Γ. Στουρνάρας: Η βιομηχανία τροφίμων και ποτών βασικός μοχλός ανάπτυξης της χώρας

«Η βιομηχανία τροφίμων και ποτών συνεχίζει να διατηρεί, στη δύσκολη οικονομική περίοδο που διανύουμε, το θεμελιώδη ρόλο της στην ελληνική οικονομία και την ελληνική μεταποιητική βιομηχανία εν γένει, διαθέτοντας όλες τις προϋποθέσεις ούτως ώστε να παραμείνει βασικός μοχλός ανάπτυξης της χώρας.

Ο ρόλος της εγχώριας βιομηχανίας τροφίμων και ποτών είναι θεμελιώδης για την ελληνική μεταποιητική βιομηχανία και ευρύτερα για την ελληνική οικονομία. Η ελληνική βιομηχανία τροφίμων και ποτών είναι μία δυναμική, ανταγωνιστική και εξωστρεφής βιομηχανία, με σημαντικές επενδύσεις και επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα, τα Βαλκάνια και σε όλη την Ευρώπη.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό του τομέα της βιομηχανίας τροφίμων και ποτών είναι η δομή του, καθώς το 2014 περίπου 270 επιχειρήσεις παρήγαγαν το 70% της συνολικής παραγωγής, ενώ 14.000 μικρές επιχειρήσεις παρήγαγαν το υπόλοιπο 30%. Αυτές οι μικρές επιχειρήσεις συμβάλλουν σημαντικά στην απασχόληση στις αγροτικές περιοχές αλλά και στη διαφοροποίηση της παραγωγής του κλάδου, καθώς εξειδικεύονται στην παραγωγή παραδοσιακών προϊόντων υψηλής ποιότητας.

 
Η πορεία της παραγωγής και η διάρθρωση των εξαγωγών

Η βιομηχανία των τροφίμων και ποτών είναι μία από τις μεγαλύτερες στην Ελλάδα. Πάνω από το ένα τρίτο του συνόλου των επιχειρήσεων της ελληνικής μεταποίησης δραστηριοποιείται στην παραγωγή τροφίμων και ποτών. Ο κλάδος δημιούργησε μία προστιθέμενη ακαθάριστη αξία ανά εργαζόμενο ύψους 40,2 εκατ. ευρώ το 2014, με μερίδιο 30,7% σε όρους ακαθάριστης αξίας, γεγονός που τον κατατάσσει πρώτο ανάμεσα στους κλάδους της μεταποίησης.

Ταυτόχρονα, συνιστά και το μεγαλύτερο εργοδότη της εγχώριας μεταποίησης, αφού σε αυτό, σύμφωνα με στοιχεία για το 2016, απασχολείται πάνω από το 35% του συνόλου των απασχολούμενων. Το μερίδιό τους στο σύνολο των εργαζομένων της μεταποίησης καταγράφει σταθερά αύξηση την περίοδο 2010-2016. Το 2010 το απασχολούμενο εργατικό δυναμικό στον κλάδο των τροφίμων και ποτών ως ποσοστό του συνόλου της απασχόλησης στη μεταποίηση βρισκόταν στο 27%, ενώ το 2016 έφθασε το 36%. Σε σύγκριση με το μέσο όρο της ΕΕ-28, ο τομέας τροφίμων στην Ελλάδα έχει μεγαλύτερη συμβολή στον τομέα της μεταποίησης σε όρους αξίας παραγωγής, αριθμού επιχειρήσεων, κύκλου εργασιών, αριθμού απασχολουμένων και ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η παραγωγή του κλάδου τροφίμων μειώθηκε σταθερά κατά τα πρώτα χρόνια της ύφεσης, σημειώνοντας ρυθμό συρρίκνωσης 3% ετησίως κατά μέσο όρο μεταξύ 2008 και 2012. Όμως, λόγω κυρίως της ανελαστικότητας της σχετικής ζήτησης, η παραγωγή των τροφίμων παρουσίασε μικρότερη μεταβλητότητα και ηπιότερη πτώση σε σύγκριση με τη συνολική μεταποιητική παραγωγή. Αντίθετα, η εξέλιξη της παραγωγής του κλάδου ποτών επηρεάστηκε περισσότερο από τη συρρίκνωση της ζήτησης στη διάρκεια της κρίσης σημειώνοντας ρυθμό συρρίκνωσης 6,2% ετησίως κατά μέσο όρο, αλλά ανέκαμψε από το 2014 και ύστερα, ενδεχομένως σε συνάρτηση με την αύξηση της τουριστικής δραστηριότητας.

Μέχρι και το 2012, η αρνητική μεταβολή του Δείκτη Όγκου Παραγωγής ήταν μικρότερη στα τρόφιμα από ό,τι στη μεταποίηση, ενώ από το 2013 και μετά, η παραγωγή του κλάδου τροφίμων ανέκαμψε καταγράφοντας ανοδικές τάσεις. Το 2014-2016 η θετική μεταβολή του Δείκτη Όγκου Παραγωγής Τροφίμων ήταν μεγαλύτερη από την αντίστοιχη στο σύνολο της μεταποίησης και έφτασε περίπου το 3%.

Επιπρόσθετα, η εξέλιξη της παραγωγής των περισσότερων υποκλάδων των τροφίμων μετά το 2015 είναι θετική. Ο κλάδος παραγωγής ειδών αρτοποιίας και αλευρωδών, ο κλάδος επεξεργασίας και συντήρησης φρούτων και λαχανικών και ο κλάδος παραγωγής προϊόντων αλευρόμυλων, αμύλων και προϊόντων αμύλου βρίσκονται σε επίπεδα παραγωγής πάνω από το 2010. Συνεπώς, η ελληνική βιομηχανία τροφίμων συνεχίζει να συνιστά σταθερά μία από τις κινητήριες δυνάμεις της ελληνικής μεταποίησης και βασικό μοχλό ανάπτυξης.

Επιπλέον, ο τομέας παρουσιάζει σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα. Κατά την περίοδο 2010-2016, ο κλάδος των τροφίμων και ποτών αντιπροσώπευε το 26,7% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών εκτός καυσίμων και το 18% των ελληνικών εισαγωγών. Ανάμεσα στα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα στο σύνολο των μεταποιημένων τροφίμων και ποτών βρίσκονται το ελαιόλαδο, τα επεξεργασμένα λαχανικά και φρούτα και τα γαλακτοκομικά. Αντίστοιχα, στις εισαγωγές πρώτα στη σχετική κατάταξη βρίσκονται το κρέας και τα γαλακτοκομικά.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, η εξαγωγική επίδοση του κλάδου τροφίμων και ποτών (ο λόγος των εξαγωγών προς την ακαθάριστη αξία παραγωγής) αυξήθηκε από 21,1% την περίοδο 2000-2009 στο 29,4% την περίοδο 2010-2015, ενώ η εισαγωγική διείσδυση στον κλάδο (ο λόγος των εισαγωγών προς τη φαινόμενη κατανάλωση) αυξήθηκε λιγότερο (από 31,3% στο 36%), με αποτέλεσμα τη σημαντική βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου του κλάδου.

Συνολικά, την περίοδο 2010-2016 η βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου και της εξαγωγικής επίδοσης του κλάδου των τροφίμων και ποτών, ήταν σημαντική. Το εμπορικό έλλειμμα μειώθηκε στα 993 εκατ. ευρώ το 2016 από περίπου 2 δισεκ. ευρώ το 2010. Η μείωση αυτή στο εμπορικό έλλειμμα του κλάδου προήλθε πρωτίστως από τις εξαγωγές, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 5,7% ετησίως κατά μέσο όρο, αλλά και από τις εισαγωγές, οι οποίες κατέγραψαν ελαφρά μείωση κατά 0,3% ετησίως. Σημειώνεται, ότι γενικά στον τομέα των τροφίμων και ποτών, σε σχέση με τους μεγαλύτερους εμπορικούς εταίρους, την πρώτη θέση κατέχει η Ιταλία, ενώ την πρώτη δεκάδα των βασικών χωρών στις οποίες εξάγει η Ελλάδα τρόφιμα συμπληρώνουν χώρες της ΕΕ. Το 2016, οι εξαγωγές προς την ΕΕ φτάνουν περίπου το 70% του συνόλου των εξαγωγών και οι εισαγωγές το 80% του συνόλου των εισαγωγών.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό εξωστρέφειας του κλάδου είναι ότι το μερίδιο των ελληνικών τροφίμων και ποτών στη διεθνή αγορά είναι υψηλότερο (σχεδόν τριπλάσιο) από εκείνο των συνολικών ελληνικών εξαγωγών και ιδιαίτερα των εξαγωγών προς την ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι τα ελληνικά τρόφιμα και ποτά έχουν καλύτερη αντιπροσώπευση στις αγορές του εξωτερικού από τα ελληνικά προϊόντα ως σύνολο. Εντούτοις, η θέση του κλάδου στις αγορές του εξωτερικού και ιδιαίτερα σε χώρες εκτός ΕΕ έχει αποδυναμωθεί, παρά τη σημαντική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους/μισθών. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται εν μέρει στη μετανάστευση επιχειρήσεων προς γειτονικές χώρες με χαμηλότερους συντελεστές φορολόγησης. Η μετανάστευση αυτή οδηγεί σε υποκατάσταση των ελληνικών εξαγωγών με εγχώρια παραγωγή στις χώρες αυτές.

 
Διεθνής ανταγωνιστικότητα, ο ρόλος του branding και των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας

Παρά την ανάκτηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, οι εξαγωγές υπολείπονται του επιπέδου που θα αναμενόταν, με βάση τις ιστορικές συσχετίσεις μεταξύ των δύο αυτών μεγεθών. Αυτό μπορεί εν μέρει να αποδοθεί στην έλλειψη ικανής χρηματοδότησης και το υψηλότερο κόστος δανεισμού, την αυξημένη αβεβαιότητα, καθώς και την υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση, η οποία επιβραδύνει ή και ανακόπτει την πρόοδο προς την αποκατάσταση της συνολικής ανταγωνιστικότητας.

Επιπλέον, η υστέρηση των εξαγωγών οφείλεται εν μέρει και σε εγγενείς διαρθρωτικές αδυναμίες που εμποδίζουν τη διείσδυση των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές και αφορούν άλλες πτυχές εκτός του κόστους, όπως η ποιότητα των προϊόντων, η προστατευόμενη ονομασία προέλευσης και η καθιέρωση επωνυμίας (branding), η γραφειοκρατία κ.λπ. Δίνοντας brand name σε κάποιο προϊόν επιτυγχάνουμε δύο πράγματα: πρώτον, αυξάνουμε την ελκυστικότητά του προς τους καταναλωτές και δεύτερον, προσθέτουμε αξία. Η Ελλάδα κατατάσσεται σήμερα στην πέμπτη θέση της ΕΕ μετά την Ιταλία, τη Γαλλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία ως προς τον αριθμό των προϊόντων που έχουν κατοχυρωθεί στην ευρωπαϊκή λίστα των προϊόντων Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης ή Προστατευόμενης Γεωγραφικής Περιοχής.

Η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, η οποία συνεκτιμά επιπλέον παραμέτρους διεθνούς ανταγωνιστικότητας πλην των τιμών, αφού βελτιώθηκε τη διετία 2013-2014 (σύμφωνα με μια σειρά από δείκτες που καταρτίζονται από τον ΟΟΣΑ, την Παγκόσμια Τράπεζα και το World Economic Forum), παρουσίασε έκτοτε ενδείξεις στασιμότητας ή και οπισθοχώρησης. Σύμφωνα με το δείκτη «ευχέρειας στο επιχειρείν» (Ease of Doing Business) της Παγκόσμιας Τράπεζας, η θέση της Ελλάδας στην παγκόσμια κατάταξη υποχώρησε το 2016 από την 58η στην 61η μεταξύ 190 κρατών. Σύμφωνα με το «δείκτη παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας» του World Economic Forum, η θέση της Ελλάδας υποχώρησε το 2016, από την 81η στην 86η μεταξύ 138 κρατών, ενώ, σύμφωνα με τον πίνακα επιδόσεων παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας του IMD, η Ελλάδα έπεσε κατά 6 θέσεις και το 2016 βρέθηκε στην 56η θέση μεταξύ 61 κρατών. Σύμφωνα με τις εκθέσεις αυτές, και παρά την αδιαμφισβήτητη πρόοδο που έχει σημειωθεί τα προηγούμενα έτη, η Ελλάδα συνεχίζει να κατατάσσεται στη χαμηλότερη θέση τόσο μεταξύ των οικονομιών της ΕΕ-28, όσο και μεταξύ όλων των προηγμένων οικονομιών.

Η χαμηλή διείσδυση των ελληνικών προϊόντων γενικώς στην παγκόσμια αγορά σχετίζεται με την υποτονική συμμετοχή των ελληνικών επιχειρήσεων σε παγκόσμια δίκτυα παραγωγής και διανομής. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, η ενσωμάτωση των ελληνικών επιχειρήσεων στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας (global value chains) είναι χαμηλή σε σχέση με άλλες χώρες της ΕΕ που έχουν παρόμοιο μέγεθος, παρά τη σχετικά ευνοϊκή γεωγραφική μας θέση. Συγκεκριμένα, το 2011, ο δείκτης συμμετοχής σε παγκόσμιες αλυσίδες αξίας κατά τον ΟΟΣΑ ήταν 43% στην Ελλάδα, σε σχέση με 63% στην Ουγγαρία, 66% στη Σλοβακία και 50% στην Πορτογαλία.

Οι λόγοι για τη χαμηλή συμμετοχή της Ελλάδας στα παγκόσμια δίκτυα είναι, μεταξύ άλλων: (α) η χαμηλή εξειδίκευση σε βιομηχανικά προϊόντα και προϊόντα μεσαίας ή υψηλής τεχνολογικής έντασης, τα οποία προσφέρονται για την ανάπτυξη εκτενών αλυσίδων αξίας, (β) το μικρό μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων, που δυσχεραίνει την ένταξη σε παγκόσμια δίκτυα λόγω της αδυναμίας να εγγυηθούν σταθερό εφοδιασμό και αμετάβλητο επίπεδο ποιότητας και (γ) τα χαμηλά επίπεδα ξένων άμεσων επενδύσεων τα οποία σχετίζονται με δομικούς παράγοντες της ελληνικής οικονομίας, όπως είναι η γραφειοκρατία και το ασταθές ρυθμιστικό και φορολογικό πλαίσιο, αλλά και με τη γενικότερη αβεβαιότητα στο μακροοικονομικό περιβάλλον της χώρας.

Στον κλάδο των τροφίμων και ποτών, όπου η διεθνοποίηση της εφοδιαστικής αλυσίδας διατρέχει πλέον όλα τα στάδια – από την πρωτογενή παραγωγή έως την τροφοδοσία των τελικών καταναλωτών – και ο διεθνής ανταγωνισμός κόστους έχει ενταθεί σημαντικά, η ένταξη των ελληνικών επιχειρήσεων στα παγκόσμια εφοδιαστικά δίκτυα βρίσκεται αντιμέτωπη με προκλήσεις όπως: (α) η συγκέντρωση του κλάδου, ώστε να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητά του και να αυξηθεί η διαπραγματευτική ισχύς των μικρών προμηθευτών ως προς τους ξένους εισαγωγείς λιανικού εμπορίου, (β) η στροφή προς την παραγωγή προϊόντων υψηλής ποιότητας, που να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καταναλωτών αναφορικά με την υγιεινή διατροφή, την κοινωνική ευθύνη κ.λπ.

 
Έρευνα, Καινοτομία και Νέες Επενδύσεις

Πέρα από τις προαναφερθείσες αδυναμίες, προαπαιτούμενο για την ενίσχυση της εξαγωγικής βάσης των εξωστρεφών επιχειρήσεων είναι οι νέες επενδύσεις. Για την προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων απαιτούνται: η θέσπιση ενός σταθερού, σύγχρονου και ευνοϊκού φορολογικού συστήματος, η μείωση του μη μισθολογικού κόστους των επιχειρήσεων, η ενθάρρυνση της καινοτομίας και των εξαγωγών, η δημιουργία ενός προβλέψιμου οικονομικού περιβάλλοντος φιλικού προς την επιχειρηματικότητα, και η υλοποίηση, χωρίς άλλους δισταγμούς, του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της αδρανούς ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, κυρίως μέσω των κατάλληλων χρήσεων γης.

Η προσέλκυση και η διατήρηση ξένων άμεσων επενδύσεων εκτιμάται ότι θα υποστηρίξουν την έξοδο της χώρας από την κρίση και την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης. Οι νέες επενδύσεις, διευκολύνοντας την καινοτομία και την εισαγωγή νέων τεχνολογιών, θα διευρύνουν την εξαγωγική βάση και ταυτόχρονα θα βελτιώσουν την ποιότητα των ελληνικών εξαγωγών, αυξάνοντας τη συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής της ελληνικής οικονομίας. Αυτό με τη σειρά του θα καταστήσει διατηρήσιμη τη μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών και θα αυξήσει το δυνητικό προϊόν μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Το περαιτέρω άνοιγμα προς τις αγορές του εξωτερικού και η αύξηση των εμπορικών δεσμών με χώρες και επιχειρήσεις που βρίσκονται στην αιχμή της τεχνολογίας σε παγκόσμια κλίμακα θα έχει ως συνέπεια την απορρόφηση νέων τεχνολογιών από τις εξαγωγικές επιχειρήσεις και τη διάχυσή τους στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας, ενισχύοντας τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές της προοπτικές.

Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων τροφίμων και ποτών επαφίεται και στην ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού, των προσόντων που ενσωματώνει, των γνώσεων, της εμπειρίας, των δεξιοτήτων, του αντικείμενου και του βαθμού εξειδίκευσης. Οι νέες τεχνολογίες, η καινοτομική δραστηριότητα, τα προϊόντα έρευνας και ανάπτυξης (Ε&Α) οδηγούν καθοριστικά τις εξελίξεις σε όλα τα στάδια παραγωγής και διάθεσης στον κλάδο, ενώ η ταχύτατη μεταβολή τους καθιστά αναγκαία την ταχεία προσαρμογή, την εγρήγορση και ευελιξία του ανθρώπινου δυναμικού, ώστε να είναι ικανό να ανταποκριθεί άμεσα.

Η ενθάρρυνση της έρευνας, η διάχυση της τεχνολογίας και η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας αποτελούν το τρίπτυχο για να ενθαρρυνθεί η αποτελεσματικότερη αξιοποίηση του ανθρώπινου κεφαλαίου, η οποία θα εστιάζει στη δημιουργία αξίας μέσω της διασύνδεσης του, απομονωμένου σήμερα, δημόσιου ερευνητικού συστήματος με τον παραγωγικό τομέα, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην αναπτυξιακή διαδικασία. Γενικότερα, η δημόσια παρέμβαση μπορεί να ενθαρρύνει τόσο τη διάχυση της τεχνολογίας, δηλαδή τη στήριξη της εμπορικής αξιοποίησης της ερευνητικής δραστηριότητας, που παράγεται στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα (άδειες και δικαιώματα ευρεσιτεχνίας), όσο και τη δημιουργία παραγωγικής διεξόδου στις φιλοδοξίες των χαρισματικών και ταλαντούχων νέων επιστημόνων.

Ο Δείκτης Καινοτομίας του 2015 κατέταξε την Ελλάδα στην 29η θέση μεταξύ 35 χωρών ανά τον κόσμο. Σύμφωνα με τον Πίνακα Αποτελεσμάτων της Ευρωπαϊκής Καινοτομίας για το 2016 (European Innovation Scoreboard 2016), η Ελλάδα ανήκει στους λεγόμενους «moderate innovators»: το 2015 βρισκόταν στο 69,8% του μέσου ευρωπαϊκού επιπέδου και στο 52% περίπου της βαθμολογίας του ηγέτη της καινοτομίας (Σουηδία). Η Ελλάδα αργεί να μετασχηματιστεί σε «οικονομία της γνώσης». Πολύ ενδιαφέρον όμως στοιχείο είναι το ακόλουθο: αν και το επίπεδο εκπαίδευσης του ανθρώπινου δυναμικού είναι υψηλό, παρατηρείται αδυναμία συνεργασίας επιχειρήσεων και πανεπιστημίων / ερευνητικών κέντρων, χαμηλές δαπάνες σε έρευνα και ανάπτυξη όλων των φορέων έρευνας, ισχνές επιδόσεις στην κατοχύρωση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (patents), μικρή εμπορική αξιοποίηση αποτελεσμάτων έρευνας και σημαντική μετανάστευση επιστημόνων και στελεχών με υψηλή κατάρτιση.

Η Ελλάδα χρειάζεται να διευρύνει τη βάση του συγκριτικού της πλεονεκτήματος. Μία νέα, αναπτυσσόμενη πολιτική καινοτομίας θα ωθούσε την ποιοτική αναβάθμιση του υφιστάμενου μίγματος βιομηχανικών προϊόντων. Για το σκοπό αυτό, είναι σκόπιμη η προώθηση μιας ολοκληρωμένης πολιτικής Ε&Α για τη βέλτιστη αξιοποίηση των δυνατοτήτων της χώρας. Οι επενδύσεις σε Ε&Α είναι ζωτικής σημασίας για ένα λειτουργικό σύστημα καινοτομίας και συνεισφέρουν σημαντικά στη δημιουργία καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών. Το 2015, η Ελλάδα επένδυσε 1% του ΑΕΠ σε Ε&Α όταν χώρες πρωτοπόρες σε καινοτομία όπως είναι η Σουηδία επένδυσαν περίπου 3,5% του ΑΕΠ τους. Τα χαμηλά αυτά ποσοστά οφείλονται στα μικρά ποσοστά τόσο δημοσίων όσο και ιδιωτικών δαπανών σε Ε&Α. κρατική χρηματοδότηση παραμένει διαχρονικά η σημαντικότερη πηγή χρηματοδότησης Ε&Α με μερίδιο 52,7% του συνόλου για το 2015.

Η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών και των δραστηριοτήτων Ε&Α οδηγούν καθοριστικά τις εξελίξεις σε όλα τα στάδια παραγωγής και διάθεσης των τροφίμων και των ποτών. Σύμφωνα με στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης για τα έτη 2012-2014, το 55,7% των ελληνικών επιχειρήσεων του κλάδου τροφίμων και ποτών καινοτομεί σε έναν ή περισσότερους τομείς, ποσοστό υψηλότερο του συνόλου όλων των υπολοίπων μεταποιητικών κλάδων (54,8%). Με αναφορά στους επιμέρους υποκλάδους το μεγαλύτερο ποσοστό καινοτόμων επιχειρήσεων καταγράφεται στη βιομηχανία τροφίμων (54,6%).

Παράλληλα, το 2013 το 17% των συνολικών επενδύσεων σε Ε&Α στη μεταποίηση αφορούσε τη βιομηχανία τροφίμων και ποτών. Οι δαπάνες των επιχειρήσεων του τομέα τροφίμων και ποτών για Ε&Α το 2013 ανέρχονταν σε 30,2 εκατ. ευρώ. Σε διεθνές επίπεδο, οι ερευνητικές προτεραιότητες εστιάζουν με αυξανόμενη ένταση στις διεπιστημονικές εφαρμογές και προγράμματα στον τομέα των τροφίμων, που ενσωματώνουν τεχνολογίες των φυσικών επιστημών, του περιβάλλοντος και της βιολογίας.

Η βιομηχανία τροφίμων και ποτών συνεχίζει να διατηρεί, στη δύσκολη οικονομική περίοδο που διανύουμε, το θεμελιώδη ρόλο της στην ελληνική οικονομία και την ελληνική μεταποιητική βιομηχανία εν γένει, διαθέτοντας όλες τις προϋποθέσεις ούτως ώστε να παραμείνει βασικός μοχλός ανάπτυξης της χώρας. Ο αποτελεσματικότερος συντονισμός και η στενότερη συνεργασία των εκπροσώπων του κλάδου μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση της αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας της προσπάθειας προβολής των ελληνικών προϊόντων, στη διασφάλιση επιλογής της σωστής στρατηγικής και στη σταθερότητα υλοποίησης του μακροχρόνιου σχεδιασμού της.

Σήμερα, δεδομένης της υφιστάμενης βιομηχανικής και επιχειρηματικής διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας, αποτελεί μεγάλη πρόκληση η μετάβαση από μια οικονομία χαμηλής εξειδίκευσης και χαμηλής εντάσεως τεχνολογίας, που αποτελείται κυρίως από μικρομεσαίες επιχειρήσεις, σε μία οικονομία μέσης και υψηλής εντάσεως τεχνολογίας.»

Το κείμενο υπό μορφή άρθρου είναι από την ομιλία του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος κ.Γ.Στουρνάρα, στον Σύνδεσμο Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων

Σχετικά Άρθρα