Γιατί η Ελλάδα αποτυγχάνει να συγκλίνει: Ανισότητα, ανεπαρκείς επενδύσεις και στεγαστική κρίση

Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να χαρακτηρίζεται από διαρθρωτικές αδυναμίες και βαθιές κοινωνικές ανισότητες, με τις προοπτικές σύγκλισης προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να εξαρτώνται από έναν εκ βάθρων μετασχηματισμό του παραγωγικού της μοντέλου, ο οποίος δεν είναι σήμερα ορατός. Αυτές είναι οι κεντρικές διαπιστώσεις της Έκθεσης Μαντέ – Μαρινάκη για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, η οποία παρουσιάζεται αναλυτικά στο πλαίσιο της σειράς “Greekonomics” του καθηγητή Οικονομικών Κοσμά Μαρινάκη. Η έκθεση βασίζεται στα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ και καταγράφει σημαντική υστέρηση της Ελλάδας έναντι της ΕΕ, αλλά και των 10 φτωχότερων κρατών-μελών (ΦΤ10), σε βασικούς δείκτες ευημερίας, ανταγωνιστικότητας και επενδύσεων.

 
Βασικές διαπιστώσεις και δείκτες υστέρησης:

Η έκθεση αναδεικνύει ότι η Ελλάδα παραμένει παγιδευμένη σε ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα χαμηλής παραγωγικότητας, ανεπαρκούς βιομηχανικής βάσης και εισοδηματικής ανισότητας, με συστημικές αδυναμίες που εμποδίζουν τη σύγκλιση με τις ευρωπαϊκές οικονομίες. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς η ανάκαμψη, αλλά ο δομικός μετασχηματισμός της οικονομίας.

  • Κατά Κεφαλήν ΑΕΠ και αγοραστική δύναμη: Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας για το 2024 την κατατάσσει 24η μεταξύ των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ξεπερνώντας μόνο τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Ουγγαρία. Σε τιμές 2015, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ παραμένει σταθερά κάτω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, ενώ από το 2008 και μετά η σύγκλισή του περιορίζεται προς τις χώρες της ομάδας των δέκα φτωχότερων οικονομιών. Ακόμη και με όρους αγοραστικής δύναμης, μόνο η Βουλγαρία καταγράφει χαμηλότερη επίδοση από την Ελλάδα.
  • Πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και ωρομίσθιο: Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων το 2023 παραμένει κατά 18% μειωμένο σε σύγκριση με το 2008. Την ίδια περίοδο, οι χώρες της ΦΤ10 έχουν καταγράψει αύξηση 38%, γεγονός που επιβεβαιώνει την εισοδηματική στασιμότητα της χώρας. Επιπλέον, το πραγματικό ωρομίσθιο στην Ελλάδα έχει υποχωρήσει κάτω και από τον μέσο όρο των 10 φτωχότερων κρατών-μελών, διαμορφούμενο περίπου στο 50% του αντίστοιχου μέσου όρου της ΕΕ.
  • Δημόσιο χρέος: Παρόλο που καταγράφεται σημαντική μείωση του δημόσιου χρέους, από το 209% του ΑΕΠ το 2020 σε 153% το 2024, η ανάλυση αποκαλύπτει ότι το 57% αυτής της μείωσης (32 μονάδες) προήλθε από τον πληθωρισμό, ενώ μόνο το 43% (24 μονάδες) αποδίδεται σε πραγματική οικονομική ανάπτυξη και αποπληρωμές χρέους.
  • Επενδύσεις: Οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ συνεχίζουν να υστερούν τόσο έναντι του μέσου όρου της ΕΕ όσο και σε σχέση με τις 10 φτωχότερες χώρες. Η σύνθεση των επενδύσεων παραμένει στρεβλή, καθώς κυριαρχούν οι τομείς του real estate και του δημοσίου, ενώ οι επενδύσεις σε παραγωγικούς τομείς, όπως η μεταποίηση και η τεχνολογία, είναι περιορισμένες. Αντιθέτως, χώρες όπως η Πολωνία και η Τσεχία έχουν πετύχει θεαματικά αποτελέσματα χάρη στη στοχευμένη ενίσχυση της βιομηχανικής τους βάσης.
  • Παραγωγικότητα: Παρά τη βελτίωση του κόστους εργασίας, η παραγωγικότητα στην Ελλάδα συνεχίζει να καταγράφει αρνητική πορεία. Ο ρυθμός μείωσης της παραγωγικότητας ανά ώρα εργασίας φτάνει το 9,4% ετησίως σε σχέση με την ΕΕ και το 14,7% έναντι των 10 φτωχότερων κρατών-μελών. Η Ελλάδα παραμένει σταθερά στην τελευταία θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών σε όρους οικονομικής πολυπλοκότητας, δηλαδή στην ικανότητά της να παράγει και να εξάγει σύνθετα και υψηλής προστιθέμενης αξίας προϊόντα.
  • Αγορά εργασίας: Η συνολική ανεργία έχει επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα. Παρ’ όλα αυτά, το εργατικό δυναμικό έχει μειωθεί κατά 295.000 άτομα σε σχέση με το 2009, κυρίως λόγω του brain drain και της μείωσης του πληθυσμού. Η νεανική ανεργία παραμένει σταθερά πάνω από το 30%. Το 68% των εργαζομένων απασχολείται σε θέσεις χαμηλών ή μέσων δεξιοτήτων, ένα ποσοστό που ξεπερνά κατά πολύ το αντίστοιχο της ΕΕ και των 10 φτωχότερων κρατών-μελών. Επίσης, η σπατάλη προσόντων είναι ιδιαίτερα έντονη, με έναν στους τρεις πτυχιούχους να εργάζεται σε θέσεις χαμηλής εξειδίκευσης, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 
Εισοδηματική ανισότητα και πληθωρισμός:

Η κατανομή εισοδήματος αποκαλύπτει διαφορετικές κατευθύνσεις ανάλογα με την κυβερνητική περίοδο. Κατά τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (2015-2019), τα εισοδήματα του φτωχότερου 10% αυξήθηκαν κατά 45,7%, ενώ στη θητεία της Νέας Δημοκρατίας (2019-2023) η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφεται στο πλουσιότερο 10% (+26,9%). Αν αποπληθωριστούν τα εισοδήματα, προκύπτει ότι η αγοραστική δύναμη μειώθηκε για το 80% των πολιτών στη διακυβέρνηση της ΝΔ, ενώ ενισχύθηκε για το ίδιο ποσοστό στην περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα, ιδιαίτερα μετά το 2021, εξελίχθηκε με πολύ υψηλούς ρυθμούς. Οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας –ιδίως στο ρεύμα, το φυσικό αέριο και τα καύσιμα- έπληξαν την Ελλάδα πιο έντονα από την υπόλοιπη Ευρώπη, με τις τιμές να ανεβαίνουν νωρίτερα, πιο απότομα και να παραμένουν υψηλές για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Παρόλο που η παρέμβαση της κυβέρνησης με τη ρήτρα προσαρμογής θεωρείται καθοριστική στην ανάσχεση της κρίσης, τονίζεται ότι η απουσία ανταγωνισμού στην ενεργειακή αγορά ευνόησε την κερδοσκοπία. Η πίεση των τιμών επεκτάθηκε και στον τομέα των διατροφικών αγαθών, με την Ελλάδα να εμφανίζει μικρότερες αυξήσεις σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά να καθυστερεί σημαντικά στον έλεγχο του φαινομένου, γεγονός που καταδεικνύει την περιορισμένη αποτελεσματικότητα των μέτρων. Η ανάλυση των επιπτώσεων του πληθωρισμού ανά εισοδηματική κατηγορία δείχνει έντονη επιβάρυνση των χαμηλότερων εισοδημάτων, υποδεικνύοντας σαφή αναδιανομή πλούτου προς τα ανώτερα στρώματα.

 
Στεγαστική κρίση και ενέργεια:

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η κατάσταση στη στέγαση. Η Ελλάδα είναι μία από τις λίγες χώρες στην ΕΕ όπου οι πληθωριστικές πιέσεις στα ενοίκια δεν υποχώρησαν μετά την κρίση του 2022 αλλά αντίθετα κλιμακώθηκαν δραματικά. Η έκθεση τονίζει ότι η στεγαστική κρίση εντείνεται από συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, όπως το πρόγραμμα της χρυσής βίζας, η ανεξέλεγκτη εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων τύπου Airbnb και η συγκέντρωση ακινήτων σε τραπεζικά χαρτοφυλάκια. Το αποτέλεσμα είναι η εκτόξευση των ενοικίων και η αδυναμία χιλιάδων νοικοκυριών να καλύψουν βασικές στεγαστικές ανάγκες.

Στον τομέα της θέρμανσης, η ενεργειακή κρίση αποτυπώνεται στον δείκτη τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος και των καυσίμων. Οι ελληνικές οικογένειες υπέστησαν βαρύ πλήγμα τόσο από τις τιμές όσο και από τη χαμηλή αποδοτικότητα των μέτρων στήριξης. Ιδιαίτερα στον αγροτικό και ορεινό πληθυσμό, η πρόσβαση σε προσιτή θέρμανση παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη, με κοινωνικές συνέπειες που δεν αποτυπώνονται επαρκώς στις επίσημες στατιστικές.

 
Συμπεράσματα και προτάσεις:

Η Έκθεση Μαντέ – Μαρινάκη υπογραμμίζει την ανάγκη για έναν εκ βάθρων μετασχηματισμό του παραγωγικού μοντέλου της ελληνικής οικονομίας. Αναγκαίες κρίνονται οι στοχευμένες επενδύσεις σε τεχνολογία, βιομηχανία και ανθρώπινο κεφάλαιο, καθώς και η υιοθέτηση πολιτικών που θα περιορίσουν τις γεωγραφικές και κοινωνικές αποκλίσεις. Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, όπου η απλή ανάκαμψη δεν επαρκεί για την επίτευξη ουσιαστικής σύγκλισης με την Ευρώπη. Απαιτούνται τολμηρές μεταρρυθμίσεις και μακροπρόθεσμος σχεδιασμός για την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών αδυναμιών και την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της χώρας.

 

 
Με πληροφορίες από dnews.gr

mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη  υβριδικής νοημοσύνης.

Για  αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.

Σχετικά Άρθρα