Ποιος χρηματοδοτεί τη σταθερότητα
Η ανθεκτικότητα δεν μοιράζεται μόνο ανάμεσα σε κράτος και νοικοκυριό. Μοιράζεται και μέσα στο ίδιο νοικοκυριό, ανάμεσα σε τρεις γενιές που ζουν, συχνά, κάτω από την ίδια στέγη.
Ανάλυση: mywaypress.gr ·
Το κρίσιμο
Τι συμβαίνει. Ο κίνδυνος φτώχειας στους άνω των 65 (20,9%) ξεπέρασε πλέον εκείνον των 18–64 ετών (18,2%), για πρώτη φορά εδώ και χρόνια. Οι συνταξιούχοι έχουν και τη μεγαλύτερη επιβάρυνση στέγασης, 30,4%, από όλες τις ηλικιακές ομάδες.
Γιατί έχει σημασία. Οι ίδιοι συνταξιούχοι έχουν όμως τη χαμηλότερη υλική στέρηση και τον υψηλότερο δείκτη αναπλήρωσης σύνταξης στην ΕΕ. Η αντίφαση αυτή, και το τι σημαίνει για τη μεσαία γενιά που πληρώνει τον λογαριασμό, είναι το θέμα αυτής της ανάλυσης.
Τι σημαίνει. Χρησιμοποιούμε τα ίδια πέντε κριτήρια της προηγούμενης ανάλυσης σε τρεις γενιές: νέους ενήλικες, μεσαία γενιά και συνταξιούχους. Το εύρημα: όποιος φαίνεται λιγότερο φτωχός στα χαρτιά είναι συχνά αυτός που πληρώνει τους άλλους δύο.
Το εύρημα που αντιστρέφει την προσδοκία
Στην προηγούμενη ανάλυση της σειράς, η mywaypress.gr πρότεινε έναν δείκτη ανθεκτικότητας νοικοκυριών, φτιαγμένο με τα κριτήρια που οι οίκοι εφαρμόζουν στο κράτος. Το επόμενο ερώτημα ήταν αναπόφευκτο: αν το νοικοκυριό είναι ένας ισολογισμός, ποιος από τους κατόχους του τον κρατά όρθιο; Η απάντηση χρειάζεται γενιές, όχι μέσους όρους. Και το πρώτο πράγμα που δείχνουν τα δεδομένα αναιρεί τη διαισθητική εικόνα.
Η κοινή αντίληψη λέει ότι η ελληνική κρίση χτύπησε κυρίως τους νέους: μισθοί εισόδου, ανεργία, καθυστερημένη ενηλικίωση. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν κάτι διαφορετικό. Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας για τους άνω των 65 έφτασε το 20,9%, ξεπερνώντας πλέον το αντίστοιχο ποσοστό για τους ενήλικες 18–64 ετών, που υποχώρησε στο 18,2%. Είναι αναστροφή: για χρόνια, οι συνταξιούχοι εμφανίζονταν το πιο προστατευμένο κομμάτι του πληθυσμού, χάρη στις συντάξεις. Τώρα δεν είναι.
Πέντε κριτήρια, τρεις γενιές: η μεθοδολογία
Ο δείκτης της προηγούμενης ανάλυσης είχε πέντε πυλώνες: οικονομική βάση, δημοσιονομική θέση του νοικοκυριού, αποθέματα ασφαλείας, ευαλωτότητα σε κραδασμούς, θεσμική στήριξη. Εδώ τους εφαρμόζουμε σε τρεις γενιές: τους νέους ενήλικες (25–34 ετών), τη μεσαία γενιά (35–54) και τους συνταξιούχους (65+). Χρειάζεται μια διευκρίνιση μεθόδου, με το ίδιο πνεύμα διαφάνειας που ακολουθεί η σειρά: η Eurostat και η ΕΛΣΤΑΤ δεν δημοσιεύουν συστηματικά τα δύο πρώτα κλιμάκια ως 25–34 και 35–54. Δημοσιεύουν 18–24, 18–64 συνολικά, 25–49, 55–64 και 65+. Όπου δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, το άρθρο χρησιμοποιεί το εγγύτερο διαθέσιμο κλιμάκιο και το δηλώνει ρητά. Δεν είναι ιδανικό, αλλά είναι πιο τίμιο από το να επινοηθούν αριθμοί που δεν υπάρχουν.
Γράφημα 1 · Φτώχεια και στέγαση: οι νέοι και οι συνταξιούχοι, όχι η μεσαία γενιά, στην κορυφή
Πηγές: ΕΛΣΤΑΤ, Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης (στοιχεία εισοδήματος 2024, δημοσίευση 2026) για τον κίνδυνο φτώχειας 18–64 και 65+· Eurostat/ilc_li02 (αναφορά Δεκ. 2024) για τον κίνδυνο φτώχειας 18–24· Eurostat/ilc_lvho07a για την επιβάρυνση στέγασης, ανά ηλικιακή ζώνη (15–29, 18–64, 65+).
Το γράφημα δείχνει κάτι που δεν χωράει σε πρωτοσέλιδο: η επιβάρυνση στέγασης των συνταξιούχων, 30,4%, είναι η υψηλότερη από τις τρεις ομάδες, πάνω και από των νέων (30,3%) και πολύ πάνω από τον μέσο όρο 18–64 (28,5%). Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της ΕΕ όπου οι άνω των 65 βαρύνονται από τη στέγαση περισσότερο από τον μέσο όρο του πληθυσμού· ο ευρωπαϊκός μέσος όρος για την ίδια ηλικιακή ομάδα είναι μόλις 8,8%. Στα νοικοκυριά ενός ατόμου, συνήθως ηλικιωμένων που έμειναν μόνοι, η επιβάρυνση φτάνει το 65,1%.
Οι συνταξιούχοι: πλούσιοι σε περιουσία, φτωχοί σε εισόδημα
Η εικόνα γίνεται πιο περίπλοκη, όχι πιο απλή, αν προσθέσουμε δύο ακόμη δείκτες. Η υλική και κοινωνική στέρηση, δηλαδή η αδυναμία κάλυψης συγκεκριμένων βασικών αναγκών, είναι χαμηλότερη στους άνω των 65 (12,8%) απ’ ό,τι στους 18–64 (14,4%). Και ο δείκτης αναπλήρωσης συντάξεων, το πηλίκο της σύνταξης προς τον προσυνταξιοδοτικό μισθό, είναι στην Ελλάδα 78%, από τους υψηλότερους στην ΕΕ, έναντι μέσου όρου 58%.
Γράφημα 2 · Η δεύτερη όψη: λιγότερη στέρηση, υψηλότερη αναπλήρωση
Πηγές: ΕΛΣΤΑΤ, Δελτίο Τύπου Έρευνας Εισοδήματος (στοιχεία 2023, δημοσίευση 2025) για την υλική και κοινωνική στέρηση ανά ηλικία· Eurostat, δείκτης αναπλήρωσης συντάξεων (στοιχεία 2023–2024).
Οι δύο εικόνες δεν αντιφάσκουν· περιγράφουν διαφορετικά μεγέθη. Ο δείκτης αναπλήρωσης και η στέρηση μετρούν απόθεμα και κατανάλωση: πόσο κράτησε η σύνταξη σε σχέση με τον παλιό μισθό, πόσο καλά τα καταφέρνει κανείς να αγοράσει βασικά αγαθά. Η φτώχεια και η επιβάρυνση στέγασης μετρούν ροή: πόσο επαρκεί το τρέχον εισόδημα απέναντι στο τρέχον κόστος. Πολλοί συνταξιούχοι έχουν ήδη εξοφλήσει το σπίτι τους ή έχουν αποταμιεύσει· γι’ αυτό η υλική στέρησή τους είναι χαμηλή. Το ίδιο σπίτι όμως χρειάζεται θέρμανση, ασφάλιστρα, ρεύμα, επισκευές, δαπάνες που δεν σταματούν επειδή σταμάτησε ο μισθός. Μια σύνταξη με ονομαστικά υψηλή αναπλήρωση μπορεί να μην αρκεί όταν το κόστος ενέργειας και υγείας τρέχει ταχύτερα από την αναπροσαρμογή της.
Είναι το ίδιο σχήμα που περιέγραψε η mywaypress.gr στην ανάλυση για το ΔΝΤ, με άλλο υποκείμενο: ένα κράτος που βελτιώνει το απόθεμα του χρέους αλλά αφήνει εκτεθειμένη τη ροή του πρωτογενούς πλεονάσματος. Στην περίπτωση των συνταξιούχων, το απόθεμα, το σπίτι, η σύνταξη σε σχέση με τον παλιό μισθό, δείχνει καλά. Η ροή, το τι μένει κάθε μήνα μετά τον λογαριασμό ρεύματος, δείχνει άσχημα.
Οι νέοι: η γενιά που δεν σχηματίζει νοικοκυριό
Οι νέοι ενήλικες παραμένουν η πιο εκτεθειμένη ομάδα σε δύο δείκτες όπου η στέγαση συνδέεται άμεσα με την ανεξαρτησία: το ποσοστό κινδύνου φτώχειας στους 18–24 είναι 26,1%, το υψηλότερο από τις τρεις ομάδες, και η επιβάρυνση στέγασης στους 15–29 φτάνει το 30,3%, το υψηλότερο ποσοστό σε όλη την ΕΕ για αυτή την ηλικία. Η συνέπεια είναι γνωστή από προηγούμενη ανάλυση της σειράς: οι νέοι Έλληνες φεύγουν από το πατρικό τους στα 30,9 έτη, σχεδόν πέντε χρόνια αργότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 26,3.
Η καθυστέρηση αυτή δεν είναι απλώς πολιτισμικό χαρακτηριστικό. Είναι και μια μορφή απόκρυψης ρίσκου: όσο ένας νέος ενήλικας ζει στο πατρικό σπίτι, δεν εμφανίζεται σε κανέναν δείκτη νοικοκυριού ως επιβαρυμένος από τη στέγαση, γιατί ο δείκτης μετρά νοικοκυριά, όχι άτομα. Το πραγματικό βάρος έχει απλώς μετακυλιστεί στο νοικοκυριό των γονιών, δηλαδή, στις περισσότερες περιπτώσεις, στη μεσαία γενιά.
Η μεσαία γενιά: η γενιά-σάντουιτς
Στους καθαρούς δείκτες φτώχειας και στέρησης, η μεσαία γενιά δεν εμφανίζεται ως η πιο επιβαρυμένη. Η επίμονη φτώχεια στους 25–49, δηλαδή όσοι παραμένουν φτωχοί για τρία συναπτά έτη, είναι 12%, χαμηλότερη από ό,τι στους νέους και τους συνταξιούχους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η γενιά αυτή έχει το μικρότερο βάρος. Σημαίνει ότι έχει το μεγαλύτερο εισόδημα, και άρα τη μεγαλύτερη ικανότητα να απορροφά υποχρεώσεις χωρίς να πέφτει κάτω από το όριο φτώχειας.
Οι υποχρεώσεις αυτές είναι πραγματικές, απλώς δεν φαίνονται στους δείκτες φτώχειας. Η μεσαία γενιά είναι εκείνη που πληρώνει τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης που χρηματοδοτούν τη σύνταξη με δείκτη αναπλήρωσης 78%. Είναι εκείνη που εξυπηρετεί τα στεγαστικά δάνεια, συχνά συναφθέντα πριν από το 2010 με μεταβλητό επιτόκιο. Είναι εκείνη στο νοικοκυριό της οποίας ζει, κατά μέσο όρο ώς τα 30,9 έτη, ένα παιδί που δεν μπορεί να σχηματίσει δικό του νοικοκυριό. Και είναι εκείνη που, σε πολλές οικογένειες, στηρίζει άτυπα γονείς με σύνταξη που δεν αρκεί για τη θέρμανση ή τις επισκευές του σπιτιού. Είναι, με μία λέξη, η γενιά-σάντουιτς: χρηματοδοτεί προς τα πάνω και προς τα κάτω, χωρίς να εμφανίζεται σε κανέναν δείκτη ως ιδιαίτερα επιβαρυμένη, γιατί το εισόδημά της είναι αρκετό για να μη γίνει φτωχή, αλλά όχι για να χτίσει δικά της αποθέματα.
Εδώ κλείνει ο κύκλος με τις δύο προηγούμενες αναλύσεις. Το δημόσιο πρωτογενές πλεόνασμα χτίζεται σε μεγάλο βαθμό από φόρους και εισφορές που πληρώνει κατά κύριο λόγο όποιος εργάζεται με πλήρη απασχόληση, δηλαδή κατά πλειοψηφία η μεσαία γενιά. Το ίδιο πλεόνασμα χρηματοδοτεί έμμεσα τα έξι δίχτυα ασφαλείας του κράτους. Η μεσαία γενιά, δηλαδή, χρηματοδοτεί ταυτόχρονα τη σταθερότητα του κράτους, τη σύνταξη των γονιών της και την παρατεταμένη εξάρτηση των παιδιών της, ενώ οι δικοί της δείκτες ανθεκτικότητας μένουν αμέτρητοι.
Ποιος χρηματοδοτεί τη σταθερότητα
Η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου δεν είναι μία γενιά, αλλά μια αλυσίδα μεταφοράς. Το κράτος πετυχαίνει πρωτογενές πλεόνασμα, εν μέρει, γιατί η ελληνική φορολογική βάση στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε έμμεσους φόρους και εισφορές, όπως έχει καταγράψει η mywaypress.gr στη σειρά της για την ευρωπαϊκή φορολογία, και οι εισφορές αυτές συνδέονται με την εργασία, όχι με το κεφάλαιο ή τη σύνταξη. Η μεσαία γενιά, που συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος της πλήρους απασχόλησης, είναι αντικειμενικά αυτή που τροφοδοτεί περισσότερο τη ροή αυτή.
Ταυτόχρονα, η ίδια γενιά απορροφά, μέσα στο ίδιο νοικοκυριό, μέρος της ευθραυστότητας των άλλων δύο: τη στεγαστική αδυναμία των παιδιών της και, σε αρκετές περιπτώσεις, το κενό ανάμεσα στη σύνταξη των γονιών της και στο πραγματικό κόστος διαβίωσής τους. Δεν υπάρχει επίσημος δείκτης που να μετρά αυτή τη διπλή ροή, γιατί συμβαίνει εντός του νοικοκυριού, μέσω άτυπων μεταβιβάσεων που δεν καταγράφονται συστηματικά. Είναι το κομμάτι της ανθεκτικότητας που είναι πραγματικό, μεγάλο, και αόρατο στη στατιστική.
Τι κρατάμε
Η ανθεκτικότητα δεν κατανέμεται μόνο ανάμεσα σε κράτος και νοικοκυριό, όπως έδειξε η προηγούμενη ανάλυση. Κατανέμεται και μέσα στο ίδιο το νοικοκυριό, ανάμεσα σε γενιές που ζουν, συχνά, κάτω από την ίδια στέγη. Οι συνταξιούχοι εμφανίζονται πλέον οι πιο επιβαρυμένοι στη φτώχεια και τη στέγαση, αλλά προστατευμένοι στη στέρηση και την αναπλήρωση εισοδήματος. Οι νέοι εμφανίζονται εκτεθειμένοι, αλλά μέρος της έκθεσής τους έχει απλώς μετακυλιστεί στους γονείς τους. Και η μεσαία γενιά, η λιγότερο φτωχή στα χαρτιά, είναι αυτή που, τελικά, πληρώνει το μεγαλύτερο μέρος του λογαριασμού, δημόσιου και ιδιωτικού, χωρίς να το βλέπει κανένας δείκτης.
Η μεγάλη εικόνα
Το «όγδοο δίχτυο»: η ίδια η οικογένεια ως άτυπος μηχανισμός ασφάλισης
Πηγές και όρια
Φτώχεια ανά ηλικία: ΕΛΣΤΑΤ, Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης (εισόδημα αναφοράς 2024, δημοσίευση 2026): κίνδυνος φτώχειας 18,2% (18–64) και 20,9% (65+)· Eurostat/ilc_li02 (αναφορά Δεκ. 2024, όπως αναδημοσιεύεται): 26,1% (18–24)· Eurostat, επίμονη φτώχεια 25–49: 12,0%.
Στέγαση: Eurostat/ilc_lvho07a (αναφορά Δεκ. 2024): επιβάρυνση στέγασης 28,5% (18–64), 30,4% (65+), 65,1% (μονομελή νοικοκυριά)· Eurostat, Young people – housing conditions (στοιχεία 2024): 30,3% (15–29, η υψηλότερη στην ΕΕ, έναντι 9,7% μέσου όρου)· Housing in Europe 2025: μέσος όρος πληθυσμού 26,4% έναντι 7,7% ΕΕ (2025)· αποχώρηση από το πατρικό στα 30,9 έτη έναντι 26,3 στην ΕΕ.
Στέρηση και συντάξεις: ΕΛΣΤΑΤ, Δελτίο Τύπου Έρευνας Εισοδήματος (στοιχεία 2023/2024): υλική και κοινωνική στέρηση 14,4% (18–64), 12,8% (65+)· Eurostat, δείκτης αναπλήρωσης συντάξεων (στοιχεία 2023–2024): 78–79% Ελλάδα έναντι 58% μέσου όρου ΕΕ, από τους υψηλότερους στην Ένωση· OECD, Pensions at a Glance 2025, για το συγκλίνον εύρημα στο μελλοντικό ονομαστικό ποσοστό αναπλήρωσης.
Όρια: τα επίσημα κλιμάκια ηλικίας δεν συμπίπτουν πάντα με τα αιτούμενα 25–34 και 35–54. Όπου χρησιμοποιείται κοντινό κλιμάκιο (18–24 αντί 25–34, 25–49 ή το σύνολο 18–64 αντί 35–54), αυτό δηλώνεται στο κείμενο. Η «γενιά-σάντουιτς» και η ανάλυση για τη μεσαία γενιά ως χρηματοδότη είναι συμπέρασμα και ανάγνωση της mywaypress.gr, βασισμένο σε λογιστική συνεκτίμηση των παραπάνω δεικτών, όχι μέτρηση άτυπων ενδο-οικογενειακών μεταβιβάσεων, για τις οποίες δεν υπάρχουν συστηματικά δημόσια στοιχεία στην Ελλάδα.
Συντακτική σημείωση & πολιτική AI: Κάθε δημοσιευμένο άρθρο στο mywaypress.gr αποτελεί προϊόν ουσιαστικού συντακτικού ελέγχου και ανθρώπινης επιμέλειας, η οποία φέρει την αποκλειστική συντακτική ευθύνη του περιεχομένου (EU AI Act, Art. 50.4). Τηρούμε πλήρως τους κανόνες διαφάνειας και τις εκάστοτε οδηγίες των Εθνικών Αρχών Εποπτείας της Αγοράς.
Φωτογραφία / Εικονογράφηση: Δημιουργήθηκε με χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης (AI Generated Image).
Ανάλυση και σύνθεση: mywaypress.gr
© 2026 mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει






