Ανάπτυξη 2,0% με άδειο ρεζερβουάρ
Τι κρύβει η τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ για την ελληνική οικονομία (Ιούλιος 2026) πίσω από τον ικανοποιητικό ρυθμό μεγέθυνσης
Η ελληνική οικονομία μεγεθύνθηκε κατά 2,0% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο του 2026, έναν ρυθμό που, σε μια χρονιά με πόλεμο στη Μέση Ανατολή, διαταραχή στο Στενό του Ορμούζ και επιβράδυνση σε ολόκληρη την Ευρωζώνη, θα μπορούσε εύκολα να παρουσιαστεί ως επίτευγμα ανθεκτικότητας. Η τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ, που παρουσιάστηκε στις 16 Ιουλίου, δεν αρνείται αυτή την ανάγνωση. Όμως η ίδια η αρχιτεκτονική των στοιχείων που παραθέτει διηγείται μια δεύτερη, λιγότερο καθησυχαστική ιστορία: αυτή μιας οικονομίας που καταναλώνει περισσότερο απ’ όσο παράγει, επενδύει λιγότερο απ’ όσο χρειάζεται και πληρώνει την ενεργειακή της έκθεση χωρίς να το λέει ευθέως.
Η επένδυση που δεν έγινε: πίσω από το εντυπωσιακό +12,1%
Ο αριθμός που τραβά την προσοχή στην έκθεση είναι η αύξηση των πάγιων επενδύσεων κατά 12,1% σε ετήσια βάση το α΄ τρίμηνο — ρυθμός που, μεμονωμένος, θα δικαιολογούσε πανηγυρικούς τίτλους. Ο αριθμός που δεν τραβά την ίδια προσοχή, γιατί είναι θαμμένος δύο γραμμές πιο κάτω στο ίδιο δελτίο τύπου, είναι ότι οι συνολικές επενδύσεις έμειναν στάσιμες: 0,0% σε ετήσια βάση, έναντι ήδη ασθενικού +0,4% το προηγούμενο τρίμηνο.
Η απόσταση ανάμεσα στους δύο αριθμούς δεν είναι στατιστικό περιθώριο· είναι το ίδιο το μήνυμα. Οι πάγιες επενδύσεις —κτίρια, εξοπλισμός, υποδομές— ενισχύονται, κυρίως χάρη στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που εισέρχεται στην τελική του φάση. Όμως η ταχύτερη και εντονότερη μείωση των αποθεμάτων απορροφά σχεδόν όλη αυτή τη δυναμική στο συνολικό ισοζύγιο. Οι επιχειρήσεις, με άλλα λόγια, επενδύουν εκεί που τις υποχρεώνει ή τις επιδοτεί το χρονοδιάγραμμα του ΤΑΑ, αλλά αδειάζουν τις αποθήκες τους αντί να τις ανανεώνουν — μια συμπεριφορά που προδίδει επιφυλακτικότητα για το πώς θα εξελιχθεί η ζήτηση τους επόμενους μήνες, όχι εμπιστοσύνη σε αυτήν.
Η στασιμότητα των συνολικών επενδύσεων δεν είναι απουσία επενδυτικής διάθεσης· είναι απόδειξη ότι η διάθεση αυτή εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από δημόσια χρηματοδότηση με ημερομηνία λήξης.
Το ίδιο το ΙΟΒΕ αναγνωρίζει, στην ενότητα κινδύνων, ότι «οι πάγιες επενδύσεις θα διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα… με τις ιδιωτικές επενδύσεις να διαδέχονται σταδιακά τη δυναμική των δημοσίων καθώς ολοκληρώνεται το ΤΑΑ». Πρόκειται για μια παραδοχή-κλειδί, διατυπωμένη ως προσδοκία παρά ως βεβαιότητα. Το ερώτημα που η έκθεση θέτει, χωρίς να το ονομάζει έτσι, είναι αν η ελληνική επιχειρηματικότητα έχει ήδη αναπτύξει τα δικά της, αυτόνομα κίνητρα επένδυσης, ή αν έχει απλώς μάθει να ακολουθεί το χρηματοδοτικό ημερολόγιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το εξωτερικό έλλειμμα που δεν εξηγείται από το εμπόριο
Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών επιδεινώθηκε στα 8,3 δισεκ. ευρώ το πρώτο τετράμηνο του 2026, από 7,3 δισεκ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι — επιδείνωση περίπου ενός δισεκατομμυρίου ευρώ. Το ενδιαφέρον είναι πού ακριβώς εντοπίζεται αυτή η επιδείνωση, γιατί δεν προέρχεται από το εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών, όπως θα ανέμενε κανείς σε μια οικονομία με αυξανόμενες εισαγωγές εξοπλισμού. Το αντίθετο: το ισοζύγιο αγαθών βελτιώθηκε κατά 888 εκατ. ευρώ, χάρη σε αύξηση εξαγωγών καυσίμων κατά 1,2 δισεκ. ευρώ, και το ισοζύγιο υπηρεσιών βελτιώθηκε κατά 277 εκατ. ευρώ, με ώθηση από τον τουρισμό.
Η πραγματική αιτία της διεύρυνσης είναι το ισοζύγιο δευτερογενών εισοδημάτων, που επιδεινώθηκε κατά 2,1 δισεκ. ευρώ — μια κατηγορία που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ευρωπαϊκές μεταβιβάσεις, εμβάσματα και δημόσιες συνεισφορές. Πρόκειται για μέγεθος που δεν σχολιάζεται καθόλου στην αφήγηση της έκθεσης, παρότι είναι μεγαλύτερο από τη συνολική επιδείνωση του ισοζυγίου. Με απλά λόγια: το εξωτερικό έλλειμμα της χώρας δεν διευρύνεται επειδή η οικονομία εισάγει περισσότερα αγαθά — διευρύνεται επειδή μειώνονται εισροές που δεν σχετίζονται με την παραγωγική δραστηριότητα. Αυτό είναι ευνοϊκό νέο για την ανταγωνιστικότητα βραχυπρόθεσμα, αλλά αποκρύπτει μια δομική αδυναμία: όταν το ΤΑΑ ολοκληρωθεί και οι σχετικές εισροές μειωθούν περαιτέρω, το ισοζύγιο θα εκτεθεί χωρίς αυτό το προσωρινό «μαξιλάρι».
Η ίδια η πρόβλεψη του ΙΟΒΕ για το 2026-2027 προαναγγέλλει περαιτέρω διεύρυνση του εξωτερικού ελλείμματος, με τις εισαγωγές να αυξάνονται ταχύτερα από τις εξαγωγές και τα δύο έτη (3,0% έναντι 2,0% το 2026, 4,2% έναντι 2,5% το 2027). Η εξήγηση που δίνεται —«υψηλής εισαγωγικής έντασης επενδυτική δραστηριότητα»— είναι τεχνικά ακριβής, αλλά αφήνει αναπάντητο το ερώτημα πόσο βιώσιμο είναι ένα αναπτυξιακό μοντέλο που, όσο επενδύει περισσότερο, τόσο επιδεινώνει το ισοζύγιό του.
Ο πόλεμος στο Ορμούζ και η σιωπή για το κόστος ενέργειας
Η έκθεση είναι ιδιαίτερα εκτενής στην περιγραφή της γεωπολιτικής διαταραχής: οι διελεύσεις εμπορικών πλοίων από το Στενό του Ορμούζ παρέμειναν μειωμένες κατά περίπου 90% στο διάστημα Μαρτίου-Ιουλίου 2026, οι ελληνικές εισαγωγές ενεργειακών προϊόντων από τις χώρες του Κόλπου μειώθηκαν κατά 25,6% και η διάρθρωση των προμηθευτών άλλαξε αισθητά, με το Ιράκ να χάνει έδαφος και τη Σαουδική Αραβία και τις ΗΠΑ να το κερδίζουν. Είναι μια ενδιαφέρουσα και τεκμηριωμένη ανάλυση της ενεργειακής ασφάλειας.
Αυτό που απουσιάζει εντελώς είναι η ποσοτικοποίηση του κόστους αυτής της διαταραχής για την ελληνική βιομηχανία και τα νοικοκυριά. Το ΙΟΒΕ αναφέρει ότι ο Δείκτης Τιμών Παραγωγού αυξήθηκε κατά 5,7% το πρώτο πεντάμηνο του 2026, «λόγω ενίσχυσης του υποδείκτη ενέργειας (+9,3%)» — μια αύξηση που μεταφράζεται σε πραγματικό κόστος παραγωγής για κάθε ελληνική βιομηχανία έντασης ενέργειας, από τα τσιμέντα έως τα μέταλλα. Ο πληθωρισμός καταναλωτή, από την πλευρά του, εκτινάχθηκε στο σχεδόν 5% το β΄ τρίμηνο, με την ενέργεια να αποτελεί βασικό μοχλό. Και όμως, πουθενά στην έκθεση δεν υπάρχει μια ενότητα που να εξετάζει ρητά πόσο έχει αυξηθεί το κόστος ενέργειας για τη βιομηχανία σε απόλυτους όρους, πόσο επιβαρύνεται ο μέσος λογαριασμός ρεύματος ενός νοικοκυριού, ή ποιοι κλάδοι είναι πιο εκτεθειμένοι.
Η ενέργεια εμφανίζεται στην έκθεση ως μεταβλητή του πληθωρισμού, όχι ως ζήτημα ανταγωνιστικότητας. Είναι μια επιλογή πλαισίωσης, όχι έλλειψη δεδομένων.
Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία ούτε κακόπιστη — είναι, πιθανότατα, συνέπεια του ρόλου του ΙΟΒΕ ως θεσμού μακροοικονομικής πρόβλεψης, που εξ ορισμού μιλά σε συγκεντρωτικά μεγέθη. Όμως για μια χώρα που εισάγει το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειάς της και έχει ήδη διαρθρωτικά υψηλότερο ενεργειακό κόστος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, η απουσία μιας ρητής, κλαδικής ανάλυσης του ενεργειακού κόστους αφήνει ένα κενό ακριβώς εκεί όπου η οικονομική πολιτική χρειάζεται τη μεγαλύτερη ακρίβεια. Η έκθεση προειδοποιεί ότι «ο συστηματικά υψηλότερος πληθωρισμός στην Ελλάδα έναντι του μ.ό. της Ευρωζώνης… διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα» — αλλά το κάνει σε μία πρόταση, στο τέλος, στην ενότητα κινδύνων, χωρίς αριθμό δίπλα της.
Η επένδυση που δεν φαίνεται στο ΑΕΠ: έρευνα και ανάπτυξη
Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της έκθεσης, λιγότερο σχολιασμένο από τα μακροοικονομικά στοιχεία, αφορά τις δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη. Τα στοιχεία της Eurostat που παραθέτει το ΙΟΒΕ δείχνουν ότι η Ελλάδα παραμένει σταθερά κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 στις συνολικές δαπάνες Ε&Α ως ποσοστό του ΑΕΠ, με τη διαφορά να είναι εντονότερη στον επιχειρηματικό τομέα: οι ελληνικές επιχειρήσεις δαπανούν περίπου το μισό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε έρευνα, μια απόσταση που έχει διευρυνθεί σε βάθος εικοσαετίας, όχι στενέψει.
Το ενδιαφέρον αντίστροφο εύρημα είναι ότι στον δημόσιο τομέα οι ελληνικές δαπάνες Ε&Α έχουν πλέον ξεπεράσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το συμπέρασμα που συνάγεται, αν και δεν διατυπώνεται ρητά στην έκθεση, είναι ότι το πρόβλημα δεν είναι πλέον —ή όχι μόνο— η υποχρηματοδότηση του κράτους στην έρευνα, αλλά η αδυναμία του ιδιωτικού τομέα να μετατρέψει αυτή τη βάση σε καινοτομία με εμπορική αξία. Το ΙΟΒΕ προτείνει «περισσότερα κίνητρα για την ενίσχυση της καινοτομίας των επιχειρήσεων»· είναι μια ορθή διάγνωση, αλλά αναδεικνύει επίσης μια αντίφαση με τη δική του πρόβλεψη ανάπτυξης, που στηρίζεται σε καταναλωτική ζήτηση και δημόσιες επενδύσεις υποδομών, όχι σε παραγωγικότητα βασισμένη στην καινοτομία.
Η γενιά που δεν καταγράφεται πουθενά
Η πιο ανησυχητική, ίσως, ενότητα της έκθεσης αφορά το ποσοστό των νέων 15-29 ετών που παραμένουν εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης και κατάρτισης — τον λεγόμενο δείκτη ΕΑΕΚ. Παρότι η Ελλάδα έχει σημειώσει σύγκλιση τα τελευταία χρόνια από τα εκρηκτικά επίπεδα της δεκαετίας της κρίσης, το ποσοστό παραμένει σταθερά υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ-27, με τη διαφορά να διευρύνεται ανάμεσα στις γυναίκες, στους νέους 18-29 ετών και στις περιφέρειες της νησιωτικής και βόρειας Ελλάδας.
Το εύρημα που ξεχωρίζει, όμως, και αντιστρέφει μια διεθνή κανονικότητα, είναι το εξής: στην υπόλοιπη Ευρώπη, όσο υψηλότερο είναι το μορφωτικό επίπεδο ενός νέου, τόσο μικρότερη η πιθανότητα να βρεθεί εκτός αγοράς εργασίας και εκπαίδευσης. Στην Ελλάδα ισχύει το αντίθετο: οι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εμφανίζουν υψηλότερο ποσοστό ΕΑΕΚ από τους συνομηλίκους τους με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, και υψηλότερο από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο για αποφοίτους τριτοβάθμιας. Πρόκειται για ένα εύρημα που θα έπρεπε να βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε συζήτησης για παραγωγικότητα και brain drain, καθώς περιγράφει μια αγορά εργασίας που δεν απορροφά επαρκώς ακριβώς το ανθρώπινο κεφάλαιο στο οποίο η χώρα έχει επενδύσει περισσότερο.
Η σύνδεση με το προηγούμενο κεφάλαιο δεν είναι τυχαία: μια οικονομία με χαμηλές επιχειρηματικές δαπάνες Ε&Α δεν δημιουργεί αρκετές θέσεις εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας για να απορροφήσει τους αποφοίτους της. Οι δύο δείκτες, η χαμηλή καινοτομία και η υψηλή αδράνεια των πτυχιούχων, περιγράφουν την ίδια δομική αδυναμία από δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες.
Ανάπτυξη δανεισμένου χρόνου
Συνδυάζοντας τα επιμέρους ευρήματα, προκύπτει ένα μοτίβο συνεκτικότερο από όσο επιτρέπει να φανεί ο τίτλος «ανάπτυξη 2,0%». Η ελληνική οικονομία μεγεθύνεται με καύσιμο που δεν είναι διαρθρωτικό: δημόσια επενδυτική δαπάνη προερχόμενη κυρίως από το ΤΑΑ, ιδιωτική κατανάλωση στηριζόμενη σε φορολογικές ελαφρύνσεις και αύξηση μισθών, και ένα εξωτερικό ισοζύγιο που εμφανίζεται καλύτερο απ’ όσο είναι επειδή συρρικνώνονται εισροές άσχετες με την παραγωγή. Ταυτόχρονα, οι δύο δείκτες που θα καθόριζαν αν αυτή η ανάπτυξη μπορεί να γίνει αυτοσυντηρούμενη —η ιδιωτική επένδυση σε καινοτομία και η αξιοποίηση του ανθρώπινου κεφαλαίου— παραμένουν αδύναμοι.
Το ΙΟΒΕ το διατυπώνει, με τη δική του θεσμική γλώσσα, ως «παρατεταμένη αβεβαιότητα και δύσκολες επιλογές». Ο πρόεδρος του ιδρύματος, Γιάννης Ρέτσος, το συνέδεσε ρητά με το γεγονός ότι η χώρα «μπαίνει σε προεκλογικό τοπίο», ενώ ο γενικός διευθυντής Νίκος Βέττας προειδοποίησε ότι «η θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας μεσοπρόθεσμα δεν είναι διασφαλισμένη». Είναι μια σπάνια στιγμή ειλικρίνειας από θεσμό που συνήθως προτιμά τη μέτρια αισιοδοξία. Το ερώτημα που μένει ανοιχτό δεν είναι αν η οικονομία θα αναπτυχθεί το 2026 —το ΙΟΒΕ προβλέπει 1,8%— αλλά αν, όταν τελειώσουν τα κεφάλαια του ΤΑΑ, θα έχει αποκτήσει τη δική της, ανεξάρτητη δυναμική.
Τα βασικά μεγέθη
| Δείκτης | 2025 | 2026 (πρόβλ.) | 2027 (πρόβλ.) |
| ΑΕΠ | 2,2% | 1,8% | 2,0% |
| Ιδιωτική κατανάλωση | 1,9% | 1,6% | 1,9% |
| Ακαθάριστες πάγιες επενδύσεις | 8,3% | 7,6% | 8,5% |
| Ακαθάριστες συνολικές επενδύσεις | -3,4% | 5,2% | 7,7% |
| Εξαγωγές | 1,7% | 2,0% | 2,5% |
| Εισαγωγές | -1,1% | 3,0% | 4,2% |
| Πληθωρισμός (ΕνΔΤΚ) | 2,9% | 3,7% | 2,7% |
| Ανεργία | 8,9% | 8,7% | 8,2% |
Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ (2025, πραγματοποιηθέντα), εκτιμήσεις ΙΟΒΕ (2026-2027). Επεξεργασία: mywaypress.gr
#LensMyWayPress — Η μεγάλη εικόνα
Η έκθεση αφιερώνει μία ολόκληρη ενότητα στη σύσταση Αποταμιευτικών Επενδυτικών Λογαριασμών (ΑΠΕΛ) για τα ελληνικά νοικοκυριά — πρόταση που αναλύουμε σε επόμενο άρθρο. Η σύμπτωση δεν είναι άσχετη με όσα προηγήθηκαν: αν η ιδιωτική επένδυση εξαρτάται σήμερα από δημόσια κονδύλια με ημερομηνία λήξης, ένα εργαλείο που κινητοποιεί την ιδιωτική αποταμίευση προς παραγωγικές τοποθετήσεις δεν είναι απλώς μια φορολογική ευκολία για τη μεσαία τάξη — είναι, ενδεχομένως, το μόνο διαθέσιμο υποκατάστατο του ΤΑΑ μετά το 2026.
© 2026 mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει




