Άλμα του συνολικού δημόσιου χρέους των ΗΠΑ στο 106,5% του ΑΕΠ
Η ύπαρξη ανώτατου επιτρεπτού ορίου σε τακτά χρονικά διαστήματα στο συνολικό δημόσιο χρέος δεν έχει εμποδίσει την ανοδική του πορεία
Το συνολικό δημόσιο χρέος των ΗΠΑ για το δημοσιονομικό έτος 2018-19 που έληξε στις 30 Σεπτεμβρίου, σημείωσε ετήσια άνοδο κατά 1,2 τρισ. δολάρια έναντι αύξησης κατά 1,3 τρισ. δολάρια που είχε καταγράψει στην προηγούμενη δημοσιονομική περίοδο. Ειδικότερα, το συνολικό δημόσιο χρέος ανήλθε σε 22,7 τρισ. δολάρια ή στο 106,5% του ΑΕΠ, από 105,4% του ΑΕΠ που ήταν στο τέλος του προηγούμενου δημοσιονομικού έτους.
Επισημαίνεται, ότι το συνολικό δημόσιο χρέος των ΗΠΑ χωρίζεται σε δύο κατηγορίες:
Πρώτον, στο χρέος που σχετίζεται με υποχρεώσεις ομοσπονδιακών υπηρεσιών, το μεγαλύτερο τμήμα του οποίου αφορά υποχρεώσεις του Ταμείου Κοινωνικής Ασφάλισης και των Ομοσπονδιακών Συνταξιοδοτικών Ταμείων.
Δεύτερον, σε εκείνο που αφορά υποχρεώσεις προς τρίτους και θα μπορούσε να ονομασθεί «καθαρό» δημόσιο χρέος και το οποίο συνιστά το 74% του συνολικού δημόσιου χρέους.
Το δημοσιονομικό έτος 2018-19, το «καθαρό» δημόσιο χρέος ανήλθε σε 16,8 τρισ. Δολάρια, ενώ οι ενδοκυβερνητικές υποχρεώσεις σε 5,9 τρισ. δολάρια. Στα πλαίσια περιορισμού του συνολικού δημόσιου χρέους, οι αρχές στις ΗΠΑ έχουν επιβάλει ανώτατα επιτρεπτά όρια σε τακτά χρονικά διαστήματα. Το ανώτατο επιτρεπτό όριο του συνολικού δημόσιου χρέους επιβάλλεται από το Κογκρέσο, ενώ αν ξεπεραστεί, το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ δεν μπορεί να εκδώσει έντοκα γραμμάτια, ομόλογα ή διαφορετικού είδους αξιόγραφα. Η κάλυψη υποχρεώσεων προς τρίτους είναι δυνατή εφόσον υπάρχει αντίστοιχη εισροή φορολογικών εσόδων. Εάν τα έσοδα δεν επαρκούν, ο διαχειριστής του συνολικού δημόσιου χρέους πρέπει να επιλέξει μεταξύ της μισθοδοσίας των ομοσπονδιακών εργαζομένων, των παροχών κοινωνικής ασφάλισης ή των τόκων επί του χρέους. Στη διάρκεια των τελευταίων δέκα ετών, το Κογκρέσο αύξησε το ανώτατο επιτρεπτό όριο του χρέους δέκα φορές, ενώ μόνο στα έτη 2008 και 2009 αύξησε το όριο τέσσερις φορές. Στις 2 Αυγούστου 2019, ο Πρόεδρος Trump υπέγραψε νομοσχέδιο που αναστέλλει το ανώτατο επιτρεπτό όριο του χρέους μέχρι την 31η Ιουλίου 2021.
Η ανατομία του συνολικού δημόσιου χρέους
Αξίζει να επισημανθεί ότι τα τελευταία τέσσερα τρίμηνα, η οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών, σε όρους ονομαστικού ΑΕΠ (μη προσαρμοσμένο για τον πληθωρισμό), μεγεθύνθηκε κατά 4,0% (829 δισ. δολάρια), όταν στην ίδια περίοδο, το συνολικό δημόσιο χρέος των ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 5,6% (1,2 τρισ. δολάρια). Συνολικά, από το δημοσιονομικό έτος 2008-9 μέχρι σήμερα, το συνολικό δημόσιο χρέος των Ηνωμένων Πολιτειών έχει καταγράψει αύξηση 147%. Το συνολικό δημόσιο χρέος, από το δημοσιονομικό έτος 2012 έως το 2016, αυξήθηκε κατά μέσο όρο 947 δισ. δολάρια, ετησίως, ενώ μόνο στη διετία 2018-19, αυξήθηκε κατά μέσο όρο 1,23 τρισ. Δολάρια, ετησίως. Όσον αφορά δε, τα επιμέρους τμήματα του συνολικού δημόσιου χρέους, σημειώνεται ότι από το δημοσιονομικό έτος 2008-9 μέχρι το δημοσιονομικό έτος 2018-2019 το «καθαρό» δημόσιο χρέος έχει καταγράψει άνοδο 9,2 τρισ. Δολαρίων, ενώ το χρέος των ομοσπονδιακών υπηρεσιών άνοδο 1,5 τρισ. δολαρίων.
Οι διαρθρωτικοί παράγοντες διόγκωσης του δημόσιου χρέους των ΗΠΑ
Το αυξανόμενο χρέος των Ηνωμένων Πολιτειών είναι αποτέλεσμα της αναντιστοιχίας μεταξύ δαπανών και εσόδων. Ιστορικά, στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα μεγαλύτερα ελλείμματα προήλθαν από αυξημένες δαπάνες που προκάλεσαν οι καταστάσεις εθνικής ανάγκης (πολεμικές συγκρούσεις, η μεγάλη ύφεση του 1929). Ωστόσο, σήμερα, τα ελλείμματα οφείλονται κυρίως σε διαρθρωτικούς παράγοντες:
Πρώτον. Η γήρανση του πληθυσμού. Εκτιμάται ότι 10.000 άτομα ημερησίως θα γίνονται 65 ετών (Peter G. Peterson Foundation) στα επόμενα 18 χρόνια. Επιπλέον, η επονομαζόμενη γενιά των baby boomers (οι γεννηθέντες μεταξύ 1946-1964) αναμένεται να ζήσει περισσότερο από τις προηγούμενες γενιές, γεγονός που αυξάνει τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις των συνταξιοδοτικών ταμείων. Οι νέες δημογραφικές τάσεις ασκούν αυξανόμενη πίεση στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό των ΗΠΑ και ειδικότερα στην κοινωνική ασφάλιση και στα προγράμματα (Medicare, Medicaid) που εξυπηρετούν ηλικιωμένους και ευάλωτους πολίτες.
Δεύτερον. Η αύξηση των δαπανών για την υγειονομική περίθαλψη. Το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης των ΗΠΑ είναι το ακριβότερο παγκοσμίως.
Τρίτον. Το φορολογικό σύστημα δεν αποφέρει αρκετά έσοδα για να καλύψει τις δαπάνες της κυβέρνησης. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι στους πρώτους 11 μήνες του δημοσιονομικού έτους 2018-19 (έως τον Αύγουστο), σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών, τα φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 3,4%, ήτοι λιγότερο από τη μεταβολή του ΑΕΠ (4,0%), κυρίως λόγω των φορολογικών περικοπών. Αντιθέτως, οι κυβερνητικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 7,0%, υπερβαίνοντας κατά πολύ την οικονομική μεγέθυνση.
Η αύξηση του δημόσιου χρέους στις ΗΠΑ αποτελεί πηγή ανησυχίας;
Οι υποστηρικτές της φορολογικής μεταρρύθμισης θεωρούν ότι το συνολικό δημόσιο χρέος έχει προσεγγίσει το σημείο, όπου κρίνεται αναγκαία η ανάληψη δράσης. Εξαιρουμένου του χρέους των ομοσπονδιακών υπηρεσιών, το δημόσιο χρέος ανέρχεται σήμερα στα 16,8 τρισ. δολάρια ή στο 79% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τις πρόσφατες προβλέψεις (Αύγουστος 2019) του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO), το εν λόγω ποσοστό ενδέχεται να αυξηθεί στο 105% μέχρι το 2028, ωστόσο επισημαίνεται ότι οι προβλέψεις υπόκεινται σε αναθεώρηση ανάλογα με τις κυβερνητικές πολιτικές που υιοθετούνται. Σύμφωνα με τον ίδιο φορέα, το πραγματικό ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί κατά 2,3% το 2019, αλλά στη συνέχεια, η ετήσια αύξηση εκτιμάται ότι θα επιβραδυνθεί με μέσο όρο 1,8% μέχρι το 2029 – ήτοι χαμηλότερα από το μακροπρόθεσμο ιστορικό μέσο όρο. Επιπροσθέτως, το «καθαρό» δημόσιο χρέος αναμένεται να αυξηθεί στο 95% του ΑΕΠ το 2029.
Το συνολικό δημόσιο χρέος των ΗΠΑ διαμορφώνεται σε υψηλά επίπεδα και όπως υποδεικνύει η διαχρονική του πορεία, η ανοδική του τάση αναμένεται να διατηρηθεί στα επόμενα έτη. Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι για την εξέλιξή του, οι επικρατούσες οικονομικές συνθήκες έχουν μεγαλύτερη σημασία από το ονομαστικό του επίπεδο.
Όσο τα επιτόκια παραμένουν χαμηλά, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να σταθεροποιήσουν το λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ. Ο λόγος θα παραμείνει αμετάβλητος, αν το χρέος (αριθμητής) μεταβάλλεται με τον ίδιο ρυθμό που μεταβάλλεται και η οικονομία (παρονομαστής). Μακροπρόθεσμα, αν το χρέος δεν αυξηθεί σε υπερβολικό βαθμό, το μόνο που χρειάζεται η κυβέρνηση των ΗΠΑ είναι να διατηρήσει τον προϋπολογισμό (τα έσοδα και τις δαπάνες, εξαιρουμένων των πληρωμών τόκων) σε μια ισορροπία.
Ωστόσο, τι θα μπορούσε να ανησυχήσει τους συμμετέχοντες στις αγορές; Η αδυναμία των Ηνωμένων Πολιτειών να περιορίσουν το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ σε αποδεκτά επίπεδα. Το τι ορίζεται, όμως, ως αποδεκτό επίπεδο αποτελεί πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ των οικονομολόγων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τους κανονισμούς της οικονομικής διακυβέρνησης, έχει θεσπίσει για τα κράτη-μέλη της ως ανώτατο λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ το 60%. Παρόλα αυτά, τα τελευταία χρόνια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχεδιάζει την αλλαγή του εν λόγω ποσοστού, καθώς ο ισχύων λόγος επιβάλλει υπερβολικά περιοριστικά όρια στις εθνικές κυβερνήσεις που αντιμετωπίζουν αναπτυξιακές δυσκολίες.
Πηγή: Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Διευθύνσεως Οικονομικών Μελετών της Alpha Bank




