Περισσότερες υπερωρίες δεν είναι λύση — είναι σύμπτωμα

Η μεγάλη εικόνα με μια ματιά

Ένα έγγραφο που διαβάζεται σαν «καμπανάκι»

Σύμφωνα με το υπόμνημα του Συνδέσμου Βιομηχανιών Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδος, η εικόνα της αγοράς εργασίας δεν είναι απλώς πιεσμένη — είναι δομικά απορρυθμισμένη. Το κείμενο, που απευθύνεται στο Υπουργείο Εργασίας, δεν περιορίζεται σε επιμέρους αιτήματα. Αποκαλύπτει μια συνολική στρατηγική αγωνία: πώς θα διατηρηθεί η παραγωγή όταν λείπουν οι άνθρωποι. Η βασική αντίφαση είναι σαφής: η οικονομία ζητά ανάπτυξη, αλλά το ανθρώπινο κεφάλαιο δεν επαρκεί για να τη στηρίξει.

 
Υπάρχουν στιγμές που ένα θεσμικό υπόμνημα δεν είναι απλώς μια λίστα αιτημάτων. Είναι καθρέφτης. Και το κείμενο των βιομηχανιών Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας δείχνει κάτι που δύσκολα λέγεται ευθέως: η ελληνική αγορά εργασίας έχει ήδη μπει σε φάση απορρύθμισης — απλώς δεν το έχουμε παραδεχτεί ακόμη.

Η διάγνωση είναι καθαρή. Οι επιχειρήσεις δεν βρίσκουν εργαζόμενους. Ούτε εξειδικευμένους, ούτε ανειδίκευτους. Η παραγωγή πιέζεται. Και η απάντηση που προτείνεται είναι εξίσου καθαρή: περισσότερες ώρες δουλειάς από τους ίδιους ανθρώπους.

Αύξηση υπερωριών από 150 σε 200 ώρες. Εργασία Σαββάτου με πιο χαλαρούς όρους. Διεύρυνση του πραγματικού εργάσιμου χρόνου.

Αυτό δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι διαχείριση έλλειψης.

 
Η εύκολη λύση που γίνεται επικίνδυνη

Όταν δεν βρίσκεις προσωπικό, πιέζεις το υπάρχον. Είναι λογικό. Είναι και επικίνδυνο.

Γιατί η υπερωρία δεν είναι παραγωγικότητα. Είναι παράταση αντοχής. Και κάθε οικονομία που βασίζεται στην παράταση αντοχής αντί για την αύξηση αποδοτικότητας, αργά ή γρήγορα χάνει και τα δύο.

Το ερώτημα δεν είναι αν χρειάζονται οι υπερωρίες. Το ερώτημα είναι γιατί έχουν γίνει δομική ανάγκη.

 
Η αλήθεια που αποφεύγεται

Το υπόμνημα αναγνωρίζει το έλλειμμα δεξιοτήτων. Μιλά για τεχνίτες που δεν υπάρχουν, για νέους που δεν κατευθύνονται σε τεχνικά επαγγέλματα, για ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δεν «κουμπώνει» με την αγορά.

Σωστά όλα αυτά.

Αλλά λείπει η μισή αλήθεια.

Δεν είναι μόνο ότι οι νέοι δεν επιλέγουν αυτά τα επαγγέλματα. Είναι και ότι τα επαγγέλματα αυτά δεν τους επιλέγουν πίσω με όρους που να αξίζουν.

Αν μια δουλειά είναι δύσκολη, απαιτητική και ταυτόχρονα χαμηλά αμειβόμενη ή χωρίς προοπτική, δεν έχει σημασία πόσες καμπάνιες ενημέρωσης θα γίνουν. Οι άνθρωποι θα την αποφεύγουν.

Η αγορά δεν έχει μόνο πρόβλημα προσφοράς εργασίας. Έχει και πρόβλημα ελκυστικότητας εργασίας.

 
Από την εκπαίδευση στην πραγματικότητα

Η πρόταση για διττή εκπαίδευση, στα πρότυπα της Γερμανίας, είναι ίσως το πιο σοβαρό στοιχείο του κειμένου. Εκεί υπάρχει στρατηγική σκέψη.

Αλλά εδώ προκύπτει η μεγάλη αντίφαση:
Θέλουμε ένα σύστημα τύπου Γερμανίας, με δεξιότητες και παραγωγικότητα Γερμανίας, χωρίς να συζητάμε για συνθήκες και απολαβές που να πλησιάζουν έστω το μοντέλο αυτό.

Δεν γίνεται.

Η διττή εκπαίδευση δεν είναι μόνο μηχανισμός κατάρτισης. Είναι κοινωνικό συμβόλαιο εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη, εργαζόμενου και κράτους. Και αυτό το συμβόλαιο στην Ελλάδα παραμένει ελλειμματικό.

 
Η σιωπηλή μετατόπιση

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι οι προτάσεις. Είναι η κατεύθυνση.

Σιγά-σιγά, χωρίς θόρυβο, η συζήτηση μετατοπίζεται:

  • από το «πώς θα βελτιώσουμε την εργασία»
  • στο «πώς θα αντέξει η εργασία»

Αυτό είναι ολισθηρό έδαφος.

Γιατί αν η απάντηση στην έλλειψη εργαζομένων είναι να δουλεύουν περισσότερο οι λιγότεροι, τότε το σύστημα δεν διορθώνεται. Απλώς κερδίζει χρόνο μέχρι να σπάσει.

 
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποσοτικό — είναι γεωγραφικό

Υπάρχει όμως και κάτι που σχεδόν δεν συζητείται: πού βρίσκονται οι δουλειές και πού οι άνθρωποι.

Οι επιχειρήσεις της περιφέρειας δεν ζητούν απλώς εργαζόμενους. Ζητούν εργαζόμενους που να είναι διατεθειμένοι να ζήσουν και να εργαστούν εκεί.

Και αυτό ανοίγει ένα άλλο κεφάλαιο:

  • κόστος ζωής,
  • στέγαση,
  • υποδομές,
  • ποιότητα ζωής εκτός μεγάλων αστικών κέντρων.

Αν αυτά δεν αλλάξουν, η αγορά θα συνεχίσει να έχει κενές θέσεις και γεμάτα βιογραφικά — απλώς σε λάθος σημεία του χάρτη.

 
Το πραγματικό δίλημμα

Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια επιλογή που δεν μπορεί να αποφύγει:

  • είτε θα επενδύσει σε ένα νέο μοντέλο εργασίας με δεξιότητες, καλύτερες απολαβές και πραγματική σύνδεση εκπαίδευσης–αγοράς,
  • είτε θα συνεχίσει να λειτουργεί με επέκταση ωραρίων και εξάντληση του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού.

Το πρώτο θέλει χρόνο, χρήμα και πολιτικό κόστος.
Το δεύτερο είναι εύκολο — μέχρι να πάψει να είναι.

 
Και η ουσία, χωρίς περιστροφές

Το υπόμνημα των βιομηχανιών λέει κάτι απλό: «Δεν έχουμε ανθρώπους».

Αυτό που δεν λέει, αλλά εννοεί, είναι πιο σκληρό:
Το σημερινό παραγωγικό μοντέλο δεν είναι αρκετά ελκυστικό για να τους κρατήσει ή να τους φέρει πίσω.

Και όσο αυτό δεν αλλάζει, οι υπερωρίες δεν θα είναι λύση.

Θα είναι το καμπανάκι που χτυπά — όλο και πιο δυνατά.

 
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη  υβριδικής νοημοσύνης.

Για  αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.

Σχετικά Άρθρα