Βόρεια Ελλάδα στο φόρουμ των Δελφών: Μεταξύ αναπτυξιακής ρητορικής και αδυσώπητης πραγματικότητας

Στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ Δελφών, το θεματικό πάνελ για τον ρόλο της Βόρειας Ελλάδας στη νέα εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης έδωσε το βήμα σε κυβερνητικούς παράγοντες, επιχειρηματίες και εκπροσώπους της βιομηχανίας να χαράξουν ένα αισιόδοξο αναπτυξιακό αφήγημα. Ωστόσο, πίσω από τις δηλώσεις αυτές, κρύβεται μια πιο σύνθετη —και ενίοτε αντιφατική— πραγματικότητα, που αξίζει να εξεταστεί με κριτικό βλέμμα.

 
Η θέση Γκιουλέκα: Γεωπολιτική αισιοδοξία ως επενδυτικό επιχείρημα

Ο Υφυπουργός Εσωτερικών αρμόδιος για Μακεδονία και Θράκη, Κωνσταντίνος Γκιουλέκας, επέλεξε ένα ξεκάθαρα γεωστρατηγικό πλαίσιο για να τοποθετήσει τη Βόρεια Ελλάδα στον χάρτη της νέας εποχής. Το επιχείρημά του στηρίζεται σε δύο πυλώνες: πρώτον, στη σταθερότητα και ασφάλεια που προσφέρει η Ελλάδα σε ένα τεταμένο γεωπολιτικό περιβάλλον· δεύτερον, στην «πύλη προς Ευρώπη, Ανατολή και Δύση» που αντιπροσωπεύει η χερσαία γειτνίαση με τέσσερις βαλκανικές χώρες και τα λιμάνια της περιοχής.

Η φράση του Γκιουλέκα «ό,τι γίνει εδώ, θα το εισπράξει όλη η χώρα» αποτελεί τυπικό δείγμα της κυβερνητικής αφήγησης που ανάγει τη Βόρεια Ελλάδα από περιφερειακό πρόβλημα σε εθνικό μοχλό ανάπτυξης. Πρόκειται για μια αφήγηση ελκυστική ως πολιτική δήλωση, αλλά ευάλωτη ως πολιτική ανάλυση.

 
Το οικοδόμημα της ρητορικής: Επιστρώσεις αισιοδοξίας

Η συζήτηση στους Δελφούς χαρακτηρίστηκε από μια ευρύτερη συναίνεση αισιοδοξίας. Ο Υφυπουργός Ανάπτυξης Σταύρος Καλαφάτης μίλησε για το Thess INTEC ως «ναυαρχίδα», για 370 εκατομμύρια ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης επενδεδυμένα σε επιστήμη και ερευνητικά κέντρα, και για εταιρείες όπως η Deloitte και η Pfizer που έχουν επιλέξει τη Θεσσαλονίκη. Ο Αναστάσιος Τζήκας, πρόεδρος της Τεχνόπολης Θεσσαλονίκης, επέμεινε ότι «η αγορά από μόνη της αλλάζει την κατάσταση», αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι έχει χαθεί πολύτιμος χρόνος. Ο Νίκος Ευθυμιάδης της Thess INTEC ανέφερε τα παραδείγματα του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης και της απολιγνιτοποίησης στην Κοζάνη ως «πρωτοβουλίες που σήμερα δικαιώνονται».

Σε αυτό το σκηνικό, ξεχώρισε η φωνή της Βίκυς Λοϊζου, Γενικής Διευθύντριας του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος, η οποία αποτέλεσε τη μοναδική φωνή επίγνωσης: «Υπάρχει απόσταση από τη θεωρία στην εφαρμογή», είπε, σημειώνοντας ότι η ενεργειακό κόστος, η πρόσβαση στο ίντερνετ και η συνδεσιμότητα των επιχειρήσεων παραμένουν ανεπίλυτα. Η τοποθέτησή της ήταν η μόνη που έφερε στο τραπέζι  την πραγματική οικονομία μέσα από ένα φόρουμ κατά κύριο λόγο αφιερωμένο σε οράματα.

 
Το χάσμα: Πού διαψεύδουν τα στοιχεία τη ρητορική

Εδώ βρίσκεται το κεντρικό σύμπτωμα του πάνελ: η ασυμφωνία μεταξύ αφηγήματος και δομικής πραγματικότητας.

Η Βόρεια Ελλάδα —και ιδιαίτερα οι περιφέρειες Κεντρικής Μακεδονίας και Δυτικής Μακεδονίας— παρουσιάζει χρόνια υψηλότερα ποσοστά ανεργίας από τον εθνικό μέσο όρο. Η αποβιομηχάνιση δεν είναι μια διαδικασία του παρελθόντος αλλά μια εν εξελίξει ιστορία: κλωστοϋφαντουργία, μεταλλουργία, τρόφιμα και βιομηχανίες βαρέος τύπου έχουν ουσιαστικά εκλείψει ή συρρικνωθεί δραματικά από τη δεκαετία του 1990 και μετά. Η εργαζόμενη τάξη αυτών των κλάδων δεν μετατράπηκε σε τεχνολόγους ή ερευνητές· εξαφανίστηκε οικονομικά ή μετανάστευσε.

Ο Γκιουλέκας μιλά για «πύλη προς την Ευρώπη» μέσω των λιμανιών, αλλά παραλείπει να αναφέρει ότι αυτή η «πύλη» εξυπηρετεί κυρίως transit εμπόριο, χωρίς να δημιουργεί αντίστοιχη βιομηχανική ή τεχνολογική υποδομή τοπικής κατεύθυνσης. Η γεωπολιτική αξία της θέσης μιας περιοχής δεν μεταφράζεται αυτόματα σε καλύτερες συνθήκες διαβίωσης για τους κατοίκους της, όταν λείπουν οι δομές που θα απορροφήσουν και θα αναδιανείμουν τα αναπτυξιακά οφέλη.

Το παράδειγμα της Δυτικής Μακεδονίας, όπως αναφέρθηκε από τον Νικόλαο Ντάβο, είναι ίσως το πιο αποκαλυπτικό. Η απολιγνιτοποίηση —μια αναγκαία περιβαλλοντικά μετάβαση— δημιουργεί μια τεράστια κοινωνική και οικονομική τρύπα, την οποία οι ανακοινώσεις για υπερυπολογιστές και data centers δεν μπορούν να καλύψουν στον βραχυ- και μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Ο ίδιος ο Ντάβος παραδέχθηκε ότι «η μεταλιγνιτική εποχή πάει γρήγορα, αλλά αφήνει πολλά προβλήματα πίσω της», μια ειλικρινής παρατήρηση που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον επενδυτικό ενθουσιασμό του υπουργικού λόγου.

Η ΤΝ ως «νέος τουρισμός» —η φράση του Τζήκα— αποτελεί μεταφορά που, αν αναλυθεί, εγείρει ερωτήματα: ο τουρισμός δημιούργησε θέσεις εργασίας χαμηλής εξειδίκευσης σε μεγάλο εύρος και αφορά τη μαζική οικονομία. Η οικονομία της ΤΝ και των data centers δημιουργεί θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης σε μικρό αριθμό, με τεράστιο χάσμα ψηφιακού γραμματισμού να διαχωρίζει τον πληθυσμό.

 
Το στρατηγικό κενό: Τι απουσιάζει από τη συζήτηση

Αυτό που δεν ακούστηκε στους Δελφούς είναι εξίσου αποκαλυπτικό με αυτό που ακούστηκε. Δεν τέθηκε ερώτημα για την εκπαίδευση: ποιες είναι οι συνθήκες στα πανεπιστήμια της Βόρειας Ελλάδας, πώς διασυνδέεται η ακαδημαϊκή έρευνα με την αγορά εργασίας της περιφέρειας. Δεν συζητήθηκε το brain drain: η Βόρεια Ελλάδα εξάγει ανθρώπινο κεφάλαιο σε Αθήνα, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο και Κύπρο, ενώ οι αναπτυξιακές πολιτικές σχεδιάζονται με την παραδοχή ότι αυτό το κεφάλαιο θα παραμείνει ή θα επιστρέψει. Δεν αντιμετωπίστηκε η κοινωνική ανισότητα εντός της ίδιας της Θεσσαλονίκης, μεταξύ ενός παραγωγικού τεχνολογικού πυρήνα και μιας εκτεταμένης αστικής περιφέρειας που δεν μετέχει στην ευημερία αυτού του πυρήνα.

Ο Γκιουλέκας επικαλείται τη «σταθερότητα» ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Αλλά η σταθερότητα σε μια περιοχή χρόνιας ανεργίας, στάσιμης παραγωγικότητας και εξαρτημένης από ευρωπαϊκά κονδύλια ανάπτυξης δεν είναι αρετή: είναι άλλο όνομα για τη στασιμότητα.

Αυτό που υποτιμάτε και δεν λέγεται απερίφραστα σε κανένα φόρουμ αυτής της μορφής είναι το εξής: Η Βόρεια Ελλάδα δεν έχει πρόβλημα επενδύσεων —έχει πρόβλημα κατανομής.

Οι επενδύσεις υπάρχουν, έρχονται και θα συνεχίσουν να έρχονται: τεχνολογικά πάρκα, ερευνητικά κέντρα, data centers, logistics hubs. Αλλά αυτές οι επενδύσεις δημιουργούν έναν «νησιωτικό καπιταλισμό» εντός της περιφέρειας —μικρές, υψηλά παραγωγικές ζώνες που συνυπάρχουν με μια εκτεταμένη οικονομία χαμηλής ανάπτυξης χωρίς να την αγγίζουν ουσιαστικά. Αυτό το μοντέλο το γνωρίζουμε ήδη: είναι το μοντέλο που δεν λύνει το πρόβλημα της Αθήνας παρά δεκαετίες επενδύσεων στο Μαρούσι και στην Κηφισιά.

Η ερώτηση που κανείς δεν τόλμησε να θέσει στους Δελφούς είναι: ποιος μηχανισμός θα εξασφαλίσει ότι η αξία που παράγεται στα techno parks της Θεσσαλονίκης θα φτάσει στον άνεργο 45χρονο της Κοζάνης ή στη μικρή επιχείρηση της Καβάλας που δεν μπορεί καν να συνδεθεί αξιόπιστα στο ίντερνετ;

Απουσία μηχανισμού, το αφήγημα της «αναπτυξιακής νησίδας» δεν είναι ανακριβές. Είναι απλώς αφοπλιστικά κυριολεκτικό.

Ο Γκιουλέκας χρησιμοποίησε τη λέξη «νησίδα» με θετική σημασία — ως μεταφορά για ένα κέντρο ανάπτυξης που ακτινοβολεί γύρω του. Η λέξη είναι κυριολεκτικά ακριβής, αλλά όχι με τον τρόπο που εννοεί αυτός. Μια νησίδα είναι απομονωμένη. Αν η ανάπτυξη συγκεντρωθεί σε μικρές ζώνες υψηλής τεχνολογίας χωρίς να αγγίζει την υπόλοιπη περιφέρεια, τότε «νησίδα» είναι ακριβώς η σωστή λέξη — αλλά αυτό είναι πρόβλημα, όχι επίτευγμα. Το «αφοπλιστικά» σημαίνει ότι ο ίδιος του ο όρος αποκαλύπτει αθέλητα το αδύναμο σημείο της επιχειρηματολογίας του.

 
Info photo (από αριστερά):

Nίκος Ευθυμιάδης, Πρόεδρος, THES INTEC, Πρόεδρος, Efthymiadis Agrotechnologies, Ελλάδα – Βίκυ Λοΐζου, Executive Director, Federation of Industries of Greece – Κωνσταντίνος Γκιουλέκας, Υφυπουργός Εσωτερικών, αρμόδιος για θέματα Μακεδονίας – Θράκης – Μαρία Σαμολαδά, Δημοσιογράφος, SAMtimes.gr & City 106.1, Ελλάδα – Σταύρος Καλαφάτης, Υφυπουργός Ανάπτυξης – Αναστάσιος Τζίκας, Πρόεδρος & Managing Director,  Τεχνόπολη Θεσσαλονίκης, Επίτιμος Πρόεδρος ΣΕΠΕ – Νικόλαος Ντάβος, Συνιδρυτής & Manager CluBE-Cluster of Bioeconomy and Environment of Western Macedonia, Ελλάδα

 
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη  υβριδικής νοημοσύνης.

Για  αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.

Σχετικά Άρθρα