Ρύποι χωρίς τίμημα: γιατί η Ελλάδα κόντρα στο ρεύμα της Ευρώπης κόβει —δεν αυξάνει— τους περιβαλλοντικούς φόρους
Η Ελλάδα βρέθηκε ανάμεσα σε μόλις πέντε χώρες της ΕΕ όπου τα έσοδα από περιβαλλοντικούς φόρους μειώθηκαν το 2024. Πίσω από το −3,7% κρύβεται μια συγκεκριμένη πολιτική επιλογή: το κράτος αποφεύγει να φορολογήσει πλήρως την ενέργεια και την ξεπερασμένη βιομηχανική ρύπανση, ενώ η τσιμεντοβιομηχανία διαπραγματεύεται —με τη βοήθεια της ίδιας της κυβέρνησης— τον χρόνο που θα χρειαστεί για να πληρώσει το πλήρες κόστος του άνθρακα.
Το 2024, τα έσοδα από περιβαλλοντικούς φόρους αυξήθηκαν σε 22 από τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, φτάνοντας συνολικά τα 371,9 δισ. ευρώ —αύξηση 6,1% σε σχέση με το 2023. Η Ελλάδα κινήθηκε αντίθετα: −3,7%, μια από τις πέντε πτωτικές επιδόσεις σε ολόκληρη την Ένωση, μαζί με τη Σουηδία, τη Σλοβακία, τη Φινλανδία και τη Βουλγαρία. Το γεγονός δεν είναι απλώς στατιστική ιδιαιτερότητα. Είναι δείκτης πολιτικής κατεύθυνσης —και η mywaypress.gr θέτει το ερώτημα που η ανακοίνωση της Eurostat δεν θέτει: ποιος ευθύνεται, και ποιος επωφελείται από αυτή την υποχώρηση;
| Χώρα | Μεταβολή 2024/2023 | Χώρα | Μεταβολή 2024/2023 |
| Σουηδία | −17,7% | Ελλάδα | −3,7% |
| Σλοβακία | −6,1% | Βουλγαρία | −2,3% |
| Φινλανδία | −3,8% | ΕΕ-27 (σύνολο) | +6,1% |
Οι πέντε χώρες της ΕΕ με μείωση εσόδων από περιβαλλοντικούς φόρους το 2024, σε σύγκριση με το σύνολο της Ένωσης. Πηγή: Eurostat.
Η τεκμηρίωση: ένα σύστημα φορολόγησης που ακολουθεί τα καύσιμα, όχι τη ρύπανση
Η βαθύτερη αιτία της ελληνικής υποχώρησης δεν είναι μυστήριο· είναι δομική. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, οι ενεργειακοί φόροι αντιπροσωπεύουν το 81,5% του συνόλου των περιβαλλοντικών φορολογικών εσόδων στην Ελλάδα. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα σύστημα που ονομάζεται «περιβαλλοντική φορολογία» αλλά στην πράξη είναι σχεδόν αποκλειστικά φορολογία καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας. Όταν αυτή η βάση κλονίζεται —όπως έγινε το 2023, με πτώση των ενεργειακών φόρων κατά 24,4% σε ετήσια βάση— ολόκληρο το οικοδόμημα καταρρέει μαζί της, ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει στη ρύπανση από τη βιομηχανία, τη ναυτιλία ή τη διαχείριση φυσικών πόρων.
Το ενδιαφέρον σημείο είναι ότι η πτώση αυτή δεν αντικατοπτρίζει ευρωπαϊκή τάση. Σε επίπεδο ΕΕ, οι ενεργειακοί φόροι αυξήθηκαν το 2024 σε 287 δισ. ευρώ από 269,3 δισ. το 2023. Η Ελλάδα κινήθηκε αντίστροφα από τον μέσο όρο, γεγονός που αποδυναμώνει κάθε εξήγηση περί «ευρωπαϊκής συγκυρίας» ή απλής μείωσης κατανάλωσης καυσίμων λόγω ενεργειακής μετάβασης. Αν επρόκειτο για πανευρωπαϊκό φαινόμενο, η Ελλάδα δεν θα ξεχώριζε σε δείγμα πέντε χωρών σε σύνολο εικοσιεπτά.
Ταυτόχρονα, η κατηγορία φόρων που θα έπρεπε να αντανακλά πραγματικά την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» —οι φόροι ρύπανσης και φυσικών πόρων, ξεχωριστοί από την ενέργεια και τις μεταφορές— παραμένει αμελητέα: μόλις 17,9 δισ. ευρώ σε σύνολο 371,9 δισ. ευρώ σε επίπεδο ΕΕ, κάτω από το 5% του συνόλου. Στην πράξη, το ευρωπαϊκό —και κατ’ επέκταση το ελληνικό— σύστημα περιβαλλοντικής φορολογίας αγγίζει ελάχιστα τη βιομηχανική ρύπανση καθαυτή. Και όσο πιο μικρό είναι αυτό το κομμάτι, τόσο λιγότερο μπορεί να αντισταθμίσει την πτώση των εσόδων από τα καύσιμα, όποτε αυτή συμβαίνει.
Το πλαίσιο γίνεται ακόμη πιο ανησυχητικό αν κοιτάξει κανείς τη δεκαετία: το μερίδιο των περιβαλλοντικών φόρων στο ΑΕΠ της ΕΕ έπεσε από 2,5% το 2014 σε 2,1% το 2024, και ως ποσοστό των συνολικών φορολογικών εσόδων από 6,1% σε 5,1%. Ακόμη και εκεί όπου τα απόλυτα νούμερα αυξάνονται, το βάρος της περιβαλλοντικής φορολογίας μέσα στο συνολικό φορολογικό σύστημα συρρικνώνεται. Η Ελλάδα δεν είναι εξαίρεση σε ένα υγιές ευρωπαϊκό μοντέλο· είναι απλώς η πιο ορατή έκφραση μιας ευρύτερης απαξίωσης που η ίδια η Ευρώπη αφήνει να συμβαίνει.
Οι ευθύνες της κυβέρνησης και του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας
Η διατήρηση χαμηλής ενεργειακής φορολόγησης δεν είναι φυσικό φαινόμενο· είναι συνειδητή πολιτική επιλογή, κληρονομιά των μέτρων στήριξης της ενεργειακής κρίσης του 2022-2023 τα οποία παρέμειναν σε ισχύ πολύ μετά την υποχώρηση των τιμών χονδρικής. Κάθε έτος παράτασης μειωμένων ειδικών φόρων κατανάλωσης και επιδοτήσεων είναι, ταυτόχρονα, ένα έτος μειωμένης δημοσιονομικής —και περιβαλλοντικής— πίεσης προς την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων. Η κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάζει αυτή την επιλογή ως στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων, όμως το δημοσιονομικό της αποτύπωμα είναι ακριβώς αυτό που κατέγραψε η Eurostat: λιγότερα έσοδα από όποιον καταναλώνει —και ρυπαίνει.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν σταματά στην εγχώρια φορολογική πολιτική. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα συνυπέγραψε, μαζί με την Ιταλία, την Πολωνία, τη Βουλγαρία, την Κύπρο, την Τσεχία, την Εσθονία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Σλοβακία, πρωτοβουλία για την επιβράδυνση της αναθεώρησης του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS) —του βασικού μηχανισμού που μετατρέπει τη ρύπανση σε κόστος, άρα και σε δυνητικό έσοδο για το κράτος. Ο συνασπισμός αυτός πέτυχε ήδη, στο Έκτακτο Συμβούλιο Υπουργών Περιβάλλοντος του Νοεμβρίου 2025, την αναβολή κατά έναν χρόνο του ETS2, του σκέλους που θα επιβάρυνε τις μεταφορές και τη θέρμανση. Το ΥΠΕΝ, δηλαδή, δεν είναι παθητικός δέκτης μιας ευρωπαϊκής πολιτικής που κάπως τυχαία αποδίδει λιγότερα έσοδα στην Ελλάδα· είναι ενεργός διαμορφωτής μιας γραμμής που επιδιώκει ρητά πιο αργό ρυθμό μείωσης του ανώτατου ορίου εκπομπών.
Το ΥΠΕΝ διεκδικεί ταυτόχρονα δύο πράγματα που δεν συμβιβάζονται εύκολα: φιλόδοξους εθνικούς στόχους απανθρακοποίησης προς τα έξω, και επιβράδυνση του μηχανισμού τιμολόγησης του άνθρακα προς τα μέσα.
Υπάρχει και μια τρίτη διάσταση ευθύνης, λιγότερο ορατή αλλά εξίσου κρίσιμη: τα κράτη-μέλη διατηρούν και διανέμουν το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων από τους πλειστηριασμούς δικαιωμάτων ETS ουσιαστικά κατά τη δική τους κρίση, χωρίς ενιαίους ευρωπαϊκούς κανόνες διαφάνειας —κάτι που η ίδια η Κομισιόν επιδιώκει τώρα να περιορίσει, κατευθύνοντας μεγαλύτερο μέρος των εσόδων υποχρεωτικά προς την απανθρακοποίηση της βιομηχανίας. Όσο η Ελλάδα δεν δημοσιοποιεί με σαφήνεια πού κατέληξαν τα δικά της έσοδα από τους πλειστηριασμούς ETS των προηγούμενων ετών, το ερώτημα λογοδοσίας παραμένει ανοιχτό —με τον ίδιο τρόπο που παραμένει ανοιχτό και για την απορρόφηση του Ταμείου Ανάκαμψης, όπως έχει καταγράψει επανειλημμένα η mywaypress.gr.
Η αντίρρηση: μήπως το φθηνό ρεύμα δικαιολογεί τη χαμηλή φορολόγηση;
Υπάρχει ένα εύλογο αντεπιχείρημα στην παραπάνω ανάλυση, και αξίζει να εξεταστεί χωρίς προκατάληψη: η Ελλάδα διατηρεί συγκριτικά χαμηλή φορολογική επιβάρυνση στην τελική τιμή ρεύματος —οι φόροι αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο 28,9% της τελικής τιμής σε επίπεδο ΕΕ, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από το ελληνικό. Στο δεύτερο εξάμηνο του 2025, η Ελλάδα κατέγραψε τιμή περίπου 23,78 ευρώ ανά 100 κιλοβατώρες έναντι μέσου όρου ΕΕ στα 28,96 ευρώ, κατατασσόμενη ανάμεσα στις 7-10 φθηνότερες χώρες της Ένωσης σε απόλυτους όρους. Αν η χαμηλή φορολόγηση προστατεύει πράγματι νοικοκυριά που βρίσκονται σε ενεργειακή φτώχεια, τότε δεν πρόκειται απλώς για δημοσιονομική παραίτηση αλλά και για συνειδητή κοινωνική επιλογή.
Το επιχείρημα, όμως, δεν αντέχει εξ ολοκλήρου σε βαθύτερο έλεγχο. Ανάλυση του Green Tank, βασισμένη σε στοιχεία ΡΑΑΕΥ και Eurostat, δείχνει ότι η Ελλάδα παραμένει —σε όρους αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών— ανάμεσα στις πιο ακριβές αγορές ρεύματος στην ΕΕ, την ίδια στιγμή που στις ονομαστικές τιμές του 2025 καταγράφεται ως η 3η ακριβότερη χώρα της Ένωσης. Η αιτία, σύμφωνα με τη μελέτη, εντοπίζεται σε διαρθρωτικά προβλήματα της χονδρικής και λιανικής αγοράς ενέργειας, όχι στη φορολόγηση. Η χαμηλή φορολόγηση, δηλαδή, δεν διορθώνει το πραγματικό πρόβλημα· απλώς το συγκαλύπτει μερικώς, και μάλιστα οριζόντια —ωφελώντας εξίσου το νοικοκυριό σε ενεργειακή φτώχεια και τη μεγάλη βιομηχανική μονάδα που δεν έχει καμία ανάγκη επιδότησης.
Το επιχείρημα αδυνατίζει ακόμη περισσότερο αν ληφθεί υπόψη ότι το μεγαλύτερο μέρος της πτώσης των περιβαλλοντικών εσόδων στην Ελλάδα προέρχεται από φόρους καυσίμων —βενζίνης και πετρελαίου— και όχι από το ρεύμα κατοικίας. Εκεί η λογική της «προστασίας του νοικοκυριού» είναι αισθητά πιο αδύναμη, αφού δεν πρόκειται για βασικό οικιακό αγαθό με την ίδια κοινωνική ευαισθησία. Μια πιο συνεκτική πολιτική θα μπορούσε να διατηρήσει —ή και να ενισχύσει— το τιμολογιακό σήμα κατά της ρύπανσης για το σύνολο των καταναλωτών, στοχεύοντας παράλληλα την κοινωνική στήριξη αποκλειστικά στα ευάλωτα νοικοκυριά, αντί να αμβλύνει τη φορολόγηση οριζόντια για όλους —συμπεριλαμβανομένης της βαριάς βιομηχανίας.
Η τσιμεντοβιομηχανία: το κόστος που δεν πληρώνεται ακόμη
Αν η κυβέρνηση φέρει την ευθύνη της αδράνειας στη φορολογική αρχιτεκτονική, η βαριά βιομηχανία —με πρώτη την τσιμεντοβιομηχανία— φέρει την ευθύνη της συστηματικής καθυστέρησης στην εσωτερίκευση του πραγματικού κόστους των εκπομπών της. Ο κλάδος τσιμέντου ευθύνεται παγκοσμίως για το 5%-8% των συνολικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, με το ~60% αυτών να προέρχεται όχι από την κατανάλωση ενέργειας αλλά από την ίδια τη χημική διεργασία παραγωγής κλίνκερ —δηλαδή από μια πηγή ρύπανσης που καμία «ενεργειακή αναβάθμιση» δεν εξαλείφει.
Παρ’ όλα αυτά, ο κλάδος συνεχίζει να λαμβάνει δωρεάν δικαιώματα εκπομπών στο πλαίσιο του ETS, με την πλήρη κατάργησή τους να έχει προγραμματιστεί μόλις για το 2034 —μια δεκαετία και πλέον περιθωρίου κατά την οποία μεγάλο μέρος του πραγματικού κόστους άνθρακα δεν μετακυλίεται στον ισολογισμό των εταιρειών, άρα ούτε στη φορολογική βάση του κράτους. Οι επενδύσεις δέσμευσης άνθρακα που ήδη τρέχουν —όπως το έργο OLYMPUS της ΑΓΕΤ Ηρακλής στο Μηλάκι Ευβοίας, με στόχο τη δέσμευση περίπου 1 εκατ. τόνων CO2 ετησίως— είναι θετικό βήμα, όμως στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό σε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση (124,27 εκατ. ευρώ) και όχι σε πλήρη ανάληψη του κόστους από τις ίδιες τις εταιρείες. Η μετάβαση, με άλλα λόγια, επιδοτείται περισσότερο απ’ όσο αυτοχρηματοδοτείται.
Το κρισιμότερο σημείο, όμως, είναι πολιτικό, όχι τεχνικό: η ίδια η βαριά βιομηχανία —χάλυβας, τσιμέντο, διυλιστήρια, χημικά— είναι ο βασικός αποδέκτης του πακέτου των περίπου 30 δισ. ευρώ που προτείνει η Κομισιόν για να «απαλύνει» τη μετάβαση στην τέταρτη περίοδο του ETS, και είναι επίσης ο κλάδος υπέρ του οποίου κινητοποιείται η διπλωματία εννέα κρατών-μελών —με την Ελλάδα ανάμεσά τους— για πιο αργό ρυθμό μείωσης του ανώτατου ορίου εκπομπών (από 4,3% σήμερα σε 3,7% μετά το 2031 και 1,7% μετά το 2036). Η τσιμεντοβιομηχανία, δηλαδή, δεν παραβλέπει απλώς παθητικά τις επιπτώσεις της ρύπανσής της· διαπραγματεύεται ενεργά, μέσω των κρατών που εκπροσωπούν τα συμφέροντά της στις Βρυξέλλες, τον χρόνο και τον ρυθμό με τον οποίο θα κληθεί κάποτε να πληρώσει γι’ αυτές.
Η μεγάλη εικόνα
Το −3,7% δεν είναι λογιστικό ατύχημα ούτε αποτέλεσμα «ήπιας ανάκαμψης». Είναι το προβλέψιμο αποτέλεσμα μιας αρχιτεκτονικής όπου το κράτος επιλέγει να μη φορολογήσει πλήρως όσους καταναλώνουν και ρυπαίνουν περισσότερο, και η βαριά βιομηχανία επιλέγει —με τη βοήθεια της ίδιας της κυβέρνησης στις ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις— να μην πληρώσει ακόμη για ό,τι δεν φορολογείται. Όσο η «πράσινη μετάβαση» παραμένει διαπραγματεύσιμη για όσους διαθέτουν τη μεγαλύτερη θεσμική ισχύ, το τίμημα δεν εξαφανίζεται· απλώς μετατίθεται σε άλλους φορολογούμενους και σε άλλα, λιγότερο ορατά, κονδύλια του κρατικού προϋπολογισμού.
Συντακτική σημείωση & πολιτική AI: Κάθε δημοσιευμένο άρθρο στο mywaypress.gr αποτελεί προϊόν ουσιαστικού συντακτικού ελέγχου και ανθρώπινης επιμέλειας, η οποία φέρει την αποκλειστική συντακτική ευθύνη του περιεχομένου (EU AI Act, Art. 50.4). Τηρούμε πλήρως τους κανόνες διαφάνειας και τις εκάστοτε οδηγίες των Εθνικών Αρχών Εποπτείας της Αγοράς.
© 2026 mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει




