Περισσότερη ντροπή, παρακαλώ

Η επιστροφή της «χαμένης» ντροπής: Μια αναγκαιότητα για τη σύγχρονη δημοκρατία;

 
Σε μια εποχή που η δημόσια σφαίρα συχνά θυμίζει πεδίο ανεξέλεγκτης έκθεσης και ηθικής αποδόμησης, το ερώτημα της «ντροπής» επανέρχεται στο προσκήνιο όχι ως ένας παρωχημένος συντηρητισμός, αλλά ως ένα κρίσιμο εργαλείο κοινωνικής και πολιτικής αυτοσυγκράτησης. Με αφορμή το πρόσφατο άρθρο του Τζέι Νόρντλινγκερ στο thedispatch.com με τίτλο «Περισσότερη ντροπή, παρακαλώ», αναδεικνύεται μια σύνθετη προβληματική: Μπορεί μια κοινωνία να επιβιώσει όταν η αναίδεια μετατρέπεται από ελάττωμα σε πολιτική «υπερδύναμη»;

 
Η ιστορική αναδρομή: Από την Εδέμ στην Ιαπωνία

Ο Νόρντλινγκερ ξεκινά την ανάλυσή του ανακαλώντας μια στιγμή από το 1995, όταν ο Κόλιν Πάουελ εξέφρασε την επιθυμία του να «αποκαταστήσει το αίσθημα της ντροπής». Η κίνηση αυτή, αν και τότε προκάλεσε χειροκροτήματα σε συγκεκριμένους κύκλους διανοουμένων (όπως στο The Weekly Standard), σήμερα φαντάζει σχεδόν επαναστατική.

Ο συγγραφέας τοποθετεί την έννοια της ντροπής σε ένα ευρύ ιστορικό και πολιτισμικό κάδρο. Από τον βιβλικό Κήπο της Εδέμ, όπου η ντροπή σηματοδοτεί την πρώτη στιγμή της ανθρώπινης αυτοσυνειδησίας, μέχρι την αρχαία Σικελία και τη σύγχρονη Ιαπωνία —μια κοινωνία όπου η ντροπή (shame culture) παραμένει κεντρικός πυλώνας κοινωνικής συνοχής— ο Νόρντλινγκερ υποστηρίζει ότι το συναίσθημα αυτό δεν είναι απλώς μια ψυχολογική επιβάρυνση. Είναι, αντιθέτως, ένας ρυθμιστικός μηχανισμός που οριοθετεί το αποδεκτό από το μη αποδεκτό.

 
Το στρατηγικό πλαίσιο: Η ντροπή ως «ανάχωμα»

Η ουσία της επιχειρηματολογίας του Νόρντλινγκερ έγκειται στην αναγνώριση μιας επικίνδυνης τάσης στη σύγχρονη πολιτική ζωή (με σαφείς, αν και ενίοτε έμμεσες, αναφορές στη μεταβολή των ηθικών προτύπων στην εποχή του Τραμπισμού και της άκρας πόλωσης). Η τάση αυτή θέλει την πλήρη αποτίναξη της ντροπής να λειτουργεί ως πλεονέκτημα. Όταν ένας δημόσιος άνδρας ή γυναίκα δεν αισθάνεται το βάρος των λαθών ή των ανάρμοστων πράξεών του, αποκτά μια ιδιότυπη ασυλία απέναντι στην κριτική.

Ωστόσο, ο Νόρντλινγκερ προειδοποιεί: η αναισχυντία δεν είναι δύναμη· είναι ηθική αναπηρία. Το στρατηγικό πλαίσιο των ιδεών του κινείται γύρω από την ανάγκη για μια «μέση λύση».

 
Η αναζήτηση της χρυσής τομής

Το άρθρο οδηγεί σε ένα καίριο συμπέρασμα: η κοινωνία δεν χρειάζεται την επιστροφή στον πουριτανισμό του 17ου αιώνα, όπου η ντροπή χρησιμοποιούνταν ως εργαλείο καταπίεσης και κοινωνικού εξοστρακισμού. Από την άλλη, δεν μπορεί να αποδεχθεί την πλήρη διολίσθηση σε μια κουλτούρα «Porky’s IV» (αναφορά στη γνωστή ταινία της δεκαετίας του ’80 που συμβολίζει τη χυδαιότητα και την έλλειψη ορίων).

Ο Νόρντλινγκερ δίνει «μιάμιση επευφημία» στην ντροπή. Αυτή η μετρημένη υποστήριξη υποδηλώνει ότι η ντροπή πρέπει να λειτουργεί ως:

  1. Εσωτερική πυξίδα: Για την αυτορρύθμιση του ατόμου.
  2. Κοινωνικό συμβόλαιο: Για τη διατήρηση ενός ελάχιστου επιπέδου ευπρέπειας στον δημόσιο λόγο.
  3. Πολιτικό φίλτρο: Για την αποθάρρυνση δημαγωγών που ποντάρουν στην κατάργηση κάθε ηθικού φραγμού.

 
Τελική αξιολόγηση: Η ντροπή ως πολιτισμικό κεφάλαιο

Το άρθρο του Νόρντλινγκερ αποτελεί μια καίρια παρέμβαση σε μια στιγμή που η δημοκρατία φαίνεται να υποφέρει από «ανοσία» στις συνέπειες των λόγων και των έργων των πρωταγωνιστών της. Η βασική του θέση—ότι η έλλειψη ντροπής αποτελεί ελάττωμα και όχι υπερδύναμη—είναι ένα κάλεσμα για την αποκατάσταση της σοβαρότητας.

Εν κατακλείδι, η «ντροπή» που επικαλείται ο συγγραφέας δεν είναι αυτή του φόβου, αλλά αυτή του σεβασμού: σεβασμού προς τους θεσμούς, προς τον συμπολίτη και, τελικά, προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Σε έναν κόσμο που «φωνάζει» για την ελευθερία της έκφρασης, ο Νόρντλινγκερ μας υπενθυμίζει ότι η ελευθερία χωρίς το βάρος της ευθύνης (και της πιθανής ντροπής για την κατάχρησή της) μετατρέπεται γρήγορα σε χάος.

mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη  υβριδικής νοημοσύνης.

Για  αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.

Σχετικά Άρθρα