Επιστημικός Λαϊκισμός: Όταν η γνώση υποχωρεί μπροστά στο πλήθος

Από την κρίση εμπιστοσύνης στην κρίση αλήθειας

Ο όρος «επιστημικός λαϊκισμός» περιγράφει μια βαθιά μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες δημοκρατίες παράγουν, αξιολογούν και αποδέχονται τη γνώση. Δεν πρόκειται απλώς για πολιτικό λαϊκισμό, αλλά για μια ευρύτερη πολιτισμική και θεσμική κρίση, όπου η επιστημονική τεκμηρίωση, η εμπειρογνωμοσύνη και οι θεσμοί γνώσης υποχωρούν μπροστά στη μαζική καχυποψία, τη συναισθηματική ταύτιση και τη «λαϊκή διαίσθηση».

Στο επίκεντρο αυτής της τάσης βρίσκεται η αμφισβήτηση των σύγχρονων επιστημονικών και τεχνοκρατικών ιεραρχιών. Πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, δημοσιογραφικοί οργανισμοί και ανεξάρτητες αρχές αντιμετωπίζονται ολοένα και περισσότερο όχι ως θεματοφύλακες γνώσης, αλλά ως εχθρικές ελίτ που αποκρύπτουν την «αλήθεια» από τον λαό.

 
Η γνωσιακή πόλωση και το «χάσμα του διπλώματος»

Κεντρικός μοχλός του επιστημικού λαϊκισμού είναι η εκπαιδευτική πόλωση. Στις Ηνωμένες Πολιτείες –και ολοένα περισσότερο και στην Ευρώπη– η βασική πολιτική τομή δεν είναι πλέον το εισόδημα ή η κοινωνική τάξη, αλλά το μορφωτικό επίπεδο. Το λεγόμενο «χάσμα του διπλώματος» έχει μετατραπεί σε βασικό διαχωριστικό άξονα πολιτικής ταυτότητας.

Μεγάλες κοινωνικές ομάδες καλούνται να κατανοήσουν και να αποδεχθούν πολιτικές που βασίζονται σε εξαιρετικά σύνθετες γνώσεις: επιδημιολογία, κλιματική επιστήμη, νομισματική πολιτική, γεωπολιτική ασφάλεια. Όταν αυτό δεν είναι εφικτό, το κενό καλύπτεται από απλουστευτικές αφηγήσεις, θεωρίες συνωμοσίας και ηγέτες που μιλούν σε στοιχειώδες γνωστικό επίπεδο, προσφέροντας όχι κατανόηση, αλλά ψυχολογική ανακούφιση.

Από την απομυθοποίηση στην αποδόμηση της επιστήμης

Οι ελίτ δεν είναι άμοιρες ευθυνών. Η πολιτικοποίηση της επιστήμης, η σύγχυση ρόλων μεταξύ ακτιβισμού και έρευνας, καθώς και σοβαρά επικοινωνιακά λάθη σε κρίσιμες περιόδους –όπως η πανδημία– υπονόμευσαν την αξιοπιστία θεσμών που βασίζονται πρωτίστως στην εμπιστοσύνη.

Ωστόσο, η τρέχουσα αντίδραση ξεπερνά κατά πολύ την υγιή κριτική. Αυτό που αναδύεται είναι μια συστηματική απαξίωση της ίδιας της έννοιας της αντικειμενικής γνώσης. Η επιστημονική συναίνεση παρουσιάζεται ως πολιτική απάτη, οι ειδικοί ως διεφθαρμένοι γραφειοκράτες και η πολυπλοκότητα ως απόδειξη δόλου.

 
Ο ρόλος των μέσων και η παγίδα της «αιχμαλωσίας του κοινού»

Στο νέο αυτό περιβάλλον, τα μέσα ενημέρωσης και οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν ως επιταχυντές. Η λεγόμενη «αιχμαλωσία του κοινού» (audience capture) μετατρέπει τη δημοσιογραφία από μηχανισμό ελέγχου της εξουσίας σε μηχανισμό επιβεβαίωσης προκαταλήψεων.

Οι αλγόριθμοι ανταμείβουν την υπερβολή, την οργή και τη συνωμοσιολογία. Οι φωνές που αμφισβητούν το κοινό τους τιμωρούνται οικονομικά και κοινωνικά. Έτσι, η δημόσια σφαίρα διολισθαίνει σε έναν διαρκή ανταγωνισμό απλοποίησης, όπου επιβραβεύεται όχι η ακρίβεια αλλά η συναισθηματική απήχηση.

«Τεχνητή βλακεία» και εθελούσια τύφλωση των ελίτ

Ιδιαίτερη σημασία έχει η έννοια της «τεχνητής βλακείας»: η συνειδητή επιλογή ισχυρών παραγόντων να αγνοούν προφανείς αλήθειες, προκειμένου να διατηρήσουν ισχύ, επιρροή ή οικονομικά οφέλη. Πολιτικοί, επιχειρηματίες και μιντιακοί παράγοντες εμφανίζονται πρόθυμοι να «φιλτράρουν» την πραγματικότητα, αντιμετωπίζοντας αυταρχικές πρακτικές, θεσμική διάβρωση και παραβίαση του κράτους δικαίου ως «παράπλευρες απώλειες».

Αυτή η στάση δεν αποτελεί απλή υποκρισία, αλλά δομικό στοιχείο της κρίσης: χωρίς τη συνενοχή των ελίτ, ο επιστημικός λαϊκισμός δεν θα μπορούσε να μετατραπεί σε κυρίαρχο ρεύμα.

 
Δημοκρατία χωρίς φίλτρα ή φιλελευθερισμός χωρίς άμυνες;

Ο επιστημικός λαϊκισμός φέρνει στην επιφάνεια τη διαχρονική ένταση μεταξύ δημοκρατίας και φιλελευθερισμού. Η απόλυτη υποταγή της δημόσιας πολιτικής στη λαϊκή βούληση, χωρίς θεσμικά φίλτρα γνώσης και ανεξαρτησίας, οδηγεί συχνά όχι σε περισσότερη ελευθερία αλλά σε αυταρχισμό.

Τα παραδείγματα χωρών όπου ο ακραίος λαϊκισμός κατέληξε σε καθεστώτα περιορισμένων δικαιωμάτων δείχνουν ότι η «αδιαμεσολάβητη δημοκρατία» μπορεί να αποδειχθεί ασύμβατη με την ανθρώπινη φύση σε μεγάλη κλίμακα.

Η ευρωπαϊκή και ελληνική διάσταση του επιστημικού λαϊκισμού

Αν και το φαινόμενο του επιστημικού λαϊκισμού αναλύεται συχνά μέσα από το αμερικανικό παράδειγμα, τα δομικά του χαρακτηριστικά είναι πλέον ορατά και στην Ευρώπη. Από την πανδημία και την ενεργειακή κρίση έως την κλιματική πολιτική και το μεταναστευτικό, ευρωπαϊκές κοινωνίες δοκιμάζουν τα όρια της σχέσης ανάμεσα στην τεχνοκρατική διακυβέρνηση και τη λαϊκή νομιμοποίηση.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο επιστημικός λαϊκισμός τροφοδοτείται από ένα διπλό έλλειμμα: αφενός το δημοκρατικό έλλειμμα των Βρυξελλών, που καθιστά τις αποφάσεις δύσκολα κατανοητές στους πολίτες· αφετέρου την αυξανόμενη καχυποψία απέναντι σε υπερεθνικούς θεσμούς που εμφανίζονται ως απρόσωποι, ελιτίστικοι και αποκομμένοι από την κοινωνική πραγματικότητα. Αυτό το κενό εκμεταλλεύονται πολιτικές δυνάμεις που παρουσιάζουν την επιστημονική τεκμηρίωση ως ιδεολογικό εργαλείο επιβολής και όχι ως μέσο συλλογικής ασφάλειας και ευημερίας.

Η άνοδος ευρωσκεπτικιστικών και ακροδεξιών κινημάτων σε κράτη-μέλη –από την Κεντρική Ευρώπη έως τη Μεσόγειο– συνοδεύεται συχνά από ευθεία αμφισβήτηση της επιστημονικής γνώσης, της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και των ελεγκτικών μηχανισμών. Το μοτίβο είναι γνώριμο: «οι ειδικοί κάνουν λάθος», «οι ελίτ συνωμοτούν», «η κοινή λογική του λαού υπερισχύει των δεδομένων».

Στην ελληνική περίπτωση, ο επιστημικός λαϊκισμός έχει ιδιαιτερότητες αλλά όχι ανοσία. Η μακρά εμπειρία της οικονομικής κρίσης, η φθορά της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και η σύγχυση ανάμεσα στην πολιτική ευθύνη και την τεχνοκρατική αναγκαιότητα δημιούργησαν πρόσφορο έδαφος για την καχυποψία απέναντι στους «ειδικούς». Από τη διαχείριση της πανδημίας έως τις συζητήσεις για την κλιματική προσαρμογή, την ενεργειακή μετάβαση και τις φυσικές καταστροφές, η δημόσια σφαίρα συχνά εγκλωβίζεται σε διλήμματα συναισθήματος αντί τεκμηρίωσης.

Παράλληλα, τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, λειτουργώντας σε ένα περιβάλλον οικονομικής πίεσης και ψηφιακού ανταγωνισμού, δεν μένουν ανεπηρέαστα από το φαινόμενο της «αιχμαλωσίας του κοινού». Η απλοποίηση, η δραματοποίηση και η σύγκρουση συχνά υπερισχύουν της ψύχραιμης ανάλυσης, υπονομεύοντας περαιτέρω τη σχέση κοινωνίας και επιστημονικής γνώσης.

Για χώρες όπως η Ελλάδα, που βρίσκονται σε μια γεωπολιτικά ασταθή γειτονιά και εξαρτώνται από σύνθετες ευρωπαϊκές και διεθνείς ισορροπίες, η υπονόμευση της τεκμηριωμένης πολιτικής δεν είναι απλώς πολιτισμικό πρόβλημα· είναι ζήτημα εθνικής ανθεκτικότητας.

Η μάχη για την αλήθεια ως πολιτικό διακύβευμα

Ο επιστημικός λαϊκισμός δεν είναι παροδική παρεκτροπή. Συνιστά στρατηγική απειλή για τη φιλελεύθερη δημοκρατία, διότι υπονομεύει το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να υπάρξει ορθολογικός δημόσιος διάλογος.

Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στη γνώση δεν θα προκύψει ούτε από αλαζονική τεχνοκρατία ούτε από κολακεία των μαζών. Απαιτεί θεσμική σοβαρότητα, εκπαιδευτική επένδυση, δημοσιογραφικό θάρρος και, κυρίως, την αναγνώριση ότι ο ελιτισμός των θεσμών γνώσης δεν είναι ελάττωμα, αλλά προϋπόθεση επιβίωσης της δημοκρατίας σε έναν σύνθετο κόσμο.

 
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη  υβριδικής νοημοσύνης.

Για  αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.

Σχετικά Άρθρα