Η μείωση του δημόσιου χρέους θα παραμείνει ημιτελής αν η οικονομία παράλληλα αναπαράγει ιδιωτική υπερχρέωση

Η Ελλάδα μειώνει το δημόσιο χρέος με ρυθμό που δεν έχει προηγούμενο στην Ευρώπη. Όμως πίσω από τις πρόωρες αποπληρωμές των 28 δισ. ευρώ κρύβεται ένας άλλος αριθμός: το ιδιωτικό χρέος των 407,6 δισ. — σχεδόν 1,5 φορά το ΑΕΠ.

 
Η αφήγηση της αποκλιμάκωσης και ο αριθμός που λείπει

 
Σύνταξη: Αναλυτική Ομάδα mywaypress.gr

 
Ο αριθμοί στο επίκεντρο

Δείκτης Επίπεδο / Αξία Εξέλιξη
Δημόσιο χρέος / ΑΕΠ (2025) ~146% Μείωση από 206% (2020)
Δημόσιο χρέος / ΑΕΠ (πρόβλεψη 2026) 136,8% Κάτω από Ιταλία για πρώτη φορά
Ιδιωτικό χρέος / ΑΕΠ (Γ’ τρίμ. 2025) 164% 407,6 δισ. ευρώ — ανοδικά
GLF πρόωρες αποπληρωμές (σωρ.) >28 δισ. ευρώ Από τέλος 2022 έως Ιούν. 2026
Κόστος εξυπηρέτησης χρέους <1,8% Χαμηλότερο στην ιστορία
Μέση διάρκεια χρέους >18 έτη Από τα μεγαλύτερα παγκοσμίως
Συνολικές δημοσ. παρεμβάσεις 2025-27 ~11 δισ. ευρώ Αυξανόμενο κόστος ετησίως
Ευρωπαϊκός μέσος όρος δημ. χρέους ~58,4% Ελλάδα: ~2,5x πάνω από μ.ο.

 
Το επίτευγμα που δεν υπάρχει λόγος να υποτιμηθεί

Άρθρο του Χρήστου Σταϊκούρα, πρώην υπουργού Οικονομικών, στο capital.gr εκθέτει μια πραγματική στρατηγική επιλογή — και όχι απλώς ένα τεχνοκρατικό κατόρθωμα. Η Ελλάδα έχει πετύχει κάτι που ελάχιστοι πίστευαν εφικτό τη δεκαετία της κρίσης: να μειώσει το δημόσιο χρέος από το  κορυφαίο επίπεδο του ~206% του ΑΕΠ το 2020 σε ~146% το 2025, και να αναμένεται να υποχωρήσει στο 136,8% το 2026 — οριακά κάτω από την Ιταλία για πρώτη φορά στην ιστορία.

Η πρόωρη εξόφληση δανείων του ΔΝΤ (8,17 δισ. ευρώ τον Απρίλιο 2022) και η συνεχής απομείωση των διμερών δανείων GLF — που πλέον ξεπερνούν συνολικά τα 28 δισ. ευρώ με την αναμενόμενη συναλλαγή του Ιουνίου 2026 — δεν αποτελεί απλώς «διαχείριση ισολογισμού». Αποτελεί επαναπρογραμματισμό ληκτότητας με ορίζοντα δεκαετιών: η μέση διάρκεια του ελληνικού χρέους ξεπερνά τα 18 έτη και το κόστος εξυπηρέτησης διατηρείται κάτω του 1,8%, πρωτοφανές για οικονομία που πριν 15 χρόνια εξαρτιόταν από εξωτερική βοήθεια επιβίωσης.

“Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας το 2023 και η μετέπειτα αναβάθμιση αντικατοπτρίζουν μία μεταβολή: μια οικονομία που εμφανίζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα.” — Χρήστος Σταϊκούρας

Αυτά τα στοιχεία δεν είναι πολιτικό αφήγημα. Αποτελούν επαληθεύσιμη δημοσιονομική πραγματικότητα. Ωστόσο, η αφήγηση Σταϊκούρα περνά επικίνδυνα κοντά στο να μετατρέψει μια δύσκολη και εν πολλοίς δεσμευτική διαδικασία σε εθελοντική επιλογή ευθύνης — παραλείποντας να αναφέρει αριθμούς που αλλάζουν ουσιαστικά το πλαίσιο.

 
 Ο αριθμός που λείπει: το ιδιωτικό χρέος

Ο Σταϊκούρας αναφέρεται στη βελτίωση της «πιστοληπτικής εικόνας» της χώρας ως μοχλό που «διευκολύνει την πρόσβαση επιχειρήσεων και τραπεζών σε χρηματοδότηση». Όμως παραλείπει εντελώς να αναφερθεί στο πρόβλημα που κάνει αυτή την αισιοδοξία ημιτελή: το ιδιωτικό χρέος.

Σύμφωνα με δεδομένα του ΙΟΒΕ για το τρίτο τρίμηνο του 2025, το συνολικό ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα ανήλθε στα 407,6 δισ. ευρώ — ποσό που αντιστοιχεί στο 164% του ΑΕΠ, αυξημένο από 392,8 δισ. ευρώ το 2024. Τα 245 δισ. ευρώ από αυτά αντιστοιχούν σε χρέος προς χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και servicers (περίπου 98,6% του ΑΕΠ). Τα ασφαλιστικά χρέη μόνα τους αγγίζουν τα 50,7 δισ. ευρώ, με 1,5 εκατομμύριο αυτοαπασχολούμενους και εργοδότες να έχουν ανεξόφλητες υποχρεώσεις.

Αν το δημόσιο χρέος αποκλιμακώνεται, το ιδιωτικό αντίθετα συσσωρεύεται — και αυτό δεν οφείλεται σε «πιστωτική επέκταση» υπό την καθαρή έννοια της επένδυσης, αλλά εν μέρει στη συνεχιζόμενη συσσώρευση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων, σε συνδυασμό με δυσκολίες νοικοκυριών που εξακολουθούν να καλύπτουν ανάγκες κατανάλωσης μέσω δανεισμού ή ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων.

Δημόσιο χρέος: 136,8% ΑΕΠ (2026) — μειούμενο. Ιδιωτικό χρέος: 164% ΑΕΠ (2025) — αυξανόμενο. Συνολική έκθεση: περίπου 300% του ΑΕΠ.

Σε συνολική προοπτική, η Ελλάδα δεν είναι μια «χώρα με χρέος» — έχει δύο παράλληλες κρίσεις χρέους, μία δημόσια που διαχειρίζεται αποτελεσματικά, και μία ιδιωτική που δεν έχει ακόμη βρει τον «εξυγιαντή» της. Ο Σταϊκούρας δεν αναφέρεται σε καμία από αυτές τις πτυχές.

 
Η κριτική των κυβερνητικών πολιτικών που αυξάνουν το χρέος

Το άρθρο Σταϊκούρα παρουσιάζει την αποκλιμάκωση ως μονόδρομο που εφαρμόστηκε «με συνέπεια». Ωστόσο δεν αναφέρει ότι ταυτόχρονα με τις πρόωρες αποπληρωμές, η κυβέρνηση συσσωρεύει νέες δημοσιονομικές υποχρεώσεις αυξανόμενης κλίμακας.

Ο Κρατικός Προϋπολογισμός 2026 αποτυπώνει αδυσώπητα την πραγματικότητα: το συνολικό κόστος των νομοθετημένων και εξαγγελμένων δημοσιονομικών παρεμβάσεων ανέρχεται σε 3,04 δισ. ευρώ για το 2025, αυξάνεται σε 5,94 δισ. ευρώ για το 2026, και προβλέπεται να φτάσει τα 7,94 δισ. ευρώ για το 2027. Η τριετής σωρευτική αύξηση των καθαρών πρωτογενών δαπανών για την περίοδο 2024-2026 έχει ήδη αγγίξει το 9,9%, εξαντλώντας ουσιαστικά το δημοσιονομικό περιθώριο που έχει συμφωνηθεί με την Κομισιόν.

Ο παράγοντας αυτός ενισχύεται περαιτέρω από τις αμυντικές δαπάνες: οι αμυντικές δαπάνες της Ελλάδας αναμένεται να φτάσουν στο 2,5% του ΑΕΠ το 2026 — από 2,2% το 2024 — αυξάνοντας τις συνολικές δαπάνες κατά εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Η εξαίρεσή τους από τον υπολογισμό του ελλείμματος (μέσω της ευρωπαϊκής ρήτρας διαφυγής) δεν σημαίνει ότι δεν δημιουργούν χρέος — σημαίνει απλώς ότι δεν καταγράφεται στην «οθόνη» του τυπικού δημοσιονομικού ελέγχου.

Επιπλέον, η Ελλάδα απέχει μόλις 0,1 ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ από το ανώτατο όριο αύξησης δαπανών. Η στενότητα αυτή είναι πολύ μικρή για τυχαία γεγονότα — ένα εξωγενές σοκ στην ενέργεια, μια γεωπολιτική κλιμάκωση ή μια στροφή στη διεθνή χρηματαγορά μπορεί να μετατρέψει τη δημοσιονομική στενότητα σε κρίσιμη ανεπάρκεια.

 
Ο ισχυρισμός για «ευκολότερη χρηματοδότηση»: πού είναι τα δεδομένα;

Ένα από τα κεντρικά επιχειρήματα του Σταϊκούρα είναι ότι η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους «διευκολύνει την πρόσβαση επιχειρήσεων και τραπεζών σε χρηματοδότηση» και «δημιουργεί καλύτερες προϋποθέσεις για νέες παραγωγικές επενδύσεις και θέσεις εργασίας». Αυτή η αιτιακή αλυσίδα — βελτίωση κρατικής φερεγγυότητας → φθηνότερο ιδιωτικό κεφάλαιο → επενδύσεις → θέσεις εργασίας — είναι θεωρητικά τεκμηριωμένη. Όμως, στο άρθρο του δεν παρουσιάζεται ούτε ένας αριθμός που να την επαληθεύει εμπειρικά για την ελληνική περίπτωση.

Ποιο ήταν το spread δανεισμού ελληνικών επιχειρήσεων το 2019 και το 2025; Ποιο ήταν το spread δανεισμού ελληνικών τραπεζών; Ποιος ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης στον επιχειρηματικό τομέα; Ποιο το επίπεδο ΑΞΕ (άμεσων ξένων επενδύσεων) ως ποσοστό ΑΕΠ σε σύγκριση με οικονομίες αντίστοιχου μεγέθους; Αυτά τα δεδομένα δεν αναφέρονται.

Η απουσία τους δεν είναι ακαδημαϊκή αδυναμία — είναι επικοινωνιακή επιλογή. Τα κείμενα πολιτικής που επικαλούνται ευεργετικά αποτελέσματα χωρίς να τα ποσοτικοποιούν λειτουργούν ως αφήγημα αξιοπιστίας, όχι ως τεκμηριωμένη ανάλυση. Ειδικά όταν τα ίδια δεδομένα που είναι διαθέσιμα — όπως η συνεχής άνοδος του ιδιωτικού χρέους — αντιφάσκουν με την εικόνα «διευκολυμένης χρηματοδότησης» για τα νοικοκυριά.

Η βελτίωση της κρατικής πιστοληπτικής εικόνας είναι πραγματική. Η μεταφορά της σε χαμηλότερο κόστος δανεισμού για νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν τεκμηριώνεται.

Στρατηγική αξιολόγηση: μια επιτυχία με παραμέτρους

Ο Σταϊκούρας είναι σωστός στο ότι η αποκλιμάκωση αποτελεί «επιλογή διαγενεακής αλληλεγγύης» — περιορίζει βάρη που θα μεταφέρονταν στις επόμενες γενιές. Αλλά η αλήθεια έχει δύο πρόσωπα: οι επόμενες γενιές θα κληρονομήσουν χαμηλότερο δημόσιο χρέος — αλλά και 407,6 δισ. ευρώ ιδιωτικού χρέους που, αν δεν αντιμετωπιστεί δομικά, θα διαβρώσει την κατανάλωση, τη ρευστότητα των επιχειρήσεων και τελικά τις φορολογικές βάσεις από τις οποίες εξαρτάται η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους.

Η μείωση του δημόσιου χρέους κάτω από το 100% του ΑΕΠ — που τοποθετείται στο 2033-2034 με βάση τις τρέχουσες προβλέψεις — θα παραμείνει ημιτελής αν η οικονομία παράλληλα αναπαράγει ιδιωτική υπερχρέωση. Το πιο ευάλωτο στοιχείο αυτής της εξίσωσης δεν είναι η εξυπηρέτηση των GLF δανείων, αλλά ο ρυθμός ανάπτυξης: μια υποχώρηση του ΑΕΠ από το 2,1% που καταγράφηκε το 2025 σε κάτω από το 1% — ενδεχόμενο που δεν αποκλείεται, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους γεωπολιτικούς κινδύνους — θα επαναφέρει τους δείκτες χρέους σε ανοδική τροχιά ανεξάρτητα από τις πρόωρες αποπληρωμές.

 
Η αγνοημένη γειτονική ιδέα — το ολικό χρέος ως μέτρο κινδύνου

Τα περισσότερα κείμενα δημοσιονομικής πολιτικής χρησιμοποιούν το δημόσιο χρέος ως ανεξάρτητο δείκτη βιωσιμότητας. Αυτή η συνήθεια είναι αναχρονιστική: οι κρίσεις της Ιρλανδίας (2010) και της Κύπρου (2012-2013) δεν προκλήθηκαν από υψηλό κρατικό χρέος, αλλά από ιδιωτικό χρέος που μεταφέρθηκε εκτάκτως στο δημόσιο ισολογισμό μέσω των τραπεζικών διασώσεων. Η Ελλάδα δεν βρίσκεται σε αντίστοιχη κατάσταση τραπεζικής ευπάθειας, αλλά το πρότυπο αυτό — ιδιωτική υπερχρέωση που αλλάζει ισολογισμό — παραμένει το πιο υποτιμημένο σενάριο κινδύνου στη δημόσια συζήτηση. Ένα ολιστικό μέτρο «χρέους της οικονομίας» — δημόσιου συν ιδιωτικού — θα έδειχνε ότι η Ελλάδα βρίσκεται πιο κοντά στο 300% του ΑΕΠ παρά στο 137%.

Αυτή η εικόνα δεν αναιρεί τα επιτεύγματα. Τα εντάσσει όμως στο σωστό πλαίσιο: η ελληνική οικονομία έχει κάνει εντυπωσιακή πρόοδο στη μια πλευρά του ισολογισμού της. Η άλλη πλευρά δεν έχει ακόμη βρει τον αντίστοιχο αρχιτέκτονα.

 
Ανάλυση: mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει

© mywaypress.gr — Αναλυτική δημοσιογραφία

Σχετικά Άρθρα