Η κανονικότητα ως συνέργεια

Αυταρχισμός είναι η έλλειψη λογοδοσίας — όχι απλώς ως απουσία συνεπειών, αλλά ως πολιτισμικό πρότυπο. Όταν κανείς δεν παραιτείται. Όταν κανείς δεν δικάζεται

 
Ειδικού συνεργάτη

Βρισκόμαστε εν μέσω μιας συνεχιζόμενης ηθικής έκτακτης ανάγκης στην Ελλάδα. Ο αυταρχισμός δεν χτυπά την πόρτα — έχει ήδη εγκατασταθεί στο σαλόνι. Και δεν ήρθε με τανκς. Ήρθε με έγγραφα. Με καθυστερήσεις. Με αναρμοδιότητες. Με ανακοινώσεις που δεν απαντούν σε τίποτα.

Αυταρχισμός είναι όταν ο πολίτης κακοποιείται πολιτικά — όχι πάντα με βία, συχνά με αδιαφορία. Όταν το κράτος σε αντιμετωπίζει όχι ως υποκείμενο δικαιωμάτων, αλλά ως αριθμό σε αρχείο, ως πρόβλημα προς διαχείριση, ως φωνή που δεν αξίζει απάντηση. Η κακοποίηση αυτή δεν αφήνει μώλωπες. Αφήνει ανθρώπους που έχουν μάθει να μην περιμένουν τίποτα — και αυτό ακριβώς είναι το ζητούμενο.

Αυταρχισμός είναι η οργανωμένη απουσία λύσεων. Δεν είναι ανικανότητα — είναι σύστημα. Όταν το ίδιο πρόβλημα επιστρέφει για δεκαετίες αναλλοίωτο, όταν κάθε κυβέρνηση κληρονομεί την κρίση και την παραδίδει αναλλοίωτη στην επόμενη, όταν οι επιτροπές συστήνονται για να μην αποφασίζουν — αυτό δεν είναι αδράνεια. Είναι επιλογή. Γιατί τα αναπάντητα προβλήματα κρατούν τον κόσμο εξαρτημένο, αποδυναμωμένο, στραμμένο προς τα μέσα.

Αυταρχισμός είναι η απομόνωση των πολιτών από εκεί που παίζεται το παιχνίδι. Οι αποφάσεις λαμβάνονται σε δωμάτια που δεν έχουν παράθυρα. Οι διαβουλεύσεις είναι θέατρο. Οι εκλογές επιλέγουν πρόσωπα, όχι κατευθύνσεις. Και ο πολίτης καταλαβαίνει — σιγά σιγά, οδυνηρά — ότι η γνώμη του είναι καλοδεχούμενη μόνο εφόσον δεν διαταράσσει τίποτα. Αυτή η συνειδητοποίηση είναι η πιο ακριβή μορφή πολιτικής ήττας: να ξέρεις ότι δεν μετράς, και να συνεχίζεις παρόλα αυτά να ζεις μέσα σε αυτή τη γνώση.

Αυταρχισμός, τέλος, είναι η έλλειψη λογοδοσίας — όχι απλώς ως απουσία συνεπειών, αλλά ως πολιτισμικό πρότυπο. Όταν κανείς δεν παραιτείται. Όταν κανείς δεν δικάζεται. Όταν το σκάνδαλο διαδέχεται το σκάνδαλο και η μνήμη κουράζεται πριν αποδώσει δικαιοσύνη. Η ατιμωρησία δεν είναι παρενέργεια του συστήματος — είναι η κινητήρια δύναμή του.

Τα Τέμπη δεν ήταν ατύχημα. Ήταν η αποκάλυψη ενός συστήματος που τρώει τους ανθρώπους του και συνεχίζει απτόητο. Οι υποκλοπές δεν ήταν παρέκκλιση. Ήταν η αρχιτεκτονική της εξουσίας να γίνεται ορατή για μια στιγμή — και μετά να σκεπάζεται ξανά με θεσμική σιωπή. Οι μεταναστευτικές πολιτικές δεν είναι διαχείριση κρίσης. Είναι επιλεγμένη σκληρότητα απέναντι σε ανθρώπους που ορίστηκε εκ των προτέρων ότι δεν μετράνε.

Αυτό είναι το σαλόνι στο οποίο ζούμε. Και η πιο επικίνδυνη συνήθεια είναι να το έχουμε αρχίσει να το αποκαλούμε σπίτι.

Και εν τω μεταξύ, η Αθήνα λάμπει. Τα εστιατόρια γεμίζουν. Τα φεστιβάλ ξεκινούν. Η «ανάκαμψη» πωλείται ως επιτυχία.

Δεν απευθύνομαι σε αυτούς που αγωνίζονται να επιβιώσουν — αυτοί βιώνουν ήδη τις συνέπειες και δεν χρειάζονται υπενθύμιση. Απευθύνομαι σε εκείνους που έχουν την πολυτέλεια της επιλογής.

Θέτω λοιπόν στις προνομιούχες τάξεις αυτής της χώρας — στους επιχειρηματίες, στους διανοούμενους, στους καλλιτέχνες, στους δημοσιογράφους που έχουν ακόμα βήμα — τα εξής ερωτήματα: Τι θα κάνετε με την ορατότητά σας όσο η δημοκρατία αποδυναμώνεται γύρω σας; Θα γίνετε μάρτυρες; Θα αντισταθείτε; Ή θα συνεχίσετε να εορτάζετε την κανονικότητα σαν να μην είναι κι αυτή πολιτική θέση;

Γιατί αυτό είναι που αηδιάζει. Όχι η ευημερία, αλλά η υπακοή που μεταμφιέζεται σε αδιαφορία. Όχι η χαρά, αλλά η άρνηση να δει κανείς τι πληρώνεται για να υπάρχει. Το να προχωράς σαν να μην συμβαίνει τίποτα το εξαιρετικό — όταν το σπίτι καίγεται — δεν είναι ουδετερότητα. Είναι επιλογή. Και κάθε επιλογή έχει αποδέκτες.

Η διατήρηση της καθημερινότητας είναι πολιτική πράξη όταν οι θεσμοί σαπίζουν. Το να δικτυώνεσαι, να πίνεις στην υγεία της «σταθερότητας» ενώ οι δημοκρατικές ασφαλιστικές δικλείδες διαβρώνονται μία μία — αυτό δεν είναι απολιτική συμπεριφορά. Είναι συνέργεια με μια πραγματικότητα που δεν χρειάζεται την ενεργή σου έγκριση· αρκεί η σιωπή σου.

Αλλά η ευθύνη δεν σταματά στις προνομιούχες τάξεις. Φτάνει ως εκεί που φτάνει η επιλογή — και η επιλογή, έστω περιορισμένη, υπάρχει για τους περισσότερους από εμάς.

Υπάρχει κάτι που κάνουμε όλοι, χωρίς να το παραδεχόμαστε: συνηθίζουμε. Συνηθίζουμε τις ουρές, τις καθυστερήσεις, τις υποσχέσεις που δεν εξαργυρώνονται ποτέ, τα σκάνδαλα που έρχονται και παρέρχονται σαν εποχές. Συνηθίζουμε να εξηγούμε στα παιδιά μας γιατί η χώρα δεν λειτουργεί — και κάποια στιγμή σταματάμε να εξηγούμε, επειδή και αυτοί έχουν ήδη καταλάβει.

Μας έχουν πει — και εμείς το έχουμε πει στον εαυτό μας — ότι η κρίση μας σκλήρυνε. Ότι «χτίσαμε χαρακτήρα». Ότι ξέρουμε να αντέχουμε. Αλλά υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά που αρνούμαστε να κοιτάξουμε κατάματα: η διαφορά μεταξύ του σιδηρουργείου και της μυλόπετρας.

Το σιδηρουργείο σε χτυπά για να σε διαμορφώσει. Η μυλόπετρα σε αλέθει για να σε εξαφανίσει.

Είκοσι χρόνια χρόνιας κρίσης δεν παράγουν ανθεκτικούς πολίτες — παράγουν κουρασμένους ανθρώπους που έχουν μάθει να ζουν με λιγότερα. Λιγότερες απαιτήσεις. Λιγότερες προσδοκίες. Λιγότερη οργή. Και αυτή η εξάντληση δεν είναι ωριμότητα — είναι το ακριβές αποτέλεσμα ενός συστήματος που δεν μπορεί να επιβιώσει αν οι πολίτες του παραμείνουν αγανακτισμένοι.

Η επίμονη ενόχληση που συνεχίζεται χωρίς συνέπειες δεν ξυπνά την κοιμισμένη μας ιδιοφυΐα. Την αποστομώνει. Μαθαίνουμε να φιλτράρουμε αυτό που μας πονά επειδή δεν αντέχουμε να συνεχίσουμε να πονάμε χωρίς διέξοδο. Και έτσι, σιγά σιγά, αυτό που έπρεπε να μας αγανακτεί γίνεται φόντο — ήχος που δεν ακούμε πια, όπως δεν ακούμε την κυκλοφορία έξω από το παράθυρό μας.

Αλλά το παράθυρο είναι ακόμα εκεί. Και ο δρόμος καίγεται.

Το ερώτημα δεν είναι αν έχουμε το δικαίωμα να κουραστούμε — το έχουμε, απόλυτα. Το ερώτημα είναι αν θα αφήσουμε την κούραση να γίνει ταυτότητα. Αν θα μετατρέψουμε την επιβίωση σε φιλοσοφία. Αν θα εξακολουθούμε να αποκαλούμε «ρεαλισμό» αυτό που στην ουσία είναι παράδοση.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλους ανθρώπους που ξέρουν να σχολιάζουν χωρίς να ρισκάρουν, που επιβιώνουν χωρίς να διεκδικούν, που θυμούνται χωρίς να πράττουν. Χρειάζεται ανθρώπους — προνομιούχους και μη — που να επιλέγουν συνειδητά, με κόστος, να μην είναι απλώς παρόντες.

Γιατί η μυλόπετρα δεν σταματά επειδή εσύ έχεις συνηθίσει τον ήχο της. Συνεχίζει να αλέθει. Και κάθε μέρα που την ονομάζουμε «κανονικότητα» — είτε από προνόμιο, είτε από κούραση — της δίνουμε άδεια να γυρίσει άλλη μια στροφή.

 
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη  υβριδικής νοημοσύνης.

Για  αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.

Σχετικά Άρθρα