Η σταθερότητα που δεν μοιράζεται
Η Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος περιγράφει τράπεζες με σχεδόν άψογα μεγέθη. Διαβασμένη προσεκτικά, δείχνει και κάτι ακόμη: πού καταλήγει ο κίνδυνος όταν το σύστημα προστατεύεται καλύτερα από την κοινωνία που το περιβάλλει.
Ανάλυση της mywaypress.gr ·
Το κρίσιμο
Οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν απόδοση ιδίων κεφαλαίων 12,1%, ρευστότητα σχεδόν διπλάσια από την εποπτική απαίτηση και δείκτη κόστους προς έσοδα 37,8%. Την ίδια περίοδο το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 0,4%, ο πληθωρισμός έμεινε μία ολόκληρη μονάδα πάνω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης και το απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 14% μέσα σε έξι μήνες. Η σταθερότητα υπάρχει. Το ερώτημα είναι ποιος την απολαμβάνει και ποιος την πληρώνει.
Τρεις αριθμοί, τρεις Ελλάδες
1,9% · −0,4% · 12,1%
Ανάπτυξη του α΄ εξαμήνου 2026 · μεταβολή του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών (α΄ τρίμηνο) · απόδοση ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών
Ο πρώτος αριθμός είναι η επίσημη εικόνα της χώρας. Η οικονομία μεγάλωσε κατά 1,9% στο πρώτο εξάμηνο, όταν η ευρωζώνη μεγάλωσε κατά 0,9%, και το βάρος το σήκωσαν οι επενδύσεις, που αυξήθηκαν κατά 9,0%. Ο δεύτερος είναι η εικόνα του νοικοκυριού. Το ονομαστικό διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 3,2%, αλλά ο πληθωρισμός το ξεπέρασε και το πραγματικό υποχώρησε κατά 0,4%. Η ιδιωτική κατανάλωση επιβραδύνθηκε από 2,0% σε 0,9%. Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο βρίσκεται στο 96,2, με βάση το 2010 ίσον 100: δεκαέξι χρόνια μετά, δεν έχει ξαναφτάσει το επίπεδο εκείνης της χρονιάς. Ο τρίτος αριθμός ανήκει στις τράπεζες και είναι ο πιο εντυπωσιακός.
Ανάμεσα στους τρεις ανοίγει ένα χάσμα που η Έκθεση καταγράφει χωρίς να το σχολιάζει: οι επιχειρηματικές προσδοκίες βρίσκονται πάνω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης για τέταρτο συνεχόμενο έτος, ενώ η καταναλωτική εμπιστοσύνη παραμένει χαμηλή. Η κατανομή του αποτελέσματος εξηγεί γιατί. Το καθαρό μερίδιο κέρδους των επιχειρήσεων, δηλαδή το καθαρό λειτουργικό πλεόνασμα προς την καθαρή προστιθέμενη αξία, ανέβηκε στο 27,0% στο α΄ τρίμηνο από 23,8% έναν χρόνο πριν, πάνω και από τον μέσο όρο της τριετίας 2017-2019 (25,2%). Οι αμοιβές ανά μισθωτό αυξήθηκαν κατά 4,0%, δηλαδή σε πρώτη προσέγγιση ελάχιστα πάνω από τον πληθωρισμό του εννεαμήνου (3,8%).
Το μοναδιαίο κόστος εργασίας αυξήθηκε μόλις κατά 2,3%, έναντι 3,5% στην ευρωζώνη, και αυτό το στοιχείο έχει σημασία για έναν λόγο που η Έκθεση δεν διατυπώνει ρητά. Αν ο ελληνικός πληθωρισμός (3,8%) ξεπερνά τον ευρωπαϊκό (2,8%) ενώ το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος αυξάνεται βραδύτερα, οι μισθοί δεν μπορούν να είναι η εξήγηση. Η εξήγηση πρέπει να αναζητηθεί στην ενέργεια (12,0% στα ενεργειακά αγαθά), στις υπηρεσίες (4,5%), στα περιθώρια κέρδους και στον τρόπο που λειτουργούν οι αγορές. Η Έκθεση εντάσσει στους κινδύνους την πίεση των μισθών στην ανταγωνιστικότητα· δεν εξετάζει με την ίδια έμφαση το ενδεχόμενο οι τιμές να τρέχουν ταχύτερα από το κόστος εργασίας για λόγους άσχετους με τους μισθούς.
Υπάρχει η αντίθετη, εύλογη ανάγνωση: τα υψηλότερα κέρδη χρηματοδοτούν επενδύσεις και οι επενδύσεις είναι ο κινητήρας της ανάπτυξης. Μένει όμως ότι ο κινητήρας αυτός στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις κατασκευές (οι «άλλες κατασκευές» αυξήθηκαν κατά 17,6% και οι κατοικίες κατά 11,3%), ενώ η συνεισφορά των καθαρών εξαγωγών ήταν αρνητική κατά 0,4 μονάδες και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών διευρύνθηκε τον Ιανουάριο-Αύγουστο κατά περίπου 2,4 δισ. ευρώ, στα 8,9 δισ. Μια ανάπτυξη που χτίζεται ευκολότερα απ’ όσο εξάγεται είναι πιο ευάλωτη τη στιγμή που το κόστος του χρήματος ανεβαίνει.
Εκεί που μετακινείται ο κίνδυνος
+14,0%
Αύξηση του αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων των νοικοκυριών στο α΄ εξάμηνο του 2026, με δείκτη 8,6% επί των δανείων τους
Το συνολικό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων των τραπεζών αυξήθηκε κατά 9,3%, στα 6,2 δισ. ευρώ, με τον δείκτη στο 3,4%. Η Έκθεση το χαρακτηρίζει μικρή επιδείνωση. Η σύνθεσή της είναι πιο αποκαλυπτική από το σύνολο. Στο χαρτοφυλάκιο των νοικοκυριών ο δείκτης είναι 8,6% και το απόθεμα ανέβηκε κατά 14,0%, με τα στεγαστικά στο +14,6% και τα καταναλωτικά στο +11,7%. Στις επιχειρήσεις ο δείκτης είναι 2,2%, αλλά η εικόνα σπάει στα δύο: 0,9% για τις μεγάλες, 4,6% για τις μικρομεσαίες, 11,2% για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τις πολύ μικρές. Οι εισροές νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων έφτασαν το 1,7 δισ. ευρώ, οι επαναφορές σε εξυπηρέτηση περιορίστηκαν στα 388 εκατ. και οι διαγραφές ήταν μόλις 73 εκατ.
Η Έκθεση σημειώνει ότι μέρος της αύξησης στα στεγαστικά συνδέεται με τη νομοθετική ρύθμιση για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο και με πρωτοβουλίες των τραπεζών για ρυθμισμένα δάνεια ευάλωτων νοικοκυριών, και ότι μένει να φανεί αν αντανακλά ευρύτερη τάση. Η επιφύλαξη είναι θεμιτή. Δεν αναιρεί όμως ότι η πίεση συγκεντρώνεται εκεί όπου η πίστη είναι λεπτή, και η πίστη είναι λεπτή επειδή η επέκταση πηγαίνει αλλού. Στο α΄ εξάμηνο τα επιχειρηματικά δάνεια αυξήθηκαν κατά 6,3%, στα 145,8 δισ. ευρώ, ενώ τα δάνεια των νοικοκυριών μειώθηκαν κατά 0,5%, στα 34,6 δισ. Μέσα στις επιχειρήσεις προηγούνται οι μεγάλες (+6,7%) και τα ναυτιλιακά δάνεια (+13,6%, με δείκτη μη εξυπηρετούμενων που δεν ξεπερνά το 0,2%), ενώ μένουν πίσω οι μικρομεσαίες (+3,5%) και οι πολύ μικρές (+0,8%). Τα δάνεια προς ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να υποχωρούν, με ετήσιο ρυθμό −3,1% τον Αύγουστο. Το χρήμα κατευθύνεται εκεί όπου ο κίνδυνος είναι μικρός και η διαπραγματευτική δύναμη μεγάλη· η πίεση συσσωρεύεται εκεί όπου το χρήμα δεν φτάνει.
Σε αυτό το φόντο αξίζει να εξεταστεί η ποιότητα των κερδών. Τα κέρδη μετά φόρων του α΄ εξαμήνου έφτασαν τα 2,6 δισ. ευρώ (+3,8%). Τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 241 εκατ., αλλά τα 218 εκατ. προήλθαν από χαμηλότερα έξοδα τόκων και μόλις τα 23 εκατ. από υψηλότερα έσοδα τόκων, που ανέβηκαν κατά 0,3%. Οι προβλέψεις για πιστωτικό κίνδυνο μειώθηκαν κατά 196 εκατ. (−27,8%), ποσό σχεδόν ίσο με ολόκληρη την αύξηση των καθαρών εσόδων πριν από τις προβλέψεις (194 εκατ.). Την ίδια στιγμή το απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων μεγάλωσε και ο δείκτης κάλυψής τους από προβλέψεις υποχώρησε από 38,2% σε 36,9%, περίπου τέσσερις μονάδες κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των σημαντικών ιδρυμάτων. Με τα ευρωπαϊκά συγκρίσιμα στοιχεία, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων της χώρας είναι 2,6%, έναντι 1,8% στην Ένωση.
Η ανάγνωση της mywaypress.gr είναι ότι δύο από τους τρεις μοχλούς της κερδοφορίας, η φθηνότερη χρηματοδότηση και οι χαμηλότερες προβλέψεις, είναι κυκλικοί και αντιστρέψιμοι. Οι δύο αυξήσεις επιτοκίων της ΕΚΤ το 2026 (σωρευτικά 50 μονάδες βάσης) πιέζουν τον πρώτο· η εισροή νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων πιέζει τον δεύτερο. Ο τρίτος, οι προμήθειες (+18,5%), είναι ο πιο διατηρήσιμος.
Το χρέος που δεν εξαφανίστηκε, άλλαξε χέρια
94% έναντι 30%
Μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών από το υψηλό του 2016, έναντι μείωσης του συνολικού μη εξυπηρετούμενου ιδιωτικού χρέους
Η εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών είναι πραγματικό επίτευγμα: τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών μειώθηκαν κατά 94%, ή 101 δισ. ευρώ, από το υψηλό του Μαρτίου 2016. Το συνολικό μη εξυπηρετούμενο ιδιωτικό χρέος, όμως, μειώθηκε κατά 30,1%, από 118,5 σε 82,8 δισ. ευρώ. Η διαφορά των δύο ποσοστών δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια. Είναι η ιστορία του πού πήγε το χρέος. Σήμερα το 88,1% του αποθέματος βρίσκεται υπό τη διαχείριση διαχειριστών πιστώσεων, το 7,5% στις τράπεζες, το 3,6% στον Ενιαίο Ειδικό Εκκαθαριστή και το 0,8% σε εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης και πρακτορείας απαιτήσεων. Η ίδια η Έκθεση το διατυπώνει καθαρά: η μεταφορά των δανείων εκτός τραπεζικού τομέα δεν συνεπάγεται την οριστική εξάλειψη του χρέους.
Η αγορά της διαχείρισης είναι πολύ συγκεντρωμένη. Από τους 17 διαχειριστές, οι τρεις μεγαλύτεροι ελέγχουν το 83,6% των ανοιγμάτων, ενώ έντεκα έχουν περιορισμένη έως μηδενική δραστηριότητα. Συνολικά διαχειρίζονται 91,3 δισ. ευρώ, από τα οποία τα 81,5 δισ. για λογαριασμό αγοραστών πιστώσεων· το 89,5% αυτών είναι μη εξυπηρετούμενα και το 78,7% των μη εξυπηρετούμενων είναι καταγγελμένες απαιτήσεις. Στο α΄ εξάμηνο του 2026 οι αποπληρωμές, οι ρευστοποιήσεις εξασφαλίσεων και οι διαγραφές στο χαρτοφυλάκιο αυτό έφτασαν συνολικά τα 1,8 δισ. ευρώ, με τις πραγματικές αποπληρωμές στο 1,0 δισ. Με απλή προέκταση αυτού του ρυθμού και χωρίς νέες εισροές, η εξάντληση των 81,5 δισ. θα απαιτούσε πάνω από είκοσι χρόνια. Δεν πρόκειται για πρόβλεψη· πρόκειται για μέτρο κλίμακας.
Η Έκθεση εντοπίζει δύο διαρθρωτικά εμπόδια: τον περιορισμένο δανεισμό για την αναδιάρθρωση οφειλών και τις μεγάλες καθυστερήσεις στις νομικές διαδικασίες. Προσθέτει και το πιο πρόσφατο στοιχείο αστάθειας, την απόφαση 6/2026 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τον υπολογισμό τόκων στις δικαστικές ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, που έθεσε σε επανυπολογισμό οφειλές και δόσεις. Την ίδια ώρα η δευτερογενής αγορά ψύχεται: 43 χαρτοφυλάκια αξίας 4,9 δισ. το 2024, 24 αξίας 2,6 δισ. το 2025, 15 αξίας 0,7 δισ. στο α΄ εξάμηνο του 2026. Το νέο πλαίσιο για το ιδιωτικό χρέος, που ανακοίνωσε το υπουργείο Οικονομικών τον Σεπτέμβριο και βρίσκεται υπό διαβούλευση, υπόσχεται ισχυρότερη προστασία των οφειλετών και αυστηρότερη εποπτεία των διαχειριστών. Εκεί θα κριθεί η πραγματική δοκιμασία.
Υπάρχει και ένα δεύτερο, λιγότερο ορατό ίχνος. Το 23,9% των επιχειρηματικών χρηματοδοτήσεων των τραπεζών, περίπου 35 δισ. ευρώ, κατευθύνεται σε χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, κυρίως επειδή οι τράπεζες κρατούν ακόμη τα ομόλογα υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας από τις τιτλοποιήσεις του «Ηρακλή». Το δάνειο έφυγε· η έκθεση έμεινε, σε άλλη μορφή.
Πλούτος χωρίς εισόδημα
46%
της αύξησης του καθαρού πλούτου ανά κάτοικο προήλθε από την άνοδο της αξίας των κατοικιών
Ο καθαρός πλούτος ανά κάτοικο έφτασε τα 87.600 ευρώ στο α΄ τρίμηνο, αυξημένος κατά 7,9%. Η κατοικία αποτελεί το 56,2% των περιουσιακών στοιχείων. Το χρέος προς περιουσιακά στοιχεία είναι 9,2%, χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης (10,4%). Η εικόνα είναι ενός ισολογισμού ασφαλούς. Είναι όμως και η εικόνα μιας χώρας όπου ο πλούτος αυξάνεται κατά 7,9% την ώρα που το πραγματικό εισόδημα μειώνεται κατά 0,4%. Οι αριθμοί αυτοί είναι μέσοι όροι και, στην περίπτωση του πλούτου, προέρχονται από πειραματικά στοιχεία του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών. Ο δείκτης χρέους προς εισόδημα της Έκθεσης (45,3%) περιλαμβάνει, όπως σημειώνεται ρητά, το εισόδημα όλων των νοικοκυριών, ανεξάρτητα από το αν έχουν χρέος. Ο μέσος όρος κρύβει ακριβώς όσους ανησυχούν.
Οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 5,5% σε ετήσια βάση και ο δείκτης (114,2) ξεπερνά κατά περίπου 12% το προηγούμενο ιστορικό υψηλό του 2008 (101,7), σε ονομαστικούς όρους. Οι ξένες άμεσες επενδύσεις σε ακίνητα ήταν κατά μέσο όρο 1,6 δισ. ετησίως την περίοδο 2018-2025, έναντι περίπου 170 εκατ. την περίοδο 2008-2017, και στο α΄ εξάμηνο του 2026 έφτασαν το 1 δισ. (+9,5%). Η προσφορά δεν ακολουθεί: η προστιθέμενη αξία των κατασκευών είναι 2,3% του ΑΕΠ, έναντι 5% στην Ευρώπη· 203.122 καταλύματα είναι εγγεγραμμένα στη βραχυχρόνια μίσθωση· και ένα μέρος του αποθέματος μένει κενό λόγω εκκρεμών διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης, πολυιδιοκτησίας και κόστους ανακαίνισης. Η αύξηση των οικοδομικών αδειών κατά 40,9% στο α΄ εξάμηνο είναι η πρώτη θετική ένδειξη, μετά τη μείωση του 2025.
Η ίδια η Έκθεση παραδέχεται το κοινωνικό αποτέλεσμα: η άνοδος των τιμών και των ενοικίων δυσχεραίνει την πρόσβαση των νοικοκυριών στην αγορά κατοικίας. Η πολιτική κινείται ανάμεσα σε δύο ανάγκες που συγκρούονται: να διευκολυνθεί η πίστη για τους νέους αγοραστές, με ηπιότερα όρια δανεισμού για όσους αγοράζουν για πρώτη φορά και με τους πόρους του «Σπίτι μου ΙΙ», και να μη θερμανθεί περαιτέρω μια αγορά όπου η προσφορά δεν ακολουθεί. Σε μια τέτοια αγορά, η πίστη τείνει να μεταφράζεται σε υψηλότερες τιμές περισσότερο παρά σε περισσότερες κατοικίες.
Υπάρχει και μια κυκλική εξάρτηση που σπάνια διατυπώνεται. Οι εξασφαλίσεις καλύπτουν το 71% των μη εξυπηρετούμενων δανείων· στα στεγαστικά, και σε μεγάλο μέρος των επιχειρηματικών, αυτές είναι ακίνητα, με αξία που καθορίζεται από την ίδια αγορά. Η άνοδος των τιμών συγκρατεί την ανθεκτικότητα των τραπεζών και την ίδια στιγμή αποκλείει ένα μέρος της κοινωνίας από την αγορά. Η σταθερότητα των τραπεζών και η προσιτότητα της κατοικίας, που στη δημόσια συζήτηση παρουσιάζονται ως συμβατοί στόχοι, τραβούν εν μέρει προς αντίθετες κατευθύνσεις.
Το δημοσιονομικό περιθώριο έχει ήδη αξιοποιηθεί
≈ 0
Το σωρευτικό υπόλοιπο του λογαριασμού ελέγχου του κανόνα δαπανών μετά την ευελιξία, εφόσον επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις
Η δημοσιονομική εικόνα είναι από τις λίγες που ευνοούν ανεπιφύλακτα τη χώρα: πρωτογενές πλεόνασμα 3,6% του ΑΕΠ το 2026 και 3,3% το 2027, χρέος που αποκλιμακώνεται από 136,7% σε 128,8% του ΑΕΠ, τρίτη συνεχόμενη χρονιά ονομαστικής μείωσης, με πρόωρες αποπληρωμές 6,9 δισ. ευρώ τον Ιούνιο και 2,5 δισ. τον Σεπτέμβριο. Η έκθεση του χρέους στον επιτοκιακό κίνδυνο είναι περιορισμένη: το χρέος είναι πρακτικά σταθερού επιτοκίου, με μέση διάρκεια ανατιμολόγησης περίπου 18 έτη.
Η Έκθεση δίνει όμως και το συμπληρωματικό στοιχείο. Η υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων οφείλεται, μεταξύ άλλων, στον υψηλότερο πληθωρισμό, στην απασχόληση και στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης, και ο δημοσιονομικός χώρος που προκύπτει χρηματοδοτεί μέτρα για την ενεργειακή κρίση και τις μόνιμες παρεμβάσεις που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ. Οι καθαρές πρωτογενείς δαπάνες αυξάνονται κατά 8% το 2026 έναντι δέσμευσης 3,6%, επειδή τα προηγούμενα έτη η χώρα δαπάνησε λιγότερο από όσο της επιτρεπόταν. Η δημοσιονομική πολιτική χαρακτηρίζεται επεκτατική. Με την ευελιξία της ρήτρας διαφυγής, που επεκτάθηκε τον Οκτώβριο και στην ενεργειακή αυτάρκεια πέρα από την άμυνα, το σωρευτικό υπόλοιπο του λογαριασμού ελέγχου διαμορφώνεται ουσιαστικά στο μηδέν: το διαθέσιμο περιθώριο έχει αξιοποιηθεί πλήρως.
Αυτό δεν είναι κατηγορία· είναι χαρτογράφηση. Μια χώρα που έχτισε αξιοπιστία με πλεονάσματα τη χρησιμοποιεί σήμερα, εύλογα, για να αντισταθμίσει την ενεργειακή κρίση και να στηρίξει εισοδήματα. Το ερώτημα είναι τι μένει για το επόμενο σοκ. Η Έκθεση απαντά έμμεσα: τα ευρωπαϊκά κονδύλια μετά τη λήξη του μέσου ανάκαμψης NGEU, το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034 που ακόμη διαπραγματεύεται, και τα ταμεία για το κλίμα, τον εκσυγχρονισμό και τα νησιά. Ένας προϋπολογισμός που ισορροπεί με ευρωπαϊκή ρευστότητα και με φορολογικά έσοδα ενισχυμένα εν μέρει από τον πληθωρισμό έχει, κατά την εκτίμηση της mywaypress.gr, μικρότερο περιθώριο απ’ όσο δείχνει το πρωτογενές πλεόνασμα.
Ο κίνδυνος που δεν έχει εθνικά σύνορα
38%
των μειζόνων συμβάντων τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών (ΤΠΕ) στις ευρωπαϊκές τράπεζες το 2025 οφείλονταν σε αλλαγές στα ίδια τους τα συστήματα, με παρόμοια ποσοστά στα ελληνικά ιδρύματα το 2026
Η σημασία της Έκθεσης δεν περιορίζεται στα δάνεια. Τα προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης αναγνωρίζονται πλέον επίσημα ως πηγή συστημικού κυβερνοκινδύνου για τον χρηματοπιστωτικό τομέα της ΕΕ, με προειδοποίηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου τον Ιούνιο του 2026, ενώ η ΕΚΤ και η Τράπεζα της Ελλάδος απέστειλαν συστάσεις στα ιδρύματα. Η Έκθεση ξεκαθαρίζει ότι ο κίνδυνος δεν είναι πια αποκλειστικά μελλοντικός: τα μοντέλα αυτά μπορούν να εντοπίζουν και να εκμεταλλεύονται ευπάθειες και να αυξήσουν το πλήθος, την ταχύτητα και την πολυπλοκότητα των επιθέσεων. Στο βάθος βρίσκεται και η κβαντική υπολογιστική, που θέτει το ζήτημα της μετάβασης στη μετακβαντική κρυπτογραφία.
Το δεύτερο σκέλος είναι λιγότερο θορυβώδες και ίσως ουσιαστικότερο: η εξάρτηση. Τα μοντέλα γενικού σκοπού λειτουργούν ως κοινή υποδομή για πλήθος εφαρμογών και, όπως σημειώνει η Έκθεση, ένα σφάλμα σχεδιασμού, μια αστοχία εκπαίδευσης ή μια ευπάθεια μπορεί να πλήξει ταυτόχρονα πολλές εφαρμογές και οργανισμούς. Οι τράπεζες βασίζονται σε εξωτερικές πλατφόρμες υπολογιστικού νέφους, παρόχους δεδομένων και έτοιμα μοντέλα. Εδώ η γλώσσα των κεφαλαιακών δεικτών παύει να επαρκεί. Δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών 14,8% δεν προστατεύει από μια διακοπή που συμβαίνει ταυτόχρονα σε όλους τους πελάτες του ίδιου προμηθευτή. Ο λειτουργικός κίνδυνος αντιπροσωπεύει μόλις το 9,7% των σταθμισμένων ποσών κινδύνου των ελληνικών τραπεζών, και το συχνότερο αίτιο των μειζόνων συμβάντων είναι η ίδια η ψηφιακή μετάβαση. Η προσπάθεια εκσυγχρονισμού γίνεται, ταυτόχρονα, η κύρια πηγή εκτεθειμένης επιφάνειας.
Υπάρχει και μια πιο κοντινή, κοινωνική διάσταση. Σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙΙ του Κανονισμού για την Τεχνητή Νοημοσύνη, τα συστήματα που αξιολογούν ή βαθμολογούν την πιστοληπτική ικανότητα φυσικών προσώπων χαρακτηρίζονται υψηλού κινδύνου. Με άλλα λόγια, ο αλγόριθμος θα συμμετέχει όλο και περισσότερο στην απόφαση ποιος παίρνει στεγαστικό και με ποιους όρους, μέσα στην αγορά που περιγράψαμε. Στην Ελλάδα, με τον ν. 5321/2026, αρχή εποπτείας της αγοράς ορίστηκε η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος, όταν διαπιστώνει τέτοια συστήματα στο πλαίσιο της εποπτείας της, ενημερώνει την Αρχή. Η κατανομή είναι λογική, αλλά λειτουργεί μόνο αν η ενημέρωση δεν καταλήξει υποκατάστατο ελέγχου.
Οι κανόνες αλλάζουν και στην Ευρώπη
Στις 17 Ιουλίου 2026 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε ανακοίνωση για την ανταγωνιστικότητα του τραπεζικού τομέα, με στόχο λιγότερο κατακερματισμό, απλούστευση των κανόνων και διασυνοριακή ενοποίηση. Συγκεκριμένη δέσμη προτάσεων αναμένεται εντός του α΄ τριμήνου του 2027. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η μεγαλύτερη εναρμόνιση συνεπάγεται λιγότερες εθνικές διακριτικές ευχέρειες και ότι θα αντικαταστήσει την πρόταση για Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασφάλισης Καταθέσεων με νέο μηχανισμό, ώστε η κατάρρευση ενός διασυνοριακού ομίλου να μη βαρύνει δυσανάλογα επιμέρους κράτη. Για μια χώρα που στηρίζεται σε εθνικά μακροπροληπτικά εργαλεία, όπως το αντικυκλικό απόθεμα 0,5% και τα όρια δανεισμού στα στεγαστικά, δεν είναι ακόμη σαφές αν και πόσο θα αγγίξει η εναρμόνιση αυτά τα εργαλεία. Η ίδια η Έκθεση παραδέχεται ότι το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από το πώς θα διαμορφωθούν οι τελικές προτάσεις.
Η διάσταση που δεν πρέπει να μας διαφύγει
Ας το πούμε απερίφραστα: η Ελλάδα του 2026 δεν έχει πρόβλημα σταθερότητας των τραπεζών. Έχει πρόβλημα σταθερότητας της κοινωνικής συναίνεσης πάνω στην οποία στηρίζεται η σταθερότητα των τραπεζών.
Η σταθερότητα που περιγράφει η Έκθεση δεν προέκυψε από την εξάλειψη του κινδύνου. Προέκυψε από τη μεταφορά του. Μετακόμισε στο Δημόσιο, που στηρίζει τα κεφάλαια των τραπεζών με αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (36,0% του κεφαλαίου κοινών μετοχών) και με το πρόγραμμα κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής». Μετακόμισε στους οφειλέτες, που βρίσκονται πια απέναντι σε διαχειριστές με αντικείμενο την ανάκτηση και όχι την ανάταξη. Μετακόμισε σε όσους δεν έχουν ακίνητο και, κατά εύλογη εκτίμηση, κυρίως στους νεότερους, για τους οποίους το περιουσιακό στοιχείο που ορίζει την ένταξη στη μεσαία τάξη απομακρύνεται γρηγορότερα από το εισόδημα. Κανένας από τους τρεις αποδέκτες δεν εμφανίζεται στους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας.
Η σημασία αυτής της μεταφοράς είναι πολιτική με την ευρεία έννοια. Μια χρηματοπιστωτική σταθερότητα που το κοινό αντιλαμβάνεται ως σταθερότητα των άλλων, των τραπεζών, των ιδιοκτητών, των θεσμικών επενδυτών, δεν διαρκεί, επειδή το σύστημα εξαρτάται από την ανοχή εκείνων που δεν ωφελούνται από αυτό. Όταν το δημοσιονομικό περιθώριο έχει ήδη αξιοποιηθεί και ο ευρωπαϊκός μηχανισμός ανάκαμψης λήγει, η ανοχή αυτή είναι το τελευταίο αμορτισέρ που απομένει.
Η πρακτική συνέπεια είναι μία: η εποπτική και η οικονομική πολιτική πρέπει να μάθουν να μετρούν τη σταθερότητα με κατανομή και όχι με μέσους όρους. Ασκήσεις αντοχής ανά εισοδηματική κατηγορία νοικοκυριών, δείκτης προσιτότητας της κατοικίας στον πίνακα ελέγχου της μακροπροληπτικής πολιτικής, δημόσια στοιχεία αποπληρωμών ανά διαχειριστή και ανά είδος ρύθμισης. Ό,τι δεν μετριέται δεν εποπτεύεται, και ό,τι δεν εποπτεύεται εμφανίζεται αργότερα ως έκπληξη.
Η εκτίμηση της mywaypress.gr
Τι αντέχει. Η ανθεκτικότητα των τραπεζών και η πορεία του χρέους είναι τεκμηριωμένες και δεν αμφισβητούνται από την παρούσα ανάλυση. Ο κίνδυνος τραπεζικής αστάθειας στον ορατό ορίζοντα είναι, κατά την εκτίμηση της mywaypress.gr, χαμηλός.
Τι δεν τεκμηριώνεται επαρκώς. Ο χαρακτηρισμός του κινδύνου εισοδήματος των νοικοκυριών ως περιορισμένου στηρίζεται σε μέσους όρους, ορισμένοι από τους οποίους προέρχονται από πειραματικά στοιχεία. Αυτό είναι, κατά την mywaypress.gr, το ουσιαστικότερο κενό στη σύγχρονη εποπτική ανάγνωση της κοινωνίας.
Τι παρακολουθούμε τους επόμενους δώδεκα μήνες. Πρώτον, τις εισροές νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων (1,7 δισ. ευρώ στο α΄ εξάμηνο) σε σχέση με τις επαναφορές σε εξυπηρέτηση (388 εκατ.). Δεύτερον, τον δείκτη κάλυψης από προβλέψεις (36,9%). Τρίτον, την πορεία του πραγματικού εισοδήματος σε σχέση με τις τιμές των ακινήτων. Τέταρτον, τον ρυθμό αποπληρωμών των διαχειριστών και το περιεχόμενο του νέου πλαισίου για το ιδιωτικό χρέος. Πέμπτον, την απορρόφηση ευρωπαϊκών πόρων μετά το NGEU.
Συνολική εκτίμηση. Υψηλή εμπιστοσύνη για το τραπεζικό σκέλος της σταθερότητας· επιφυλακτική για το κοινωνικό.
Μια άσκηση για την Τράπεζα της Ελλάδος και τους πολιτικούς
Ένας δείκτης «Ώρες εργασίας για τη δόση»: πόσες ώρες μηνιαίας εργασίας, με τον κατώτατο και με τον διάμεσο μισθό, απαιτεί η εξυπηρέτηση ενός στεγαστικού μέσου ύψους με τα σημερινά επιτόκια (3,7% για τα υφιστάμενα δάνεια διάρκειας άνω των πέντε ετών, 5,1% για διάρκεια ένα έως πέντε έτη), και πώς άλλαξε από το 2010. Μετατρέπει τη σταθερότητα του μέσου όρου σε κάτι που το νοικοκυριό αναγνωρίζει στον μηνιαίο του λογαριασμό.
Πηγή στοιχείων: Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, Οκτώβριος 2026. Οι υπολογισμοί για τη συμβολή των εξόδων τόκων και των προβλέψεων στα κέρδη, για τον ρυθμό εξάντλησης του χαρτοφυλακίου των διαχειριστών, για την απόσταση των τιμών από το υψηλό του 2008 και για το μέγεθος των ομολόγων του «Ηρακλή» είναι εκτιμήσεις της mywaypress.gr από τα δημοσιευμένα μεγέθη. Οι αξιολογήσεις και τα συμπεράσματα αποτελούν άποψη της mywaypress.gr.
Συντακτική σημείωση & πολιτική AI: Κάθε δημοσιευμένο άρθρο στο mywaypress.gr αποτελεί προϊόν ουσιαστικού συντακτικού ελέγχου και ανθρώπινης επιμέλειας, η οποία φέρει την αποκλειστική συντακτική ευθύνη του περιεχομένου (EU AI Act, Art. 50.4). Τηρούμε πλήρως τους κανόνες διαφάνειας και τις εκάστοτε οδηγίες των Εθνικών Αρχών Εποπτείας της Αγοράς.
Φωτογραφία / Εικονογράφηση: Δημιουργήθηκε με χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης (AI Generated Image).
Ανάλυση και σύνθεση: mywaypress.gr
© 2026 mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει




