Η κουλτούρα προκαλεί την οικονομική ευημερία ή απλώς την αντανακλά;
Του Roland Fryer
Σε μια εποχή που κυριαρχείται από οικονομικές αναλύσεις βασισμένες σε μετρήσιμα δεδομένα, η «κουλτούρα» παρέμενε για δεκαετίες μια έννοια παραμελημένη από τους οικονομολόγους. Θεωρούμενη υπερβολικά άυλη για να μετρηθεί και υπερβολικά περίπλοκη για να μοντελοποιηθεί, η κουλτούρα –οι κοινές αξίες, νόρμες, πεποιθήσεις και συμπεριφορές μιας ομάδας– σπάνια αντιμετωπιζόταν ως ερμηνευτικός παράγοντας για τα οικονομικά αποτελέσματα.
Ωστόσο, ο οικονομολόγος Thomas Sowell υπήρξε πρωτοπόρος, αντιμετωπίζοντας την κουλτούρα ως μια κρίσιμη οικονομική μεταβλητή. Σύμφωνα με τον Sowell, τόσο το ανθρώπινο κεφάλαιο όσο και η κουλτούρα καθοδηγούν την κοινωνική κινητικότητα, συχνά σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι οι διακρίσεις ή τα εξωτερικά εμπόδια. Η κεντρική του θέση είναι σαφής: Άνθρωποι από κουλτούρες που δίνουν έμφαση σε παραγωγικές συνήθειες, όπως η εκπαίδευση, ο προσανατολισμός στην εργασία και η αποταμίευση, τείνουν να προοδεύουν. Το αντίστροφο ισχύει επίσης. Κατά την άποψή του, η κουλτούρα συνιστά μια μορφή κεφαλαίου, μια συσσώρευση συνηθειών και τεχνογνωσίας που επηρεάζει καθοριστικά την πρόοδο μιας ομάδας.
Το κεντρικό δίλημμα: Αιτία ή αποτέλεσμα;
Η ανάλυση του Sowell θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα που βρίσκεται στον πυρήνα της συζήτησης για την οικονομική ανισότητα: Η κουλτούρα προκαλεί την οικονομική ευημερία ή φτώχεια, ή απλώς την αντανακλά;.
Αν η κουλτούρα οδηγεί τα οικονομικά αποτελέσματα, τότε η αλλαγή της καθίσταται κεντρικός άξονας για τη μείωση των ανισοτήτων. Αν, όμως, οι πολιτισμικές διαφορές αποτελούν κυρίως αντίδραση στην ανισότητα –αν δηλαδή οι περιθωριοποιημένες ομάδες αναπτύσσουν διακριτές πολιτισμικές εκφράσεις από ανάγκη ή έλλειψη ευκαιριών– τότε η βελτίωση των δομικών συνθηκών είναι πιθανώς πιο αποτελεσματική από τις προτροπές για πολιτισμική αλλαγή.
Το ξεμπέρδεμα αυτών των δυνάμεων είναι εξαιρετικά δύσκολο, καθώς η κουλτούρα και η οικονομία είναι στενά συνυφασμένες. Σήμερα, ένα αυξανόμενο σώμα ερευνών αντιμετωπίζει πλέον την κουλτούρα ως σοβαρή οικονομική δύναμη. Οι οικονομολόγοι την ορίζουν ως το σύνολο των πεποιθήσεων και αξιών που μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά, και ακαδημαϊκοί όπως οι Alberto Bisin, Thierry Verdier και Roland Bénabou έχουν μοντελοποιήσει πώς οι κοινές πεποιθήσεις διαμορφώνουν τη συμπεριφορά. Το συμπέρασμα είναι ότι η κουλτούρα λειτουργεί όντως σαν κεφάλαιο, επηρεάζοντας δυνητικά την παραγωγικότητα.
Η προσωπική μαρτυρία και το «πολιτισμικό σοκ»
Ο συγγραφέας του άρθρου, Roland Fryer, καθηγητής Οικονομικών στο Χάρβαρντ, μεταφέρει τη συζήτηση από τη θεωρία στην προσωπική εμπειρία. Η άφιξή του στο Χάρβαρντ το 2003 ως junior fellow ήταν «το μεγαλύτερο πολιτισμικό σοκ» της ζωής του. Έχοντας δουλέψει λίγα χρόνια νωρίτερα στο drive-through των McDonald’s, βρέθηκε ξαφνικά περιτριγυρισμένος από ανθρώπους που είχαν πάει σε «finishing school».
Η αντίθεση ήταν κραυγαλέα: ο ίδιος με το παρατσούκλι “Ju-Ju”, ξεθωριασμένα τζιν και φανέλες NFL, και οι νέοι του συνάδελφοι με ονόματα όπως “Theodore Frickenshaw Farnsworth III” και ντύσιμο με κοτλέ παντελόνια και ascots. Αυτή η εμπειρία, ωστόσο, μέσα από ατέλειωτες συζητήσεις, τον έκανε να αναρωτηθεί ακριβώς πώς η κουλτούρα διαμορφώνει την ανθρώπινη συμπεριφορά.
Η πρόκληση της μέτρησης: Από τα ονόματα στο SAT
Το δυσκολότερο μέρος για τους κοινωνικούς επιστήμονες είναι η μέτρηση της κουλτούρας. Ο Fryer αναφέρεται σε μια προσπάθεια που έκανε με τον Steven Levitt, εστιάζοντας σε μια μικρή αλλά αποκαλυπτική έκφραση κουλτούρας: τα ονόματα που δίνουν οι γονείς στα παιδιά τους.
- Η Μελέτη των Ονομάτων: Αναλύοντας στοιχεία δεκαετιών από την Καλιφόρνια, διαπίστωσαν ότι ενώ τη δεκαετία του 1960 οι διαφορές στα ονόματα μεταξύ μαύρων και λευκών γονέων ήταν μέτριες, στις αρχές της δεκαετίας του 1970 σημειώθηκε μια βαθιά αλλαγή, ειδικά σε φυλετικά διαχωρισμένες περιοχές. Αυτό συνέπεσε με την άνοδο του κινήματος Black Power. Ωστόσο, το βασικό εύρημα ήταν ότι δεν υπήρχαν πειστικές αποδείξεις ότι ένα “διακριτά μαύρο όνομα” έβλαπτε τις προοπτικές ενός παιδιού, μόλις λαμβάνονταν υπόψη οι παράγοντες του περιβάλλοντος. Ένα όνομα αντανακλούσε τη γειτονιά στην οποία γεννήθηκε κάποιος, όχι το πεπρωμένο του.
- Ο «Κοινωνικός Φόρος» στη Μάθηση: Η κουλτούρα, ωστόσο, μπορεί να έχει πιο ύπουλες επιδράσεις, διαμορφώνοντας το ανθρώπινο κεφάλαιο – τις δεξιότητες και τις φιλοδοξίες. Μια μελέτη των Bursztyn και Jensen (2015) σε μαθητές λυκείου στο Λος Άντζελες προσέφερε δωρεάν μαθήματα προετοιμασίας SAT. Σε κάποιους μαθητές ειπώθηκε ότι η απόφασή τους θα ήταν ιδιωτική, ενώ σε άλλους ότι η τάξη θα μάθαινε ποιος γράφτηκε.
- Το Αποτέλεσμα: Σε τμήματα χαμηλότερων επιδόσεων (non-honors), οι μαθητές ήταν 11 ποσοστιαίες μονάδες λιγότερο πιθανό να εγγραφούν αν το ήξεραν οι συμμαθητές τους. Αντίθετα, σε τμήματα αριστούχων (honors), η δημοσιοποίηση αύξανε τις εγγραφές. Το πείραμα αποκάλυψε έναν «κοινωνικό φόρο» στη μάθηση: η κουλτούρα (οι νόρμες των συνομηλίκων) δεν άλλαζε την πραγματική απόδοση της εκπαίδευσης, αλλά άλλαζε την προθυμία των μαθητών να τη διεκδικήσουν.
Σύμπτωμα ή αιτία;
Ο Fryer, επιστρέφοντας στην προσωπική του εμπειρία στο Χάρβαρντ, συνειδητοποίησε ότι το πολιτισμικό χάσμα που βίωσε «δεν ήταν αιτία ανισότητας· ήταν σύμπτωμά της». Οι διαφορές τους δεν τους εμπόδισαν· τους έκαναν ενδιαφέροντες, οδηγώντας σε αμοιβαία πολιτισμική ανταλλαγή (περισσότερο hip-hop για τους συναδέλφους του, γκουρμέ τυριά για τον ίδιο).
Η τελική θέση του άρθρου χαράσσει μια στρατηγική ισορροπία. Η κουλτούρα έχει σημασία, και ορισμένες πτυχές της μπορούν να αποθαρρύνουν συμπεριφορές που οδηγούν στην πρόοδο, όπως η υποτίμηση της εκπαίδευσης ή η εξύμνηση ριψοκίνδυνων συμπεριφορών.
Ωστόσο, ο ανώτερος σκοπός της κουλτούρας είναι να «επαυξάνει τις ανθρώπινες δυνατότητες». Το συμπέρασμα του Fryer είναι ότι πρέπει να γιορτάζουμε αυτό που κάνει τις ομάδες ξεχωριστές, αλλά με έναν κρίσιμο αστερίσκο: «αρκεί τίποτα από αυτά να μην εμποδίζει τη μάθηση, την εργασία και την ευημερία».
Πηγή: wsj.com
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη υβριδικής νοημοσύνης.
Για αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.




