Απαραίτητη όσο ποτέ, η ανάγκη διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων

Είναι άξιο λόγου, ότι μέχρι σήμερα, έχουν δαπανηθεί διεθνώς σε προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης $15 τρισ., που δεν έχουν κατορθώσει να προσφέρουν ισχυρή ώθηση στην παγκόσμια οικονομία

 
Οι διεθνείς αγορές, τα τελευταία εικοσιτετράωρα, κινούνται στον απόηχο της ομιλίας της επικεφαλής της Fed Janet Yellen, στο Economic Club της Νέας Υόρκης.

Η πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τραπέζης των ΗΠΑ εξέφρασε την άποψη ότι η παγκόσμια οικονομική και χρηματοοικονομική αβεβαιότητα, η οποία αποδίδεται σε μεγάλο ποσοστό στην οικονομική επιβράδυνση της Κίνας και της κατάρρευσης των τιμών του πετρελαίου, έχει αυξήσει τους κινδύνους για την οικονομία των ΗΠΑ και κατά συνέπεια δικαιολογείται ένας βραδύτερος ρυθμός ανόδου των επιτοκίων.

Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η Janet Yellen, η υψηλή μεταβλητότητα στις αγορές τόσο το καλοκαίρι του 2015, όσο και στις αρχές του 2016, καταδεικνύει ότι οι εξωτερικοί κίνδυνοι για την οικονομία των ΗΠΑ δεν μπορούν να αγνοηθούν, ιδίως όταν τα οικονομικά δεδομένα του πρώτου τριμήνου του 2016, εμφανίζουν μια συγκεχυμένη εικόνα.

Παράλληλα, επεσήμανε τις αμφιβολίες της για το αν η ενίσχυση του δομικού πληθωρισμού από την αρχή του έτους αποτελεί οιωνό ανοδικής τάσης. Τα σχόλια της επικεφαλής της Fed, έρχονται σε αντίθεση με τις πρόσφατα διατυπωθείσες αισιόδοξες δηλώσεις, μελών της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής (FOMC). Χαρακτηριστική, η πρόσφατη δήλωση από τον John Williams, ότι η οικονομία των ΗΠΑ είναι σε πολύ ισχυρότερη θέση έναντι της Ευρώπης και της Ιαπωνίας, με σταθερό πληθωρισμό και υψηλή ανάπτυξη της απασχόλησης. Ωστόσο, τα σχόλια της Janet Yellen, καθορίζουν με σαφήνεια τους κινδύνους που ελλοχεύουν για την οικονομία των ΗΠΑ και τις πιθανές επιπτώσεις που μπορούν να έχουν στις αναπτυξιακές προοπτικές και τον πληθωρισμό.

Σύμφωνα με την επικεφαλής της Fed, η οικονομική επιβράδυνση της Κίνας, εντείνει την ανησυχία για τις εγχώριες αναπτυξιακές δυνατότητες της οικονομίας των ΗΠΑ. Ως εκ τούτου, η επικεφαλής της Fed, υιοθέτησε επιφυλακτική στάση για την μελλοντική νομισματική πολιτική, αποφεύγοντας να δώσει μια ξεκάθαρη απάντηση στο πότε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα θα πραγματοποιήσει την επόμενη αύξηση των επιτοκίων.

Εάν δεν υπάρξουν εκπλήξεις στο επερχόμενο δημοψήφισμα του Ηνωμένου Βασιλείου, εκτιμάται ότι η Fed θα αυξήσει το βασικό της επιτόκιο δύο φορές εντός του έτους (Ιούνιο, Δεκέμβριο).

Παράλληλα, η πρόεδρος της Fed προσπάθησε να ενισχύσει την επενδυτική ψυχολογία, τονίζοντας τη δυνατότητα χρήσης και άλλων μέσων για τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας στην περίπτωση εμφάνισης νέας οικονομικής ύφεσης, αναφέροντας χαρακτηριστικά την αγορά ομολόγων ή την ανταλλαγή βραχυπρόθεσμων ομολόγων με ομολογιακές εκδόσεις μεγαλύτερης διάρκειας.

Η πρόεδρος της Fed δεν παρέλειψε να επισημάνει την απουσία της δημοσιονομικής πολιτικής στην αναπτυξιακή διαδικασία, σε περίοδο που τα χαμηλά επιτόκια ευνοούν την ανάληψη έργων υποδομής.

Ωστόσο, η Yellen δεν αναφέρθηκε όπως είχε πράξει στο παρελθόν, στην υιοθέτηση της πολιτικής αρνητικών επιτοκίων, που εφαρμόζουν ήδη άλλες κεντρικές τράπεζες. Άλλωστε, τα αρνητικά επιτόκια δεν έχουν δώσει μέχρι σήμερα σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη ή τον πληθωρισμό, αλλά αντιθέτως έχουν δημιουργήσει οικονομικές και χρηματοπιστωτικές στρεβλώσεις. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι κρατικά ομόλογα συνολικής αξίας άνω των $26 τρισ. διαπραγματεύονται με αποδόσεις μικρότερες του 1%, ενώ το 7-ετές κρατικό ομόλογο της Γερμανίας, με αρνητική απόδοση.

Τα αρνητικά επιτόκια περιορίζουν σε ένα βαθμό την πιστωτική ζήτηση, επηρεάζοντας κατά συνέπεια την οικονομική δραστηριότητα, ενώ μπορούν να δημιουργήσουν αποπληθωριστικές πιέσεις. Υπενθυμίζεται, ότι τα αρνητικά επιτόκια αποτελούν πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπέζης (-0,40%), της ΤτΕλβετίας (-0,75%), της ΤτΣουηδίας (- 0,35%) και της ΤτΙαπωνίας (-0,10%).

Οι πολιτικές υιοθέτησης αρνητικών επιτοκίων και τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) εμφανίζονται να μην έχουν την προσδοκώμενη αποτελεσματικότητα. Είναι άξιο λόγου, ότι μέχρι σήμερα, έχουν δαπανηθεί διεθνώς σε προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης $15 τρισ., που δεν έχουν κατορθώσει να προσφέρουν ισχυρή ώθηση στην παγκόσμια οικονομία.

Ο πληθωρισμός συνεχίζει να υπολείπεται των στόχων που έχουν θέσει οι κεντρικές τράπεζες, ενώ οι τελευταίες επιζητούν την εξασθένιση των νομισμάτων τους, χωρίς να το διατυπώνουν ευθέως. Όπως όλα υποδεικνύουν οι κεντρικές τράπεζες έχουν τολμήσει περισσότερα από όσα θα προσδοκούσαμε, με αποτέλεσμα να είναι απαραίτητη όσο ποτέ, η ανάγκη διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Πηγή: Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Διευθύνσεως Οικονομικών Μελετών της Alpha Bank

Σχετικά Άρθρα