Μελέτη ΙΟΒΕ για το 2024: Δραματική πτώση 50,5% στα καθαρά κέρδη των εταιριών πετρελαιοειδών
Ζημιογόνος η εσωτερική αγορά
Σε μια χρονιά αντιφάσεων, ο κλάδος εμπορίας πετρελαιοειδών στην Ελλάδα είδε τα καθαρά του κέρδη να καταρρέουν, παρά την αύξηση του όγκου πωλήσεων και τη διατήρηση των επενδύσεων. Σύμφωνα με την ετήσια μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) με τίτλο «Συγκεντρωτικά Στοιχεία και Αριθμοδείκτες του Κλάδου Εμπορίας Πετρελαιοειδών για το έτος 2024», η καθαρή κερδοφορία του κλάδου υπέστη δραματική μείωση κατά 50,5%1111.
Τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους διαμορφώθηκαν σε μόλις €11,9 εκατομμύρια το 2024, από €24 εκατομμύρια το 2023. Αυτή η επίδοση αντιστοιχεί σε ένα οριακά θετικό περιθώριο καθαρού κέρδους μόλις 0,08% επί της συνολικής αξίας πωλήσεων.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αύξηση της μικτής κερδοφορίας κατά €44 εκατομμύρια, η οποία προήλθε από την αύξηση του όγκου πωλήσεων κατά περίπου 970.000 μετρικούς τόνους. Ωστόσο, η αύξηση αυτή «εξαερώθηκε» από την πτώση της λειτουργικής κερδοφορίας και την αύξηση των δαπανών.
Ο κλάδος των δύο ταχυτήτων: Ζημιές στην εσωτερική αγορά
Η πλέον ανησυχητική διαπίστωση της μελέτης του ΙΟΒΕ είναι η αποκάλυψη ότι η συνολική κερδοφορία του κλάδου στηρίζεται αποκλειστικά στις διεθνείς δραστηριότητες.
Όπως τονίζει η έρευνα, η «απομόνωση» των δραστηριοτήτων της εμπορίας αεροπορικών καυσίμων και του διεθνούς εμπορίου (trading) μετατρέπει τα συνολικά κέρδη σε ζημιές. Συγκεκριμένα, η δραστηριότητα της εμπορίας στην εσωτερική αγορά κατέγραψε ζημιές ύψους €45,4 εκατομμυρίων (μετά από φόρους) (αναφέρεται ως €45 εκατ. στα κύρια συμπεράσματα).
Αυτό αναδεικνύει την καθοριστική, και διασωστική για τον κλάδο, επίδραση των πωλήσεων αεροπορικών καυσίμων και των διεθνών πωλήσεων.
Γιατί μειώθηκαν τα κέρδη;
Η πτώση της κερδοφορίας αποδίδεται σε δύο βασικούς παράγοντες:
- Μείωση Λειτουργικής Κερδοφορίας: Τα κέρδη προ τόκων και φόρων μειώθηκαν κατά 5,2%, πέφτοντας στα €95 εκατ. από €100 εκατ. το 2023. Αυτό συνέβη λόγω της αύξησης των λειτουργικών εξόδων και της μείωσης των «Άλλων Εσόδων Εκμετάλλευσης». Η μελέτη σημειώνει μάλιστα ότι η λειτουργική κερδοφορία προέρχεται πλέον στο σύνολό της από αυτά τα «Άλλα Έσοδα», ενώ η κερδοφορία της κύριας δραστηριότητας μόλις που καλύπτει τα έξοδα λειτουργίας.
- Επίπτωση Κόστους και Πλαφόν: Η έκθεση του ΙΟΒΕ αναφέρει ότι ιδιαίτερα αρνητική επίπτωση είχε η διατήρηση του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους επί τέσσερα χρόνια. Αυτό το μέτρο δεν έλαβε υπόψη τη μεγάλη αύξηση των λειτουργικών δαπανών των εταιριών κατά την ίδια περίοδο.
Η τεράστια συνεισφορά στο κράτος παρά τη χαμηλή κερδοφορία
Παρά τη δραματική μείωση της δικής του κερδοφορίας, ο κλάδος παρέμεινε ένας τεράστιος αιμοδότης για τα δημόσια έσοδα. Το 2024, το συνολικό «κοινωνικό προϊόν» του κλάδου ανήλθε σε €4,04 δισεκατομμύρια.
Η διανομή αυτού του ποσού αποκαλύπτει τις προτεραιότητες:
- €3,85 δισ. προς το Δημόσιο: Αυτό είναι το συντριπτικό μερίδιο, που προέρχεται από φόρους (όπως ο ΕΦΚ και ο ΦΠΑ) και άλλες εισφορές. Αποτελεί το 95,2% του συνολικού κοινωνικού προϊόντος.
- €106,3 εκατ. προς το Προσωπικό: Αφορά αμοιβές και εργοδοτικές εισφορές για τους 1.743 εργαζόμενους του κλάδου.
- €75 εκατ. προς τις Τράπεζες: Αφορά πληρωμές τόκων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
- €11,9 εκατ. προς τις Επιχειρήσεις: Αυτό είναι το τελικό καθαρό κέρδος που παρέμεινε στις ίδιες τις εταιρίες.
Επενδύσεις σταθερές, Πρατήρια σε πτώση
Ένα αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι, παρά τη συρρίκνωση των κερδών, οι επενδύσεις του κλάδου παρέμειναν σταθερές στα €90 εκατομμύρια (€90,3 εκατ.). Οι επενδύσεις αυτές εστιάζουν στην αναβάθμιση του δικτύου και την προσθήκη νέων υπηρεσιών.
Ταυτόχρονα, ωστόσο, συνεχίζεται η πτωτική πορεία του δικτύου πρατηρίων. Ο αριθμός των πρατηρίων μειώθηκε κατά 2,5% το 2024, φτάνοντας τα 4.777
Οι προκλήσεις του μέλλοντος: Κόστος και «πράσινη» μετάβαση
Το ΙΟΒΕ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις μελλοντικές προοπτικές του κλάδου, οι οποίες διαγράφονται ιδιαίτερα δύσκολες.
- Υψηλό Κόστος Χρηματοδότησης: Οι εταιρίες επηρεάζονται έντονα από το υψηλό κόστος χρηματοδότησης, κυρίως λόγω των τεράστιων αναγκών τους σε κεφάλαια κίνησης. Ένας βασικός λόγος είναι η υποχρέωση προπληρωμής του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) και του ΦΠΑ.
- Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια (ΕΣΕΚ): Η εθνική πολιτική για το κλίμα δημιουργεί άμεσες πιέσεις. Το ΕΣΕΚ προβλέπει μείωση της κατανάλωσης πετρελαιοειδών κατά 21,6% έως το 2030, με την πτώση να γίνεται ακόμη πιο ραγδαία την περίοδο 2031-2050. Στον κρίσιμο τομέα των μεταφορών, η μείωση θα βασιστεί στην υποκατάσταση από την ηλεκτρική ενέργεια.
- Η Υποχρέωση Ενεργειακής Απόδοσης: Οι εταιρίες εμπορίας έχουν αναλάβει ένα δυσανάλογα μεγάλο βάρος, περίπου το 56% της συνολικής εθνικής υποχρέωσης για βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης. Αυτό απαιτεί τεράστιες επενδύσεις για την επίτευξη εξοικονόμησης ενέργειας, δημιουργώντας επιπλέον κόστος συμμόρφωσης που επιβαρύνει τα ήδη πιεσμένα οικονομικά αποτελέσματα.
- Το Νέο Σύστημα ETS2: Από το 2027, η εφαρμογή του νέου συστήματος εμπορίας εκπομπών (ETS2) για τα κτίρια και τις οδικές μεταφορές αναμένεται να αυξήσει σημαντικά τις τιμές για τον τελικό καταναλωτή. Η μελέτη εκτιμά την αύξηση αυτή σε περίπου 15 λεπτά ανά λίτρο, κάτι που θα περιορίσει περαιτέρω τη ζήτηση.
Συμπερασματικά, η μελέτη του ΙΟΒΕ σκιαγραφεί ένα ζοφερό περιβάλλον για την εμπορία πετρελαιοειδών. Ο κλάδος, όντας ήδη ζημιογόνος στην κύρια δραστηριότητά του (την εσωτερική αγορά), καλείται να διαχειριστεί την αναμενόμενη υποχώρηση των πωλήσεων και ταυτόχρονα να χρηματοδοτήσει τον δικό του ενεργειακό μετασχηματισμό (προς ηλεκτροκίνηση, υδρογόνο κ.λπ.), με την οικονομική δυνατότητα, ιδίως των μικρότερων επιχειρήσεων, να είναι εξαιρετικά περιορισμένη.
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη υβριδικής νοημοσύνης.
Για αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.




