Γ.Μπουτάρης: «Η μεταρρύθμιση της ελληνικής αυτοδιοίκησης προϋπόθεση επιβίωσης»
Η δημιουργία μητροπολιτικών Δήμων με συγκεκριμένες αναπτυξιακές και αντίστοιχα θεσμικές δυνατότητες είναι μία μεταρρύθμιση η οποία μπορεί να σηματοδοτήσει τη βούληση για μία πιο αυτόνομη λειτουργία της τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού, τόνισε κατά την διάρκεια ομιλίας του στο συνέδριο της ΚΕΔΕ ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γ.Μπουτάρης. Αναλυτικά ο κ.Μπουτάρης ανέφερε:
«Το συνέδριο αυτό πραγματοποιείται στην κορύφωση της κρίσης που βιώνει η χώρα μας. Μιας κρίσης που, ενώ επιφανειακά χαρακτηρίζεται ως οικονομική, στην πραγματικότητα είναι κρίση θεσμών και αξιών, με άμεση αντανάκλαση κυρίως στον τομέα της δημόσιας και ιδιωτικής οικονομίας.
Η Αυτοδιοίκηση έχει υποστεί σημαντικές επιπτώσεις από την κρίση, αφού έχει ήδη απολέσει σχεδόν το 60% των πόρων που εισέπραττε πριν από μια πενταετία. Τώρα καλείται να συνεισφέρει ό,τι αποθεματικά διαθέτει ακόμη, προκειμένου να μείνει όρθια η χώρα – και το κάνει.
Η συνέχιση της εύρυθμης λειτουργίας της Αυτοδιοίκησης στην συγκεκριμένη συγκυρία απαιτεί σημαντικές αλλαγές, αφενός στον τρόπο που αντιμετωπίζει το κεντρικό Κράτος την Αυτοδιοίκηση και αφετέρου στον τρόπο που λειτουργεί η ίδια η Αυτοδιοίκηση. Ποιες είναι όμως οι πλέον άμεσες και αναγκαίες αλλαγές για την Αυτοδιοίκηση;
Η πλέον σημαντική αλλαγή στην λειτουργία της Αυτοδιοίκησης είναι ότι πρέπει πλέον να μάθει να στηρίζεται στα πόδια της περισσότερο με τις δικές της προσπάθειες και λιγότερο με την κρατική στήριξη. Αυτό προϋποθέτει μία σημαντική θεσμική αλλαγή που πρέπει να ξεκινήσει από το κεντρικό Κράτος.
Η δημιουργία μητροπολιτικών Δήμων με συγκεκριμένες αναπτυξιακές και αντίστοιχα θεσμικές δυνατότητες είναι μία μεταρρύθμιση η οποία μπορεί να σηματοδοτήσει τη βούληση για μία πιο αυτόνομη λειτουργία της τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού. Η μεταρρύθμιση στην τοπική αυτοδιοίκηση της Ιταλίας με τον νόμο Ντελ Ρίο μπορεί να μας δώσει πολλά παραδείγματα. Τα οφέλη από την αυτοτροφοδοτούμενη ανάπτυξη μπορούν να διαχυθούν στην τοπική κοινωνία, εφόσον δημιουργηθεί το αντίστοιχο θεσμικό πλαίσιο που θα ενισχύει την έννοια της οικονομικής αυτοτέλειας. Με λίγα λόγια η δυνατότητα του Δήμου να εισπράττει το μερίδιο που του αναλογεί μέσα από το εισόδημα που θα δημιουργεί η τοπική ανάπτυξη. Η οικονομική αυτοτέλεια ενισχύεται περαιτέρω από την είσπραξη από τους Δήμους του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας στο σύνολό του, κάτι που ισχύει στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, και μπορεί να λειτουργήσει ανταποδοτικά στην ανάπλαση και ανάπτυξη ορισμένων περιοχών σε κάθε Δήμο. Αυτές οι πρωτοβουλίες, βέβαια, προϋποθέτουν μια πολύ σημαντική αλλαγή του τρόπου που το κεντρικό Κράτος βλέπει την Αυτοδιοίκηση, αλλά δεν είμαι και πολύ βέβαιος ότι θα συμβεί.
Είναι αυτονόητο ότι σε καμία περίπτωση δεν προτείνω την περαιτέρω φορολογική επιβάρυνση των πολιτών και των επιχειρήσεων, αλλά και ούτε να αφεθούν οι Δήμοι στην τύχη τους. Η δημοσιονομική εξισορρόπηση που γίνεται σήμερα μέσα από τους ΚΑΠ και την ΣΑΤΑ πρέπει να συνεχιστεί με έμφαση στην στήριξη των μικρών και με λίγους πόρους Δήμων, ιδίως στην νησιωτική και ορεινή Ελλάδα. Τουλάχιστον, να «πιάσουμε» τους μέσους όρους κρατικής χρηματοδότησης των ΟΤΑ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή να φτάσει από περίπου 3% στο 8% του ΑΕΠ.
Οι Δήμοι είναι επιφορτισμένοι με την παροχή βασικότατων δημόσιων αγαθών στον πολίτη. Ενδεικτικά αναφέρω την κοινωνική αλληλεγγύη, την κατασκευή και συντήρηση των σχολείων, την αποκομιδή των απορριμμάτων και την ύδρευση και αποχέτευση (εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης).
Πλέον πρέπει να αντιληφθούμε ότι η παροχή κάποιων από αυτά τα βασικά αγαθά από μεμονωμένους Δήμους είναι πολύ ακριβή. Η δημιουργία οικονομιών κλίμακας είναι πρώτη και άμεση προτεραιότητα. Αυτή η οικονομία κλίμακας μπορεί να επιτευχθεί κυρίως από διαδημοτικές συμπράξεις.
Για παράδειγμα η διάσπαση της ενιαίας αλυσίδας της αποκομιδής και της διαχείρισης/αξιοποίησης των αστικών απορριμμάτων, μεταξύ διαφορετικών φορέων ούτε ορθολογική είναι αλλά και ούτε κάποια οικονομία κλίμακας εξασφαλίζει.
Το ίδιο και με τις ΔΕΥΑ. Η ύπαρξη περίπου 130 ΔΕΥΑ, δεν δημιουργεί καμία οικονομία κλίμακας αλλά και ούτε μπορεί να εξασφαλίσει την βιωσιμότητά τους. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στην Ολλανδία ο αντίστοιχος αριθμός είναι κάτω από δέκα.
Όσον αφορά τις κοινωνικές δομές των Δήμων, οι οποίες αποτελούν το βασικό δίχτυ ασφαλείας του πολίτη, η ανάγκη διασφάλισης μόνιμων και χρηματοδοτούμενων δομών και όχι μέσα από προγράμματα του ΕΣΠΑ είναι άμεσης προτεραιότητας. Ακόμη και σε αυτόν τον τομέα η ενισχυμένη οικονομική αυτοτέλεια των Δήμων θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει αντίστοιχες δομές.
Οι διαδημοτικές συμπράξεις μπορούν να αξιοποιηθούν ακόμη και για την άσκηση βασικών αρμοδιοτήτων ιδίως σε κάποιες περιπτώσεις μικρών Δήμων. Εφόσον αποδεχόμαστε ότι οι εκατοντάδες αρμοδιότητες του Καλλικράτη, ισχύουν το ίδιο για τον Δήμο Κάσου με τον ένα υπάλληλο και για τον Δήμο Θεσσαλονίκης με τους τρεις χιλιάδες υπαλλήλους, τότε πρέπει κάτι να κάνουμε για να λειτουργήσουν αξιοπρεπώς οι μικροί Δήμοι.
Αφήνω για το τέλος δύο τομείς που για μένα είναι κορυφαίας σημασίας και για τον λόγο αυτό στον Δήμο Θεσσαλονίκης προσπαθούμε να τους βελτιώσουμε με κάθε δυνατό τρόπο. Αυτοί οι τομείς είναι η διοικητική μεταρρύθμιση και η συμμετοχή και κινητοποίηση των πολιτών.
Το πολυτιμότερο στοιχείο κάθε οργανισμού, είτε δημόσιου είτε ιδιωτικού, είναι οι εργαζόμενοί του. Αυτοί που τελικά θα συνεισφέρουν στην επίτευξη ή μη του τελικού αποτελέσματος. Το δεύτερο στοιχείο που καθορίζει την επίτευξη του τελικού αποτελέσματος είναι η ύπαρξη απλών και αυτοματοποιημένων διαδικασιών.
Δυστυχώς στο Δημόσιο τομέα, η ύπαρξη ενός δαιδαλώδους θεσμικού πλαισίου και η κακή εφαρμογή της έννοιας της γραφειοκρατίας, δεν βοηθούν ούτε στην μέγιστη αξιοποίηση των ανθρώπων ούτε στην εγκαθίδρυση απλών και αυτοματοποιημένων διαδικασιών. Ενδεικτικό παράδειγμα, αποτελεί η περιοδική πρόσληψη εργαζομένων με οχτάμηνες συμβάσεις για την κάλυψη των αναγκών των υπηρεσιών καθαριότητας.
Η υλοποίηση της διοικητικής μεταρρύθμισης προϋποθέτει σημαντικές μεταρρυθμίσεις που θα ξεκινήσουν από το κεντρικό επίπεδο και θα υλοποιηθούν στο επίπεδο των Δήμων. Η διοικητική μεταρρύθμιση πρέπει να δώσει απαντήσεις στα παρακάτω ερωτήματα:
- Υπάρχει η διαδικασία πρόσληψης και τοποθέτησης του κατάλληλου ανθρώπου στην κατάλληλη θέση μέσα από αξιοκρατικές και διαφανείς διαδικασίες;
- Υπάρχει η επιστημονικά τεκμηριωμένη μέθοδος αξιολόγησης (μέσα από την εφαρμογή στρατηγικού σχεδιασμού και στοχοθεσίας), η οποία θα επιβραβεύει τους καλύτερους και θα βοηθάει στην βελτίωση των υπολοίπων, ιδίως μέσα από διαδικασίες επιμόρφωσης; Φυσικά δεν μιλάμε επ’ ουδενί για απολύσεις.
- Υπάρχει η διαδικασία για να διαπιστωθούν και να αξιοποιηθούν με τον κατάλληλο τρόπο οι διοικητικές ικανότητες ενός υπαλλήλου και να μην βασιζόμαστε σε κριτήρια τύπου βαθμός πτυχίου, αριθμός σεμιναρίων και προϋπηρεσία ανεξαρτήτου απόδοσης, προκειμένου ένας υπάλληλος να τοποθετηθεί σε θέση ευθύνης;
- Υπάρχει ξεκάθαρα σε όλους μας (εννοώντας τους αιρετούς) ο σαφής διαχωρισμός της ιδιότητας του εργαζόμενου στο Δήμο, από την ιδιότητα του ψηφοφόρου στις επόμενες εκλογές;
- Έχουμε φροντίσει για την αποφυγή της πλήρους πολιτικοποίησης των δημοτικών υπηρεσιών, μέσα από την οριοθέτηση του ρόλου της πολιτικής και της υπηρεσιακής ηγεσίας, ώστε να εξασφαλίσουμε τη συνέχεια της διοίκησης;
Αν η απάντηση σε όλα τα παραπάνω δεν είναι θετική, τότε η ανάγκη για μεταρρυθμίσεις, ιδίως από το κεντρικό Κράτος είναι άμεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε Δήμος δεν μπορεί να προχωρήσει σε αυτά που μπορεί να κάνει μόνος του, χωρίς την ανάγκη κεντρικών μεταρρυθμίσεων.
Αφήνω για το τέλος έναν τομέα που αποτελεί για μένα την ειδοποιό διαφορά της Αυτοδιοίκησης από το Κεντρικό Κράτος σε σχέση με την εφαρμογή των δημοκρατικών διαδικασιών και αυτός είναι η συμμετοχή των πολιτών σε βασικούς τομείς πολιτικής του Δήμου. Έννοιες όπως ο συμμετοχικός προϋπολογισμός είναι γνωστές και έχει επιχειρηθεί η εφαρμογή τους στην Ελλάδα σε προηγούμενες περιόδους χωρίς όμως ιδιαίτερα αποτελέσματα.
Μέσα από τον Καλλικράτη επιχειρήθηκε αυτή η θεσμοποίηση της συμμετοχής των πολιτών, μέσω της Δημοτικής Επιτροπής Διαβούλευσης, χωρίς πάλι ιδιαίτερα αποτελέσματα.
Η ενεργοποίηση της συμμετοχής των πολιτών θα επιτευχθεί μόνον εφόσον κερδηθεί η εμπιστοσύνη του πολίτη προς την πολιτική και τους πολιτικούς. Θεωρώ ότι η αυτή κρίση αποτελεί την πιο σημαντική ευκαιρία αναστροφής του κλίματος της απαξίωσης της πολιτικής στη χώρα μας και εμείς ως αιρετοί έχουμε τη μεγάλη ευθύνη να αποκαταστήσουμε αυτού του είδους την εμπιστοσύνη. Άλλωστε η πολιτική και η δημοκρατία αποτελούν τη μόνη λύση επίλυσης κοινών προβλημάτων και η Αυτοδιοίκηση προσφέρεται ως ο κατ’ εξοχήν χώρος για την εφαρμογή της».




