Η ΔΕΘ πριν τις κάλπες: η «αλλαγή παραγωγικού μοντέλου» ως τεστ αξιοπιστίας, όχι σύνθημα

Ανάλυση της mywaypress.gr

 
Η 90ή Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης ανοίγει τις πύλες της σε μια οικονομία που μεγαλώνει σε απόλυτους αριθμούς αλλά δεν συγκλίνει διαρθρωτικά με την Ευρώπη — και αυτό το χάσμα, όχι το ονομαστικό ΑΕΠ, είναι το πραγματικό μέτρο κάθε εξαγγελίας που θα ακουστεί φέτος από το βήμα. Η «Ελληνική Παραγωγή – Συμβούλιο Βιομηχανιών για την Ανάπτυξη» θέτει, με επίσημη ανακοίνωσή της, ένα ερώτημα που ξεπερνά την επικαιρότητα της Έκθεσης: μπορεί μια προεκλογική ΔΕΘ να παράξει πολιτική δέσμευση με ημερομηνία λήξης πέραν της κάλπης;

 
Γιατί έχει σημασία

  • Το ελληνικό ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας παραμένει στο 40% περίπου του μέσου όρου της ΕΕ-27, σύμφωνα με το Εθνικό Συμβούλιο Παραγωγικότητας — ένα χάσμα που δεν αναμένεται να μεταβληθεί ουσιαστικά ούτε φέτος.
  • Παρά την επάνοδο του ΑΕΠ πάνω από το προ κρίσης επίπεδο του 2008, το 67,1% των πολιτών δηλώνει υποκειμενική φτώχεια, σύμφωνα με στοιχεία Eurostat για το 2025 — πρώτη θέση στην ΕΕ σε αυτόν τον δείκτη.
  • Το νέο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανταγωνιστικότητας (2028-2034) δεν διανέμεται με εθνικές ποσοστώσεις όπως το Ταμείο Ανάκαμψης· είναι ανταγωνιστικό. Η Ελλάδα «διεκδικεί», δεν «δικαιούται».
  • Η φετινή ΔΕΘ πραγματοποιείται λίγους μήνες πριν από εθνικές εκλογές — συγκυρία που ιστορικά μετατρέπει βιομηχανικές εξαγγελίες σε προεκλογική παροχή αντί για θεσμική δέσμευση πολλαπλών κυβερνήσεων.

 
Ένα σκηνικό φορτισμένο με πολιτικό χρόνο

Η επιλογή χρόνου δεν είναι ουδέτερη. Η Κυβερνητική Επιτροπή για τη Βιομηχανία συνεδρίασε στις 6 Αυγούστου, παρουσιάζοντας σχέδιο δράσης με επτά στρατηγικές προτεραιότητες· ένας μήνας αργότερα, η ΔΕΘ καλείται να μετατρέψει αυτό το σχέδιο σε κάτι πιο σταθερό από ανακοίνωση κυβερνητικής επιτροπής. Ο Πρωθυπουργός μίλησε για τη βιομηχανία και τη μεταποίηση ως «στρατηγική προτεραιότητα» και τοποθέτησε την «παραγωγική Ελλάδα» «στον πυρήνα» της οικονομικής πολιτικής. Είναι η γλώσσα που ακούγεται σε κάθε προεκλογική περίοδο από κάθε κυβέρνηση των τελευταίων δεκαπέντε ετών, ανεξαρτήτως χρώματος. Το ερώτημα δεν είναι αν η στόχευση είναι σωστή — είναι, ουσιαστικά, αναμφισβήτητη. Το ερώτημα είναι αν φέτος διαφέρει η υλοποίηση από τη ρητορική, και εδώ τα δεδομένα επιβάλλουν νηφαλιότητα.

Η ελληνική μεταποίηση εμφανίζει πράγματι σημάδια ανάκαμψης: ο δείκτης PMI κατέγραψε επιτάχυνση παραγωγής και νέων παραγγελιών στο πρώτο εξάμηνο του 2026, με τον κλάδο σε τροχιά επέκτασης. Όμως οι ίδιες αναλύσεις της αγοράς εντοπίζουν τον «αδύναμο κρίκο»: τις εξαγωγές. Μια μεταποίηση που μεγαλώνει κυρίως μέσω εσωτερικής ζήτησης δεν αλλάζει το παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας — απλώς ακολουθεί τον κύκλο της κατανάλωσης. Η «αλλαγή μοντέλου» που περιγράφει το δελτίο τύπου προϋποθέτει ακριβώς το αντίθετο: εξωστρέφεια, προστιθέμενη αξία που εξάγεται, όχι μόνο που καταναλώνεται.

 
Το ραντεβού του 2028 δεν είναι το ΤΑΑ — και αυτό αλλάζει τους κανόνες

Το σημείο που η ανακοίνωση αναφέρει με μεγαλύτερη σαφήνεια — και που αξίζει την πιο προσεκτική ανάγνωση — είναι η αναφορά στο νέο Ταμείο Ανταγωνιστικότητας που τίθεται σε λειτουργία στις αρχές του 2028. Πρόκειται για κομμάτι του επόμενου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου της ΕΕ (2028-2034), με πανευρωπαϊκό προϋπολογισμό που, ανάλογα με την πηγή, κυμαίνεται μεταξύ 234 και 451 δισ. ευρώ όταν συνυπολογιστούν συναφή κονδύλια έρευνας. Κυβερνητικά στελέχη έχουν ήδη μιλήσει δημόσια για ελληνικό μερίδιο 8 έως 15 δισ. ευρώ — ποσό που αγγίζει το μισό του Ταμείου Ανάκαμψης.

Η κρίσιμη διαφορά με το ΤΑΑ, όμως, δεν είναι το ύψος αλλά η αρχιτεκτονική: το Ταμείο Ανταγωνιστικότητας δεν κατανέμεται με προκαθορισμένες εθνικές ποσοστώσεις. Λειτουργεί σε ανταγωνιστική λογική, με υποβολή προτάσεων από επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται πανευρωπαϊκά για κάθε ευρώ. Στην πράξη ωφελούνται πρωτίστως κλάδοι άμυνας, διαστήματος, ψηφιακών υποδομών, κυβερνοασφάλειας και ενέργειας — δηλαδή ένα υποσύνολο βιομηχανίας πολύ πιο στενό και πολύ πιο τεχνολογικά απαιτητικό από τη «διάχυτη, αποκεντρωμένη» μεταποίηση που περιγράφει ρητορικά η κυβερνητική ατζέντα.

Αυτό μεταθέτει το βάρος από τη διαπραγμάτευση στη θεσμική ετοιμότητα. Το ΤΑΑ δοκίμασε την ικανότητα του ελληνικού κράτους να απορροφά κονδύλια μέσα σε προκαθορισμένο εθνικό φάκελο. Το Ταμείο Ανταγωνιστικότητας θα δοκιμάσει κάτι πιο δύσκολο: την ικανότητα ελληνικών επιχειρήσεων, πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων να συνθέτουν ανταγωνιστικές προτάσεις κλίμακας απέναντι σε γερμανικά, γαλλικά και ολλανδικά consortia με πολλαπλάσια τεχνογνωσία υποβολής προτάσεων. Η αναφορά του δελτίου τύπου σε «σχετική προετοιμασία» που πρέπει να συνδυαστεί με Εθνικό Σχέδιο δεν είναι διακοσμητική διατύπωση· είναι, ορθά, η πραγματική προϋπόθεση για να μη μείνει η χώρα εκτός παιχνιδιού το 2028.

 
Το θεσμικό έλλειμμα που δεν λύνεται με επτά σημεία

Η ανακοίνωση  απαριθμεί μέτρα με πραγματική τεχνική βαρύτητα: ταχύτερες αποσβέσεις για μηχανολογικό εξοπλισμό, μείωση ενεργειακού και μη μισθολογικού κόστους, νέο χωροταξικό πλαίσιο για τη βιομηχανία. Πρόκειται για αιτήματα που ο ελληνικός βιομηχανικός κόσμος επαναλαμβάνει, με μικρές παραλλαγές, εδώ και μια δεκαετία τουλάχιστον. Αυτό δεν τα καθιστά λανθασμένα — τα καθιστά, όμως, δείκτη ενός βαθύτερου προβλήματος: η ελληνική βιομηχανική πολιτική λειτουργεί επί χρόνια σε λογική διορθωτικών παρεμβάσεων πάνω σε ένα θεσμικό πλαίσιο που παραμένει, στη βάση του, αντι-παραγωγικό — υψηλό ενεργειακό κόστος, χωροταξική ασάφεια, βαρύ μη μισθολογικό κόστος. Οι διορθώσεις σωρεύονται· το υπόβαθρο δεν αλλάζει.

Η ίδια η «Ελληνική Παραγωγή» αναγνωρίζει, εμμέσως, αυτό το πρόβλημα όταν θέτει ως «βασική προϋπόθεση» τον «γόνιμο και διαρκή διάλογο μεταξύ Πολιτείας και βιομηχανίας». Είναι μια διατύπωση που ακούγεται εξίσου σε κάθε ελληνική κυβέρνηση από το 2010 και μετά, ανεξαρτήτως αν επρόκειτο για μνημονιακή προσαρμογή, μεταμνημονιακή ανάκαμψη ή μεταπανδημική στήριξη. Η επιμονή στη διατύπωση, χρόνο με τον χρόνο, χωρίς θεσμοθετημένο μηχανισμό με δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα, λειτουργεί περισσότερο ως ένδειξη ελλείμματος παρά ως απόδειξη προόδου. Ο βιομηχανικός κόσμος δεν ζητά νέα υπόσχεση διαλόγου· ζητά, ουσιαστικά, θεσμοθέτηση — κάτι που η ανακοίνωση αγγίζει όταν αναφέρεται σε «μηχανισμούς συνεχούς συνεργασίας σε όλα τα επίπεδα», χωρίς όμως να εξειδικεύει πώς αυτοί θα διαφέρουν από τις προηγούμενες, ατελέσφορες εκδοχές τους.

 
Η κρίσιμη αντίφαση: παραγωγικότητα εναντίον διανομής

Το βαθύτερο ζήτημα που  θίγει η ανακοίνωση, χωρίς να το αναπτύσσει πλήρως, είναι η σύνδεση ανάμεσα σε αλλαγή παραγωγικού μοντέλου και «ισόρροπη, αποκεντρωμένη» ευημερία. Εδώ εντοπίζεται η πιο ενδιαφέρουσα ένταση της φετινής συγκυρίας. Τα στοιχεία παραγωγικότητας δείχνουν ότι η Ελλάδα βελτιώνεται με ρυθμό ταχύτερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο — το ΑΕΠ ανά εργαζόμενο αυξάνεται με 2,3% έναντι 1,2% στην ΕΕ-27. Όμως το ίδιο το Εθνικό Συμβούλιο Παραγωγικότητας προειδοποιεί ρητά ότι αυτή η ταχύτερη μεγέθυνση δεν οδηγεί σε ουσιαστική σύγκλιση, επειδή η αφετηρία είναι τόσο χαμηλή (52-57% του μέσου όρου της Ευρωζώνης) που ακόμη και ανώτερος ρυθμός βελτίωσης χρειάζεται δεκαετίες για να κλείσει το χάσμα.

Αυτό σημαίνει κάτι δυσάρεστο για την πολιτική συζήτηση της ΔΕΘ: ακόμη κι αν όλα τα μέτρα του επταμερούς σχεδίου υλοποιηθούν στο ακέραιο, η αίσθηση σχετικής υστέρησης του Έλληνα εργαζόμενου και καταναλωτή απέναντι στον ευρωπαίο ομόλογό του δεν θα εξαλειφθεί μέσα σε μία κυβερνητική θητεία. Η υποκειμενική φτώχεια στο 67,1% δεν είναι μόνο στατιστική ανωμαλία· είναι το βιωμένο αντίστοιχο ενός ΑΕΠ που μεγαλώνει χωρίς να μεταφράζεται αναλογικά σε εισόδημα διαθέσιμο στο νοικοκυριό. Όποια κυβέρνηση προκύψει από τις προσεχείς εκλογές θα κληθεί να διαχειριστεί αυτή την ψαλίδα ανάμεσα σε μακροοικονομική επίδοση και μικροοικονομική εμπειρία — και καμία ΔΕΘ, όσο φιλόδοξη κι αν είναι η ρητορική της, δεν μπορεί να την κλείσει μονομιάς.

 
Η αποτίμηση

Η ανακοίνωση  της «Ελληνικής Παραγωγής» έχει αξία ακριβώς επειδή αρνείται να λειτουργήσει ως χειροκρότημα. Θέτει όρους: να μη μείνουν οι εξαγγελίες «προεκλογικού χαρακτήρα», να συνοδευτούν από χρονοδιαγράμματα, να συνδεθούν με το Εθνικό Σχέδιο ενόψει του 2028. Είναι η σωστή απαίτηση. Το ρίσκο είναι ότι, σε μια χρονιά προεκλογικού ανταγωνισμού, ακριβώς αυτά τα στοιχεία —χρονοδιάγραμμα, δεσμευτικότητα, συνέχεια πέραν της θητείας— είναι τα πιο δύσκολα να αποσπαστούν από πολιτικό σύστημα που ανταμείβει την άμεση, ορατή παροχή και όχι τη θεσμική υπομονή. Η ελληνική βιομηχανική πολιτική δεν πάσχει από έλλειψη διάγνωσης· πάσχει, ιστορικά, από έλλειψη συνέχειας ανάμεσα σε κυβερνήσεις και θητείες. Το αν η φετινή ΔΕΘ σπάει αυτόν τον κύκλο δεν θα φανεί από τις ανακοινώσεις του Σεπτεμβρίου, αλλά από το αν το «Εθνικό Σχέδιο» θα υπάρχει ακόμη, αναγνωρίσιμο και δεσμευτικό, όποτε ανοίξει επίσημα το Ταμείο Ανταγωνιστικότητας τον Ιανουάριο του 2028 — ανεξαρτήτως ποιος θα κυβερνά τότε.

 
Η μεγάλη εικόνα

Η συζήτηση επικεντρώνεται, εύλογα, στο πόσα κονδύλια θα «κερδίσει» η Ελλάδα από το Ταμείο Ανταγωνιστικότητας. Λιγότερο συζητημένο είναι ποιος μέσα στην Ελλάδα έχει σήμερα την τεχνική ικανότητα να γράψει και να υποστηρίξει μια ανταγωνιστική ευρωπαϊκή πρόταση κλίμακας — δηλαδή αν η χώρα διαθέτει το ενδιάμεσο στρώμα οργανισμών (τεχνικά επιτελεία σε υπουργεία, ερευνητικά κέντρα με εμπειρία σε consortia, ενδιάμεσους φορείς) που μετατρέπει μια πολιτική πρόθεση σε κερδισμένη χρηματοδότηση. Το 2028 δεν θα κριθεί μόνο από το αν υπάρχει «Εθνικό Σχέδιο» στα χαρτιά, αλλά από το αν υπάρχει η θεσμική υποδομή που θα το εκτελέσει μέσα σε ανταγωνιστικές προθεσμίες — και αυτή η υποδομή χτίζεται τώρα ή δεν θα υπάρχει καθόλου όταν χρειαστεί.

 
Συντακτική σημείωση & πολιτική AI: Κάθε δημοσιευμένο άρθρο στο  mywaypress.gr αποτελεί προϊόν ουσιαστικού συντακτικού ελέγχου και ανθρώπινης επιμέλειας, η οποία φέρει την αποκλειστική συντακτική ευθύνη του περιεχομένου (EU AI Act, Art. 50.4). Τηρούμε πλήρως τους κανόνες διαφάνειας και τις εκάστοτε οδηγίες των Εθνικών Αρχών Εποπτείας της Αγοράς.

Ανάλυση και σύνθεση: mywaypress.gr

© 2026 mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει

Σχετικά Άρθρα