όσες ακριβώς και οι προς τα κάτω αναθεωρημένες πληρωμές του για το σύνολο του 2012, σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό του 2013 (από €7,3 δισεκ. αρχικά).
Ωστόσο, συνεκτιμώντας τη σημαντική ύπο-εκτέλεση του Π.Δ.Ε. στο πρώτο ενδεκάμηνο του 2012, που δεν ξεπέρασε τα €3,6 δισεκ. (52,9% του αναθεωρημένου στόχου) και το γεγονός ότι μέσω αυτής εξισορροπούνται, όπως και στη διετία 2010-2011, αποκλίσεις στα υπόλοιπα σκέλη του Κρατικού Προϋπολογισμού, εκτιμάται ότι οι δαπάνες του το 2012 ήταν τελικά αρκετά χαμηλότερες του στόχου, ενώ υστέρηση έναντι αυτού θα σημειωθεί και το 2013, μικρότερης ωστόσο έκτασης.
H δ’ προγραμματική περίοδος (2007-2013) πλησιάζει στο τέλος της, επομένως επείγει πλέον η απορρόφηση των διατιθέμενων κοινοτικών χρηματοδοτικών πόρων
Η αύξηση των δαπανών του ΠΔΕ το 2013 σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος θα προέλθει από το ότι η δ’ προγραμματική περίοδος (2007-2013) πλησιάζει στο τέλος της, επομένως επείγει πλέον η απορρόφηση των διατιθέμενων κοινοτικών χρηματοδοτικών πόρων για αυτό το χρονικό διάστημα, όπως επίσης και από τη μεγαλύτερη αξιοποίηση της αύξησης του μεριδίου της ΕΕ στα συγχρηματοδοτούμενα έργα, η οποία, δεδομένου ότι και τα έσοδα του Π.Δ.Ε. που προέρχονται ως επί το πλείστον από τα Διαρθρωτικά Ταμεία υπολείπονταν σημαντικά των στόχων το 2012 (στο 63% στη διάρκεια του ενδεκάμηνου), κρίνεται περιορισμένης έκτασης κατά το περασμένο έτος.
Συμβολή του δημόσιου τομέα στην αναθέρμανση των επενδύσεων αναμένεται να επέλθει και από την επίτευξη επανεκκίνησης της χρηματοδότησης των έργων στους πέντε μεγάλους οδικούς άξονες.
Στις ευνοϊκές παρεμβάσεις του κράτους στο εγχώριο επενδυτικό περιβάλλον το νέο έτος περιλαμβάνεται και η δραστηριότητα του ΤΑΙΠΕΔ, καθώς όμως θα αποφέρει αποτελέσματα ως επί το πλείστον στο καταληκτικό τρίμηνό του, βάσει του σχετικού σχεδιασμού στον Προϋπολογισμό του 2013, οι θετικές επιδράσεις τους θα εκδηλωθούν από το 2014.
Tο ευρύτερο εγχώριο επενδυτικό περιβάλλον
Σε ότι αφορά το ευρύτερο εγχώριο επενδυτικό περιβάλλον, βασικός προσδιοριστικός παράγοντάς του στο τελευταίο τρίμηνο του 2012 παρέμεινε, όπως ήδη αναφέρθηκε για το σύνολο της ελληνικής οικονομίας, η αναμονή οριστικοποίησης των μέτρων για την περίοδο 2013-2014, οι οποίες αφορούσαν και ορισμένες σημαντικές παραμέτρους της επιχειρηματικότητας (φορολογικοί συντελεστές κερδών, αποζημιώσεις) και εν συνεχεία της διασφάλισης της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους και της χρηματοδότησης του ελληνικού κράτους.
Η ολοκλήρωση των σχετικών διεργασιών και ενεργειών στα μέσα Δεκεμβρίου επέτρεψε τη συνέχιση της ανακεφαλαίωσης των ελληνικών τραπεζών με το πρώτο τμήμα της επόμενης δόσης του δανείου από την πλευρά του EFSF, καθώς επίσης και την επαναποδοχή των ομολόγων του ελληνικού κράτους από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα ως εγγυήσεων για την παροχή ρευστότητας σε όποιους τα διακρατούν, με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο δανεισμού από εκείνο του Μηχανισμού Έκτακτης Ρευστότητας (ELA) της Τράπεζας της Ελλάδος ο οποίος επίσης τα αποδέχεται για τον ίδιο σκοπό (2% έναντι 4%).
Αυτές οι εξελίξεις, όπως και οι επικείμενες εξαγορές-συγχωνεύσεις στον τραπεζικό τομέα, θα διευκολύνουν την αποκατάσταση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών και τη σταδιακή ενίσχυση των δυνατοτήτων τους παροχής ρευστότητας σε επιχειρήσεις και ιδιώτες, όμως ο θετικός αντίκτυπός τους στην ελληνική οικονομία αναμένεται να γίνει αισθητός μετά τα μέσα του 2013.
Συνεπώς, στο περασμένο τρίμηνο Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου οι επενδυτικές δαπάνες παρέμειναν σε έντονα πτωτική τροχιά, που ενδεχομένως να επιβραδύνθηκε ελαφρά από τη συσσώρευση αποθεμάτων που παρατηρείται διαχρονικά στο τέλος κάθε έτους. Έτσι, η πτώση επενδύσεων το 2012 εκτιμάται ότι διαμορφώθηκε στην περιοχή του 27%.
Παρότι τα δημοσιονομικά μεγέθη και η κατάσταση του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ελλάδα προβλέπεται να βελτιωθούν ουσιαστικά το 2013, ενισχύοντας την αξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας, κάτι που θα επιτρέψει την καλυτέρευση του επενδυτικού περιβάλλοντος, ενώ θα σημειωθεί ενίσχυση και του ρόλου του δημόσιου τομέα στην επενδυτική δραστηριότητα, εντούτοις η νέα εκτεταμένη υποχώρηση της ζήτησης, πρωτίστως εγχωρίως, αλλά και από αγορές από τις οποίες προέρχεται σημαντικό τμήμα της διεθνούς ζήτησης για ελληνικά προϊόντα και υπηρεσίες (Ευρωζώνη), αναμένεται να λειτουργήσουν ανασχετικά στην υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων το 2013.
Η ιδιαίτερα χαμηλή ζήτηση και η επίπτωσή της στην παραγωγή και στην επενδυτική ροπή αντανακλώνται στο βαθμό χρησιμοποίησης του εργοστασιακού δυναμικού στη βιομηχανία, ο οποίος παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα, στην περιοχή του 65%, πλησίον του ιστορικά ελάχιστου επιπέδου του, σύμφωνα με την έρευνα Οικονομικής Συγκυρίας του ΙΟΒΕ. Ως αποτέλεσμα, οι επενδύσεις θα συνεχίσουν να μειώνονται το 2013 για έκτο έτος.
Βεβαίως, τα θετικά δεδομένα και οι εξελίξεις που παρατέθηκαν θα μετριάσουν την υποχώρηση των επενδυτικών δαπανών σε σύγκριση με το 2012.
Επιπρόσθετα, η εξασθένιση της ζήτησης από παραδοσιακούς εξαγωγικούς προορισμούς εγχώριων προϊόντων και υπηρεσιών θα αντισταθμιστεί εν μέρει από τις αυξανόμενες εξαγωγές προς ταχύτατα αναπτυσσόμενες ασιατικές οικονομίες, πιθανότατα και προς τη Ρωσία και τη Βόρειο Αμερική.
Διευκόλυνση σε ώριμα επενδυτικά σχέδια και ενθάρρυνση σε εκκολαπτόμενες επενδυτικές πρωτοβουλίες θα προσφέρουν η εφαρμογή ειλημμένων πολιτικών αποφάσεων για τη διευκόλυνση της νέας επιχειρηματικότητας και των επενδύσεων (πχ. απλοποίηση αδειοδότησης επιχειρήσεων, νόμος για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος), και, κυρίως, η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που περιλαμβάνονται στο δεύτερο Mνημόνιο για την προώθηση επενδύσεων, που καθυστέρησαν λόγω των διαβουλεύσεων και του εκλογικού κύκλου.
Υπό την κοινή επίδραση των ευνοϊκών παραγόντων στο τελευταίο τρίμηνο του 2013, δεν αποκλείεται η μικρή άνοδος των επενδύσεων.
Ωστόσο, συνισταμένη του πλήθους των διαφορετικών, αντίθετης φοράς δυνάμεων που ασκούνται στο επενδυτικό πεδίο θα αποτελέσει η πτώση των επενδύσεων με μονοψήφιο ρυθμό το 2013, μεταξύ 7-9%.»
Πηγή: IOΒΕ, Τριμηνιαία Έκθεση, Η Ελληνική Οικονομία
www.mywaypress.gr




