Η Ελλάδα χτίζει τα πλεονάσματά της στην πλάτη του ιδιωτικού τομέα
Χωρίς αντίστοιχη ανακούφιση στη φορολογία εισοδήματος ή επιχειρήσεων
Η μεγαλύτερη πρόκληση για την ελληνική οικονομική πολιτική τα επόμενα χρόνια δεν είναι το χρέος. Είναι να μετατρέψει τα δημοσιονομικά πλεονάσματα σε οικονομική ευημερία που αισθάνεται η πλειοψηφία των πολιτών — πριν αυτή η ψαλίδα μεταξύ μακροοικονομικής επίδοσης και κοινωνικής εμπειρίας γίνει πολιτικό πρόβλημα
Η Ελλάδα σε δημοσιονομική στροφή: Υπεραπόδοση, ευρωπαϊκοί σεσμοί και η παγίδα της επιτυχίας
Υπάρχουν στιγμές που τα νούμερα λένε μια ιστορία σαφέστερη από κάθε πολιτικό λόγο. Τα δημοσιονομικά στοιχεία που δημοσίευσε η ΕΛΣΤΑΤ για το 2025 αποτελούν μία από αυτές. Η Ελλάδα, η χώρα που για μια δεκαετία συνόδευε κάθε ευρωπαϊκή σύνοδο με νέα σενάρια χρεοκοπίας, καταγράφει πλέον πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ — τριπλάσιο από τον στόχο του Προϋπολογισμού — και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9%. Το 4,9% πρωτογενές πλεόνασμα είναι εντυπωσιακό ως αριθμός, αλλά αποκαλύπτει παγίδα, όχι δύναμη. Οι βόρειες οικονομίες δεν θα ήθελαν να βρεθούν στη θέση που απαιτεί τέτοια επίδοση. Οι βόρειες ευρωπαϊκές οικονομίες — Γερμανία, Ολλανδία, Αυστρία, Φινλανδία — δεν τρέχουν πρωτογενή πλεονάσματα 4,9% του ΑΕΠ. Και δεν το κάνουν όχι επειδή δεν μπορούν, αλλά επειδή δεν χρειάζεται. Ένα πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% δεν είναι αναγκαστικά επίτευγμα — είναι ανάγκη επιβίωσης. Η Ελλάδα πρέπει να διατηρεί τόσο υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα ακριβώς επειδή έχει χρέος 146% του ΑΕΠ. Το πλεόνασμα αυτό πηγαίνει κυρίως για να εξυπηρετεί παλιό χρέος, όχι για να επενδύει στο μέλλον.
Η Eurobank Research αναλύει εκτενώς αυτή την εικόνα στο τελευταίο τεύχος «7 Ημέρες Οικονομία». Πίσω από τους αριθμούς, ωστόσο, κρύβεται μια πολύ πιο σύνθετη αφήγηση: μια χώρα που βαδίζει σε τεντωμένο σχοινί μεταξύ δημοσιονομικής αξιοπιστίας, κοινωνικής ανακούφισης και ευρωπαϊκών κανόνων — με λίγο χώρο για λάθη.
Το Παράδοξο της Υπεραπόδοσης
Η δημοσιονομική εικόνα του 2025 είναι αδιαμφισβήτητα θετική ως σύνολο. Το ισοζύγιο Γενικής Κυβέρνησης βελτιώθηκε συνεχώς από έλλειμμα -2,6% το 2022 σε πλεόνασμα 1,7% το 2025. Το δημόσιο χρέος έπεσε από το ιλιγγιώδες 177,8% του ΑΕΠ το 2022 στο 146,1% το 2025 — μείωση 31,7 ποσοστιαίων μονάδων σε τέσσερα χρόνια, ένας ρυθμός αποκλιμάκωσης εντυπωσιακός με οποιοδήποτε ευρωπαϊκό σταθμό μέτρησης.
Ωστόσο, η υπεραπόδοση έναντι στόχου ενέχει μια κρυφή ειρωνεία: σημαίνει ότι οι αρχικές παραδοχές του Προϋπολογισμού ήταν συντηρητικές — εκ προθέσεως ή μη. Όταν στοχεύεις πλεόνασμα 0,6% και πετυχαίνεις 1,7%, αυτό δεν αντανακλά απλώς καλύτερη εκτέλεση. Αντανακλά επίσης ότι η πολιτεία εισέπραξε από πολίτες και επιχειρήσεις περισσότερα από όσα ανακοίνωνε δημόσια ότι σκόπευε να δαπανήσει. Η παρατήρηση αυτή δεν αίρει το θετικό πρόσημο του αποτελέσματος, αλλά θέτει ερωτήματα σχετικά με τη διαφάνεια και την ακρίβεια της δημοσιονομικής προγραμματικής.
Η Ευρωπαϊκή Διάσταση: Από Πρωτοφανής σε Πρότυπο;
Η σύγκριση με την Ευρωζώνη αλλάζει ριζικά την οπτική γωνία. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωζώνη συνολικά παρέμεινε σε έλλειμμα 2,9% του ΑΕΠ, η Ελλάδα κατέγραψε πλεόνασμα 1,7% — και κατατάσσεται τρίτη στην ΕΕ ως προς το ετήσιο δημοσιονομικό αποτέλεσμα, πίσω μόνο από την Κύπρο (3,4%) και την Ιρλανδία (1,8%).
Αυτή η αντιστροφή ρόλων έχει βαρύ συμβολικό φορτίο. Η χώρα που ήταν επί χρόνια το «μαύρο πρόβατο» της Ευρωζώνης μετασχηματίζεται σε έναν από τους πιο συνεπείς δημοσιονομικά εταίρους. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την αξιοπιστία στις αγορές και τη διαπραγματευτική θέση της χώρας στις ευρωπαϊκές συνόδους.
Η άλλη όψη, όμως, παραμένει ωμή: με χρέος 146,1% του ΑΕΠ, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει τον υψηλότερο λόγο χρέους τόσο στην Ευρωζώνη όσο και στην ΕΕ — πολύ μπροστά από την Ιταλία (137,1%), τη Γαλλία (115,6%) και τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (87,8%). Η χώρα, δηλαδή, παρουσιάζει τη σχιζοφρένεια μιας οικονομίας που «τρέχει» αλλά κουβαλά βαρύ φορτίο: η ροή (annual balance) είναι ισχυρή, αλλά το απόθεμα (debt stock) παραμένει βαρύ και ευάλωτο σε εξωτερικές αναταράξεις.
Το Νέο Ευρωπαϊκό Πλαίσιο και η Λογιστική του Επιτρεπτού
Η ανάλυση της Eurobank Research αναδεικνύει κάτι που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση: το νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο δεν μετρά μόνο το ύψος του πλεονάσματος, αλλά κυρίως την πορεία των καθαρών πρωτογενών δαπανών. Αυτή είναι μια ουσιώδης διαφορά.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν αξιολογείται απλώς για το πόσο πλεονασματική είναι, αλλά για το πού και πώς δαπανά. Από την ανάλυση των στοιχείων του 2025, αναγνωρίστηκε δημοσιονομικός χώρος 800 εκατ. ευρώ για το 2026 — από τα οποία τα 600 εκατ. προέρχονται από μόνιμη εξοικονόμηση δαπανών και τα 200 εκατ. από ενεργητικά μέτρα εσόδων.
Αυτός ο χώρος εξαντλείται πλήρως από τις ήδη ανακοινωθείσες παρεμβάσεις. Υπολείπεται ένα «μαξιλάρι» 150-200 εκατ. ευρώ που, υπό τις παρούσες συνθήκες αβεβαιότητας, η κυβέρνηση επιλέγει να μην προδεσμεύσει. Η απόφαση αυτή μαρτυρεί δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά και πολιτική λογική: αφήνει ανοιχτά περιθώρια για αντιδράσεις σε απρόβλεπτα γεγονότα — εμπορικοί πόλεμοι, ενεργειακές κρίσεις, γεωπολιτικές εντάσεις.
Οι Παρεμβάσεις 2026: Κοινωνική Πολιτική με Ευρωπαϊκές Εγγυήσεις
Η κυβέρνηση δρομολόγησε ήδη δύο δέσμες μέτρων συνολικού ύψους 800 εκατ. ευρώ για το 2026. Στόχος: ανακούφιση νοικοκυριών, αγροτών, συνταξιούχων, ενοικιαστών, επιχειρήσεων και οφειλετών. Τα μέτρα συνδυάζουν μόνιμες παροχές — αύξηση ενίσχυσης για χαμηλοσυνταξιούχους, έκτακτη εφάπαξ για κάθε παιδί — με προσωρινές επιδοτήσεις diesel και λιπασμάτων.
Ενδιαφέρουσα είναι η παρέμβαση για το ιδιωτικό χρέος: ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για άρση κατασχέσεων, διεύρυνση εξωδικαστικού μηχανισμού και δυνατότητα αποπληρωμής σε έως 72 δόσεις. Αυτή η κίνηση στοχεύει στη μείωση του αποθέματος των «κόκκινων» δανείων και στην απελευθέρωση εγκλωβισμένης αγοραστικής δύναμης — με άμεσες επιπτώσεις στην κατανάλωση και, έμμεσα, στη φορολογική βάση.
Μεσοπρόθεσμο Σκηνικό: Σύγκλιση ΔΝΤ και Προϋπολογισμού
Σπάνια συμβαίνει ΔΝΤ και εθνικός Προϋπολογισμός να βλέπουν τα πράγματα σχεδόν με τον ίδιο τρόπο. Για το 2026, και οι δύο προβλέπουν ισοζύγιο Γενικής Κυβέρνησης ελαφρά ελλειμματικό στο -0,2% του ΑΕΠ, με πρωτογενές πλεόνασμα — ο Προϋπολογισμός λέει 2,8%, το ΔΝΤ 3,8%. Η μικρή απόκλιση αντανακλά διαφορετικές υποθέσεις για ανάπτυξη και πληθωρισμό, όχι θεμελιακή διαφωνία ως προς την κατεύθυνση.
Το πιο σημαντικό: το ΔΝΤ προβλέπει χρέος 110,9% του ΑΕΠ το 2031 — από 146,1% σήμερα. Αν επαληθευτεί, αυτή η τροχιά αποτελεί ιστορική αναστροφή. Η Ελλάδα θα εισέλθει στη δεκαετία του 2030 με λόγο χρέους χαμηλότερο από ό,τι έχει σήμερα η Γαλλία — αν, βέβαια, δεν μεσολαβήσει κάποιο μεγάλο εξωγενές σοκ.
Η Παγίδα που Δεν Βλέπουν Πολλοί
Εδώ είναι κάτι που συχνά υποτιμάται στη δημόσια συζήτηση.
Η δημοσιονομική υπεραπόδοση της Ελλάδας έχει ένα κρυφό κόστος: η χώρα αντλεί σήμερα ισχυρότατα έσοδα — 50% του ΑΕΠ το 2025, από 48,1% το 2024 — ενώ παράλληλα διατηρεί σχεδόν σταθερές τις δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ. Αυτή η συνταγή παράγει πλεόνασμα, αλλά στηρίζεται σε φορολογική πίεση που σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα μπορεί να φθείρει την παραγωγική βάση.
Απλά: η Ελλάδα «αδυνατίζει» το ιδιωτικό τομέα για να «παχαίνει» το δημόσιο ισοζύγιο. Κάποια στιγμή, αν η φορολογική πίεση δεν αντισταθμιστεί από ανάλογες μειώσεις επιβάρυνσης ή από δομικές μεταρρυθμίσεις που επιταχύνουν την παραγωγικότητα, το εντυπωσιακό δημοσιονομικό αποτέλεσμα θα έχει αγοραστεί με χαμηλότερη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.
Τα στοιχεία το επιβεβαιώνουν διακριτά: ο δείκτης εμπιστοσύνης καταναλωτή βρίσκεται στο -52,5 μονάδες — πολύ χαμηλότερα από τον ευρωζωνικό μέσο (-16,3). Οι πολίτες δηλαδή ζουν σε μια οικονομία που «περνά καλά» στα χαρτιά αλλά αισθάνονται το αντίθετο. Αυτό το χάσμα δεν κλείνει με επιδοτήσεις diesel και εφάπαξ παροχές. Κλείνει μόνο με δομική μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης σε εισοδήματα και επιχειρήσεις — κάτι που, ακριβώς λόγω του νέου ευρωπαϊκού πλαισίου και της ανάγκης διατήρησης πλεονασμάτων, παραμένει απαγορευτικά δύσκολο.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για την ελληνική οικονομική πολιτική τα επόμενα χρόνια δεν είναι το χρέος. Είναι να μετατρέψει τα δημοσιονομικά πλεονάσματα σε οικονομική ευημερία που αισθάνεται η πλειοψηφία των πολιτών — πριν αυτή η ψαλίδα μεταξύ μακροοικονομικής επίδοσης και κοινωνικής εμπειρίας γίνει πολιτικό πρόβλημα.
Η μεγαλύτερη πολιτικοοικονομική βόμβα
Η δημόσια συζήτηση εστιάζει στο αν η Ελλάδα πετυχαίνει τους δημοσιονομικούς της στόχους. Σχεδόν κανείς δεν ρωτά με ποιο κόστος.
Τα έσοδα Γενικής Κυβέρνησης άγγιξαν το 50% του ΑΕΠ το 2025 — από 48,1% το 2024. Αυτό δεν είναι «βελτίωση εισπραξιμότητας»· είναι αύξηση της φορολογικής απορρόφησης του παραγόμενου πλούτου. Παράλληλα, ο δείκτης εμπιστοσύνης καταναλωτή βρίσκεται στο -52,5 — τριπλάσιος σε αρνητικότητα από τον ευρωζωνικό μέσο.
Αυτό σημαίνει ένα απλό πράγμα: η Ελλάδα χτίζει τα πλεονάσματά της στην πλάτη του ιδιωτικού τομέα, χωρίς αντίστοιχη ανακούφιση στη φορολογία εισοδήματος ή επιχειρήσεων. Οι επιδοτήσεις diesel και οι εφάπαξ παροχές είναι πολιτικά ορατές· η δομική φορολογική ανακούφιση δεν γίνεται, γιατί το ευρωπαϊκό πλαίσιο και οι στόχοι πλεονάσματος δεν αφήνουν χώρο.
Αυτή η ψαλίδα — μεταξύ μακροοικονομικής επίδοσης και καθημερινής εμπειρίας — είναι η μεγαλύτερη πολιτικοοικονομική βόμβα που σιγοκαίει κάτω από τους θριαμβευτικούς τίτλους για το πλεόνασμα.
Πηγή στοιχείων: Eurobank Research, «7 Ημέρες Οικονομία», Τεύχος 571, 27 Απριλίου 2026. Δρ. Θεόδωρος Σταματίου, Ανώτερος Οικονομολόγος.
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη υβριδικής νοημοσύνης.
Για αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.




