Η 13η σύνταξη και η σιωπηλή φτώχεια που δεν συζητιέται

Η δημοσιονομική αυστηρότητα, όταν επικαλείται μόνο τη μεριά της δαπάνης προς τους πολίτες, είναι μονόπλευρη· η ίδια λογική θα έπρεπε να εφαρμόζεται και στο πώς —ή στο πόσο ελεγκτικά— δαπανάται το δημόσιο χρήμα στην απέναντι πλευρά του ισολογισμού

 
«Δημοσιονομική τρέλα». Με αυτούς τους όρους περιέγραψε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, ένα ενδεχόμενο επαναφοράς της 13ης σύνταξης, μιλώντας σήμερα στο OPEN. Η δήλωση δεν είναι απλώς ρητορική· συνοδεύεται από συγκεκριμένη τεκμηρίωση, την οποία αξίζει να αποσυναρμολογήσουμε πριν κρίνουμε αν είναι πειστική. Και, την ίδια ημέρα, μια δεύτερη είδηση —πολύ λιγότερο θορυβώδης— δείχνει ότι το πραγματικό συνταξιοδοτικό πρόβλημα της χώρας ίσως να μην είναι καθόλου εκεί όπου εστιάζει η δημόσια συζήτηση.

 
Πώς τεκμηριώνει τη θέση του ο Στουρνάρας

Το επιχείρημα του διοικητή της ΤτΕ στηρίζεται σε τρεις πυλώνες. Πρώτον, σε έναν θεσμικό περιορισμό: το νέο Σύμφωνο Σταθερότητας προβλέπει οροφή δαπανών την οποία, όπως ανέφερε, η Ελλάδα έχει ήδη προσεγγίσει. Δεύτερον, σε ένα κριτήριο χρηματοδότησης· κάθε νέα παροχή, είπε, πρέπει να συνοδεύεται είτε από μόνιμο νέο έσοδο είτε από αντίστοιχη μείωση άλλης δαπάνης, άλλως δημιουργεί δημοσιονομικό κενό. Τρίτον, σε ένα κριτήριο παραγωγικότητας: μια παροχή χωρίς «αντίκρισμα παραγωγικότητας» επιβαρύνει το σύστημα χωρίς να παράγει αντίστοιχη αξία στην οικονομία.

Ο Στουρνάρας συνέδεσε το επιχείρημα και με την ιστορική εμπειρία, υπενθυμίζοντας ότι τα μέτρα της περιόδου των μνημονίων εξασφάλισαν —κατά την εκτίμησή του— τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος «για πάρα πολλά χρόνια». Η υπόρρητη προειδοποίηση είναι ότι μια οριζόντια, μη χρηματοδοτημένη παροχή θα μπορούσε να ανατρέψει αυτή την ισορροπία και να οδηγήσει «ξανά σε δύσκολες καταστάσεις» — μια σαφή αναφορά στην εποχή της δημοσιονομικής επιτήρησης.

Πρόκειται, δηλαδή, όχι για μια γενική δήλωση φειδούς, αλλά για ένα επιχείρημα με τρεις ελέγξιμες προϋποθέσεις: ύπαρξη δημοσιονομικού χώρου, μονιμότητα χρηματοδότησης, παραγωγικό αντίκρισμα. Όποιο πολιτικό σχήμα επιθυμεί να διαφωνήσει, οφείλει να απαντήσει σε αυτά τα τρία και όχι απλώς να αντιπαραθέσει την κοινωνική ανάγκη στη δημοσιονομική πειθαρχία.

 
Το κριτήριο της παραγωγικότητας δεν είναι μονόδρομος

Υπάρχει, όμως, μια συμμετρία που το επιχείρημα του Στουρνάρα δεν θέτει ρητά, αν και θα έπρεπε. Το κριτήριο του «παραγωγικού αντικρίσματος» δεν μπορεί να εφαρμόζεται μόνο στο σκέλος των νέων κοινωνικών παροχών. Αν μια σύνταξη κρίνεται «τρέλα» επειδή δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη παραγωγικότητα, το ίδιο κριτήριο θα έπρεπε να ισχύει και για τις δαπάνες επικοινωνίας και δημοσίων σχέσεων του δημοσίου, καθώς και για το κόστος ευκαιρίας από μια καταπολέμηση της διαφθοράς που παραμένει σε μεγάλο βαθμό στα χαρτιά. Ούτε η επικοινωνιακή σπατάλη ούτε το κόστος της ανεπαρκούς θεσμικής εποπτείας εμφανίζονται πουθενά ως «δημοσιονομικός χώρος που χάνεται» — απλώς δεν λογιστικοποιούνται, γιατί δεν αποτυπώνονται ως ενιαία, μετρήσιμη κατηγορία δαπάνης, αλλά διάσπαρτα σε δεκάδες κωδικούς προϋπολογισμού και φορείς, αόρατα στον δημόσιο διάλογο. Η δημοσιονομική αυστηρότητα, όταν επικαλείται μόνο τη μεριά της δαπάνης προς τους πολίτες, είναι μονόπλευρη· η ίδια λογική θα έπρεπε να εφαρμόζεται και στο πώς —ή στο πόσο ελεγκτικά— δαπανάται το δημόσιο χρήμα στην απέναντι πλευρά του ισολογισμού.

 
Η άλλη όψη: οι συντάξεις που «γεννιούνται» ήδη χαμηλές

Ενώ η συζήτηση για τη 13η σύνταξη αφορά τους σημερινούς συνταξιούχους, μια δεύτερη είδηση της ίδιας ημέρας αποκαλύπτει ένα πρόβλημα με πολύ μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Οκτώ στους δέκα ελεύθερους επαγγελματίες επιλέγουν τη χαμηλότερη ασφαλιστική κατηγορία, διαμορφώνοντας μηνιαία εισφορά περίπου 250 ευρώ για κύρια σύνταξη και περίθαλψη — ποσό που, ακόμη και μετά από σαράντα χρόνια ασφάλισης, οδηγεί σε σύνταξη κάτω από 1.000 ευρώ. Μόλις το 7% των μη μισθωτών αναμένεται να λάβει σύνταξη πάνω από αυτό το όριο.

Η επιλογή δεν είναι άλογη σε ατομικό επίπεδο: με σωρευτική αύξηση εισφορών 18,26% από το 2023 έως το 2026, πολλοί αυτοαπασχολούμενοι επιλέγουν τη χαμηλότερη κατηγορία απλώς για να παραμείνουν βιώσιμοι σήμερα, μεταθέτοντας το κόστος σε μια σύνταξη που θα εισπράξουν σε δύο ή τρεις δεκαετίες. Είναι, με άλλα λόγια, μια ορθολογική ατομική απόφαση που παράγει ένα συλλογικό πρόβλημα με καθυστέρηση.

Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτό το πρόβλημα δεν αγγίζεται καθόλου από τη συζήτηση περί 13ης σύνταξης. Μια οριζόντια παροχή προς τους σημερινούς συνταξιούχους δεν διορθώνει τη δομική υποχρηματοδότηση των μελλοντικών συντάξεων των αυτοαπασχολούμενων· αντίθετα, απορροφά δημοσιονομικό χώρο που θα μπορούσε να κατευθυνθεί εκεί.

 
Προτάσεις: πώς θα μπορούσε να δοθεί μια 13η σύνταξη χωρίς να είναι «τρέλα»

Αν ληφθεί στα σοβαρά η τριπλή προϋπόθεση του Στουρνάρα —δημοσιονομικός χώρος, μόνιμη χρηματοδότηση, παραγωγικό αντίκρισμα— τότε η επαναφορά της 13ης σύνταξης δεν αποκλείεται εννοιολογικά· αποκλείεται μόνο ως αδιαφοροποίητο, οριζόντιο και μη χρηματοδοτημένο μέτρο. Ακολουθούν πέντε εναλλακτικές που θα μπορούσαν να πληρούν τα δικά του κριτήρια:

Στοχευμένη, όχι οριζόντια χορήγηση: περιορισμός σε συνταξιούχους με μηνιαία σύνταξη κάτω από ένα συγκεκριμένο όριο (π.χ. 700-800 ευρώ), ώστε το δημοσιονομικό κόστος να είναι μερίδιο —όχι πολλαπλάσιο— του οριζόντιου σεναρίου.

Έκτακτη, όχι μόνιμη, χορήγηση από πλεονάσματα: αν η εκτέλεση του προϋπολογισμού υπερβαίνει τον στόχο πρωτογενούς πλεονάσματος, μέρος της υπέρβασης να διανέμεται ως έκτακτο επίδομα —κατά το πρότυπο του «κοινωνικού μερίσματος»— χωρίς να συνιστά μόνιμη δέσμευση δαπάνης για τα επόμενα έτη.

Κανόνας ενεργοποίησης συνδεδεμένος με δημοσιονομικούς δείκτες: θεσμοθέτηση προϋποθέσεων (π.χ. δημόσιο χρέος κάτω από συγκεκριμένο ποσοστό του ΑΕΠ, τήρηση της οροφής δαπανών του Συμφώνου Σταθερότητας) πριν από κάθε ενεργοποίηση, ώστε η παροχή να μην εξαρτάται από πολιτική βούληση αλλά από μετρήσιμα κριτήρια.

Χρηματοδότηση από συγκεκριμένο μόνιμο έσοδο: σύνδεση με έσοδα που έχουν ήδη αποδειχθεί διατηρήσιμα (π.χ. τμήμα της υπεραπόδοσης από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής), ώστε να πληρούται ρητά το κριτήριο της μονιμότητας που θέτει ο ίδιος ο διοικητής της ΤτΕ.

Παράλληλη παρέμβαση στο δομικό πρόβλημα: κίνητρα —φορολογικά ή ασφαλιστικά— ώστε οι ελεύθεροι επαγγελματίες να μετακινούνται σταδιακά από την πρώτη σε ανώτερες ασφαλιστικές κατηγορίες, ώστε το σημερινό δημοσιονομικό κόστος μιας ενισχυμένης παροχής να μην αναπαράγεται σε είκοσι χρόνια ως ακόμη μεγαλύτερο κόστος επάρκειας συντάξεων.

Καμία από αυτές τις επιλογές δεν είναι δημοσιονομικά ουδέτερη. Όλες, όμως, μεταθέτουν τη συζήτηση από το δίπολο «τρέλα ή τίποτα» σε ένα πεδίο όπου η κοινωνική ανάγκη και η δημοσιονομική πειθαρχία μπορούν να συνυπάρξουν υπό όρους — που είναι, εν τέλει, ακριβώς αυτό που ζητά ο ίδιος ο Στουρνάρας όταν καλεί κάθε κόμμα να εξηγήσει «πώς θα χρηματοδοτήσει» πριν υποσχεθεί.

 
Η μεγάλη εικόνα

Οι δύο ειδήσεις της ίδιας ημέρας μοιράζονται έναν κοινό, σπάνια ειπωμένο παρονομαστή: και οι δύο αφορούν ασφαλιστικές αποφάσεις με ορίζοντα δεκαετιών, αλλά συζητιούνται με τη λογική της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης. Η 13η σύνταξη είναι ορατή, άμεση, μετρήσιμη σε ψήφους· η φτώχεια των μελλοντικών συνταξιούχων ελεύθερων επαγγελματιών είναι αόρατη σήμερα, γιατί το κόστος της θα εμφανιστεί σε είκοσι ή τριάντα χρόνια, όταν οι σημερινοί 35άρηδες αυτοαπασχολούμενοι φτάσουν στη σύνταξη με πλήρη ασφαλιστικό βίο στην πρώτη κατηγορία. Το ερώτημα που θέτει η mywaypress.gr δεν είναι αν η χώρα αντέχει μία ακόμη παροχή, αλλά αν το πολιτικό σύστημα διαθέτει τα εργαλεία να τιμωρεί ή να επιβραβεύει αποφάσεις με τόσο ασύμμετρο χρονικό ορίζοντα ορατότητας.

 
Ανάλυση και σύνθεση: mywaypress.gr

© 2026 mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει

Σχετικά Άρθρα