Η Ελλάδα στον καθρέφτη του επιστημικού λαϊκισμού

Όταν η καχυποψία προς τη γνώση γίνεται πολιτικό εργαλείο

Στην Ελλάδα, ο επιστημικός λαϊκισμός δεν εμφανίστηκε ως εισαγόμενο πολιτικό ρεύμα. Αναπτύχθηκε οργανικά, πάνω σε ένα υπόστρωμα χρόνιας δυσπιστίας προς τους θεσμούς, τραυματικών συλλογικών εμπειριών και μιας βαθιάς σύγχυσης ανάμεσα στη δημοκρατική λογοδοσία και την τεχνοκρατική αναγκαιότητα. Πρόκειται για ένα φαινόμενο λιγότερο θορυβώδες από το αμερικανικό παράδειγμα, αλλά εξίσου διαβρωτικό για τη λειτουργία του κράτους και τη δημόσια συζήτηση.

 
Από την οικονομική κρίση στην κρίση γνώσης

Η δεκαετής οικονομική κρίση λειτούργησε ως καταλύτης. Οι «ειδικοί» ταυτίστηκαν στη συλλογική συνείδηση με τα μνημόνια, την επιτήρηση και την απώλεια εθνικής κυριαρχίας. Η διάκριση ανάμεσα στην πολιτική επιλογή και την τεχνική αναγκαιότητα θόλωσε. Έτσι, η τεχνοκρατία δεν εκλήφθηκε ως εργαλείο σταθεροποίησης, αλλά ως επιβολή.

Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε μορφή επιστημονικής τεκμηρίωσης αντιμετωπίστηκε με καχυποψία. Οικονομολόγοι, επιδημιολόγοι, περιβαλλοντολόγοι και ειδικοί διαχείρισης κρίσεων βρέθηκαν συχνά στο στόχαστρο όχι για τα λάθη τους –που είναι αναπόφευκτα– αλλά για την ίδια τους την ιδιότητα.

 
Πανδημία: το εργαστήριο του ελληνικού επιστημικού λαϊκισμού

Η πανδημία COVID-19 αποτέλεσε το πιο καθαρό πεδίο δοκιμής. Η δημόσια συζήτηση πολώθηκε ανάμεσα σε μια τεχνοκρατική γλώσσα που συχνά απέτυχε να επικοινωνήσει πειστικά την αβεβαιότητα και σε ένα αντισυστημικό αφήγημα που παρουσίαζε την επιστήμη ως μηχανισμό ελέγχου.

Η αμφισβήτηση των εμβολίων, η υπερβολική προβολή περιθωριακών «ειδικών» και η μετατροπή της υγειονομικής πολιτικής σε πεδίο πολιτισμικού πολέμου ανέδειξαν ένα δομικό πρόβλημα: η κοινωνία δεν αμφισβητούσε απλώς τις αποφάσεις, αλλά την ίδια τη διαδικασία παραγωγής γνώσης.

 
ΜΜΕ, social media και η ελληνική εκδοχή του audience capture

Τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, εγκλωβισμένα σε οικονομική ασφυξία και ψηφιακό ανταγωνισμό, συχνά ενίσχυσαν αυτή τη δυναμική. Η τηλεοπτική αντιπαράθεση αντικατέστησε την ανάλυση, ενώ τα κοινωνικά δίκτυα επιβράβευσαν την αγανάκτηση και την απλοποίηση.

Η «αιχμαλωσία του κοινού» στην ελληνική εκδοχή της εκφράζεται ως εξής: όποιος αμφισβητεί το θυμικό του ακροατηρίου κατηγορείται ως «συστημικός», ενώ όποιος επιβεβαιώνει τις προκαταλήψεις του επιβραβεύεται ως «αντισυστημικός», ανεξαρτήτως τεκμηρίωσης.

 
Φυσικές καταστροφές και η πολιτική της απλοποίησης

Οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες και η κλιματική κρίση ανέδειξαν ένα ακόμη πεδίο όπου ο επιστημικός λαϊκισμός παράγει πολιτικό κόστος. Αντί για συζήτηση γύρω από τη χωροταξία, την πρόληψη, την κλιματική προσαρμογή και τη διαχείριση ρίσκου, ο δημόσιος διάλογος συχνά εξαντλείται σε αναζήτηση ενόχων και συνθημάτων.

Η πολυπλοκότητα της επιστημονικής ανάλυσης συγκρούεται με την ανάγκη για άμεσες, απλές απαντήσεις. Και όταν αυτές δεν δίνονται, το κενό γεμίζει από καχυποψία και θεωρίες σκοπιμότητας.

 
Γεωπολιτική, ασφάλεια και εθνική ανθεκτικότητα

Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, ο επιστημικός λαϊκισμός δεν είναι απλώς εσωτερικό πρόβλημα. Η αποδυνάμωση της τεκμηριωμένης πολιτικής σε ζητήματα ενέργειας, άμυνας, υποδομών και κλιματικής ανθεκτικότητας μεταφράζεται άμεσα σε εθνικό ρίσκο.

Σε ένα περιβάλλον Ανατολικής Μεσογείου αυξημένης αστάθειας, η υποκατάσταση της γνώσης από το θυμικό περιορίζει την ικανότητα στρατηγικού σχεδιασμού και μακροπρόθεσμης πρόβλεψης.

 
Δημοκρατία με γνώση ή δημοκρατία του ενστίκτου;

Το ελληνικό παράδειγμα δείχνει ότι ο επιστημικός λαϊκισμός δεν χρειάζεται ακραίους δημαγωγούς για να ευδοκιμήσει. Αρκεί η σταδιακή φθορά της εμπιστοσύνης, η απουσία σοβαρής επικοινωνίας της επιστήμης και η συνενοχή ενός μέρους των ΜΜΕ.

Το δίλημμα δεν είναι ανάμεσα σε «ελίτ» και «λαό». Είναι ανάμεσα σε μια δημοκρατία που αποδέχεται τα όρια της γνώσης και μια δημοκρατία που παραδίδεται στο ένστικτο. Και σε έναν κόσμο αυξανόμενης πολυπλοκότητας, το δεύτερο μονοπάτι είναι το πιο επικίνδυνο.

 
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη  υβριδικής νοημοσύνης.

Για  αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.

Σχετικά Άρθρα