Το τσιμέντο που στοιχημάτισε στην τιμή του άνθρακα

Το IFESTOS του ΤΙΤΑΝ και το OLYMPUS του ΗΡΑΚΛΗ είναι οι δύο μεγαλύτερες βιομηχανικές στοιχηματικές θέσεις της Ελλάδας πάνω στην πορεία της τιμής του άνθρακα. Η αναθεώρηση του ETS δεν αλλάζει τους αριθμούς τους αύριο· αλλάζει, όμως, την τροχιά πάνω στην οποία στηρίχθηκε ο υπολογισμός τους.

 
Υπάρχει ένα σημείο όπου η ευρωπαϊκή κλιματική διπλωματία παύει να είναι αφηρημένη και γίνεται τσιμέντο. Στο Καμάρι Βοιωτίας, ο Όμιλος ΤΙΤΑΝ προετοιμάζει το IFESTOS, ένα από τα μεγαλύτερα έργα δέσμευσης άνθρακα στην Ευρώπη. Στην Εύβοια, ο ΗΡΑΚΛΗΣ (Holcim) προωθεί το OLYMPUS, με αντίστοιχη λογική μικρότερης κλίμακας. Και τα δύο έργα μοιράζονται μια κοινή αρχιτεκτονική: δημόσια επιχορήγηση που καλύπτει περίπου τα δύο πέμπτα του κόστους, και ιδιωτικά κεφάλαια που καλύπτουν το υπόλοιπο, στοιχηματίζοντας ότι το κόστος του να μην δεσμεύεις άνθρακα θα συνεχίσει να ανεβαίνει πιο γρήγορα από το κόστος του να τον δεσμεύεις.

Αυτό το στοίχημα δεν είναι εικασία — είναι υπολογισμός απόσβεσης, γραμμένος σε επενδυτικούς φακέλους με συγκεκριμένη τροχιά τιμής άνθρακα. Και η τροχιά αυτή είναι ακριβώς αυτό που η Επιτροπή έθεσε σε αμφισβήτηση την Παρασκευή.

 
Δύο έργα, μία κοινή λογική

Το IFESTOS θα δεσμεύει 1,9 εκατομμύρια τόνους CO₂ ετησίως — το 98,5% των εκπομπών της μονάδας — επιτρέποντας στο ΤΙΤΑΝ να παράγει περίπου 3 εκατομμύρια τόνους τσιμέντου με μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα για την ευρύτερη περιοχή της Αθήνας. Το OLYMPUS, μικρότερο σε κλίμακα, στοχεύει στην αποφυγή περίπου ενός εκατομμυρίου τόνων CO₂ ετησίως, συνδυάζοντας τεχνολογία OxyCalciner με σύστημα κρυογενικής δέσμευσης. Και τα δύο εντάσσονται σε μια ευρύτερη προσπάθεια δημιουργίας του πρώτου δικτύου μεταφοράς άνθρακα στη χώρα, με τη διασύνδεση Βοιωτίας-Εύβοιας να στηρίζεται εν μέρει και σε κονδύλια του RepowerEU.

Δείκτης — IFESTOS (ΤΙΤΑΝ, Καμάρι Βοιωτίας) Μέγεθος
Συνολικό ύψος επένδυσης ≈ €584 εκατ.
Επιχορήγηση EU Innovation Fund (2023) €234 εκατ. (≈ 40%)
Δέσμευση CO₂ ετησίως 1,9 εκατ. τόνοι (98,5% εκπομπών μονάδας)
Παραγωγή τσιμέντου μηδενικού αποτυπώματος ≈ 3 εκατ. τόνοι/έτος
Αρχικός στόχος τελικής επενδυτικής απόφασης (FID) καλοκαίρι 2026
Τρέχουσα κατάσταση FID μετατίθεται χρονικά
Δείκτης — OLYMPUS (ΗΡΑΚΛΗΣ / Holcim, Εύβοια) Μέγεθος
Συνολικό ύψος επένδυσης ≈ €300 εκατ.
Επιχορήγηση EU Innovation Fund €124,5 εκατ. (≈ 42%)
Αποφυγή εκπομπών CO₂ ετησίως ≈ 1 εκατ. τόνοι
Δείκτης — Ρυθμιστικό πλαίσιο CBAM/ETS Μέγεθος
Επίσημη τιμή πιστοποιητικού CBAM, Q2 2026 €75,28 / τόνο CO₂e
Συντελεστής CBAM (μερίδιο εκτεθειμένων εκπομπών) 2026 → 2030 2,5% → 48,5%
Πλήρης κατάργηση δωρεάν δικαιωμάτων 2034

Η επιχορήγηση του Ταμείου Καινοτομίας καλύπτει το σταθερό, μη διαπραγματεύσιμο κομμάτι της εξίσωσης. Το κρίσιμο, ασταθές κομμάτι είναι το άλλο: τι θα κόστιζε στις δύο εταιρείες να μην κάνουν καθόλου αυτές τις επενδύσεις και να συνεχίσουν απλώς να αγοράζουν δικαιώματα εκπομπών και να εκτίθενται στο CBAM. Όσο πιο απότομη είναι η ανοδική τροχιά της τιμής του άνθρακα, τόσο πιο σύντομη είναι η απόσβεση της δέσμευσης· όσο πιο ήπια η τροχιά, τόσο πιο μακρά και ριψοκίνδυνη γίνεται η επένδυση.

 
Η αναθεώρηση του ETS αγγίζει ακριβώς αυτή την τροχιά

Η μείωση του γραμμικού συντελεστή μείωσης, από 4,4% σε κάτι κοντά στο 3,4% ετησίως όπως προτείνει το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα , σημαίνει χαλαρότερη προσφορά δικαιωμάτων στην αγορά ETS. Χαλαρότερη προσφορά σημαίνει, καταρχήν, πιο ήπια ανοδική πίεση στην τιμή του άνθρακα μακροπρόθεσμα — ό,τι ακριβώς δεν χρειάζονται επενδυτικά σχέδια όπως το IFESTOS και το OLYMPUS, τα οποία δικαιολογούνται οικονομικά ακριβώς επειδή προϋποθέτουν ότι το κόστος μη-δέσμευσης θα γίνεται σταδιακά απαγορευτικό.

Το ζήτημα περιπλέκεται περισσότερο από το γεγονός ότι η δέσμευση άνθρακα δεν ανταγωνίζεται μόνο την τιμή του ETS, αλλά και το χρονοδιάγραμμα κατάργησης των δωρεάν δικαιωμάτων που συνδέεται με το CBAM. Το τσιμέντο εξακολουθεί να απολαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των δωρεάν δικαιωμάτων του έως το τέλος της δεκαετίας — ο συντελεστής CBAM ξεκινά από μόλις 2,5% το 2026 και φτάνει στο 22,5% το 2029. Το πραγματικό άλμα έρχεται το 2030, όταν ο συντελεστής πηδά στο 48,5%, πριν φτάσει στο 100% το 2034. Αυτό σημαίνει ότι η πραγματική δοκιμασία και για το IFESTOS και για το OLYMPUS δεν είναι τα επόμενα τρία χρόνια, αλλά ακριβώς η περίοδος 2030-2034 — η ίδια περίοδος στην οποία η αναθεωρημένη τροχιά του ETS και ο νέος στόχος μηδενισμού των εκπομπών, μετατοπισμένος πλέον προς τη δεκαετία του 2040, θα καθορίσουν πόσο ακριβό θα είναι πραγματικά να μην έχεις δεσμεύσει τον άνθρακά σου.

 
Μια καθυστέρηση που προϋπήρχε της πρότασης

Εδώ χρειάζεται ακρίβεια, όχι δραματοποίηση: η τελική επενδυτική απόφαση για το IFESTOS είχε ήδη αρχίσει να μετατίθεται πριν από την ανακοίνωση της Επιτροπής. Δημοσιεύματα του Μαΐου ανέφεραν ότι η αρχική στόχευση για οριστικοποίηση εντός του καλοκαιριού του 2026 δεν επρόκειτο τελικά να τηρηθεί, καθώς το ρυθμιστικό οικοσύστημα γύρω από τη δέσμευση, μεταφορά και αποθήκευση άνθρακα δεν είχε ακόμη ωριμάσει πλήρως. Το γεγονός αυτό δεν αποδεικνύει αιτιώδη σχέση με την πρόταση της Παρασκευής, αλλά αποκαλύπτει κάτι εξίσου σημαντικό: η αγορά είχε ήδη αρχίσει να τιμολογεί την αβεβαιότητα γύρω από το ρυθμιστικό πλαίσιο πολύ πριν αυτή γίνει επίσημη πρόταση νόμου. Η ανακοίνωση της Επιτροπής δεν δημιουργεί την αβεβαιότητα — την επισημοποιεί και της δίνει ημερομηνία λήξης πολύ πιο μακρινή απ’ όσο περίμεναν οι επενδυτές όταν σχεδίαζαν αυτά τα έργα το 2023.

«Οι επενδύσεις θα εγκαταλείψουν την Ευρώπη πριν φύγουν οι εκπομπές.» — Markus Kamieth, CEO BASF και πρόεδρος Cefic —17.7.2026

Το επιχείρημα αυτό, που εξετάσαμε στο πρώτο μέρος αυτής της ανάλυσης ως γενική θέση της ευρωπαϊκής βαριάς βιομηχανίας, αποκτά εδώ συγκεκριμένο πρόσωπο: αν η αναθεώρηση του ETS πείσει το ΤΙΤΑΝ ή τον ΗΡΑΚΛΗ ότι η τροχιά της τιμής του άνθρακα δεν είναι πλέον αρκετά προβλέψιμη ώστε να δικαιολογεί κεφαλαιουχική δέσμευση άνω των πεντακοσίων εκατομμυρίων ευρώ, το αποτέλεσμα δεν θα είναι λιγότερες εκπομπές από φθηνότερη ενέργεια. Θα είναι απλώς λιγότερη δέσμευση άνθρακα στην Ελλάδα — και μια δικαιολογία λιγότερη για τη χώρα να διεκδικήσει θέση στην ευρωπαϊκή αλυσίδα αξίας της απανθρακοποίησης βαριάς βιομηχανίας.

 
Το παράδοξο της «ανακούφισης»

Εδώ κρύβεται το πραγματικό παράδοξο της πρότασης Χούκστρα. Σχεδιάστηκε για να ανακουφίσει τη βιομηχανία που ήδη λειτουργεί με τις σημερινές τεχνολογίες, μειώνοντας το κόστος συμμόρφωσης. Όμως η ίδια χαλάρωση υπονομεύει την επιχειρηματική λογική της βιομηχανίας που έχει ήδη δεσμευτεί να επενδύσει σε νέες τεχνολογίες, βασιζόμενη ακριβώς στην αυστηρότητα που τώρα αναθεωρείται. Το IFESTOS και το OLYMPUS δεν ανήκουν στην πρώτη κατηγορία — έχουν ήδη επιλέξει τον δρόμο της δέσμευσης άνθρακα, με επιχορήγηση Innovation Fund που δεν επιστρέφεται αν το έργο ναυαγήσει. Μια πολιτική σχεδιασμένη να καθησυχάσει τους διστακτικούς κινδυνεύει να τιμωρήσει τους πρωτοπόρους — αυτούς ακριβώς που η ίδια η Επιτροπή, μέσω του Innovation Fund, είχε επιλέξει να επιβραβεύσει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το IFESTOS ή το OLYMPUS κινδυνεύουν άμεσα να εγκαταλειφθούν· και οι δύο εταιρείες έχουν κάθε κίνητρο να ολοκληρώσουν έργα στα οποία έχουν ήδη επενδύσει τεχνικά, αδειοδοτικά και πολιτικά κεφάλαιο. Σημαίνει, όμως, ότι κάθε μήνας καθυστέρησης στην τελική επενδυτική απόφαση αυξάνει την πιθανότητα το χρηματοοικονομικό μοντέλο των έργων να χρειαστεί επανασχεδιασμό γύρω από μια πιο αργή, λιγότερο προβλέψιμη τροχιά τιμής άνθρακα — με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το μέγεθος της μόχλευσης, το επιτόκιο δανεισμού και τον χρόνο απόσβεσης.

 
#LensMyWayPress

Το IFESTOS και το OLYMPUS δεν είναι απλώς βιομηχανικά έργα· είναι το πιο συγκεκριμένο τεστ αξιοπιστίας που έχει η ελληνική βαριά βιομηχανία απέναντι στην ευρωπαϊκή κλιματική πολιτική. Αν η τροχιά του ETS αποδειχθεί διαπραγματεύσιμη, το κόστος δεν θα το πληρώσει μόνο το κλίμα — θα το πληρώσει και η αξιοπιστία κάθε επόμενου επενδυτικού φακέλου απανθρακοποίησης που θα καταθέσει ελληνική εταιρεία στις Βρυξέλλες.

Το πραγματικό ερώτημα για την ελληνική βιομηχανία δεν είναι αν θα μειωθεί το κόστος συμμόρφωσης το 2026, αλλά αν θα παραμείνει προβλέψιμο το κόστος μη-συμμόρφωσης το 2032 — τη χρονιά που πραγματικά μετράει για επενδύσεις σαν αυτές.

 
Plus

  1. Το lobbying του τσιμέντου στις Βρυξέλλες: πόσο βαραίνει πραγματικά

Η CEMBUREAU, η ομοσπονδία της ευρωπαϊκής τσιμεντοβιομηχανίας, δηλώνει επίσημα προϋπολογισμό λομπίνγκ γύρω στις €400.000 ετησίως, με τέσσερις πλήρους απασχόλησης λομπίστες και επτά διαπιστευμένους στο Ευρωκοινοβούλιο. Ο αριθμός μόνος του φαίνεται μικρός — αλλά είναι παραπλανητικός, γιατί μετράει μόνο το κεντρικό γραφείο των Βρυξελλών. Ο ΤΙΤΑΝ, για παράδειγμα, είναι καταχωρημένος ξεχωριστά στο Μητρώο Διαφάνειας της ΕΕ ως αυτόνομος λομπίστας και εμφανίζεται προσωπικά σε συναντήσεις υψηλού επιπέδου για το CBAM — όχι μέσω της ομοσπονδίας, αλλά ως εταιρεία.

Αυτό που μετράει περισσότερο από τα ευρώ είναι η πρόσβαση. Το ιστορικό συναντήσεων της CEMBUREAU δείχνει 88 καταγεγραμμένες επαφές υψηλού επιπέδου με την Επιτροπή, πολλές εκ των οποίων συγκεντρωμένες ακριβώς γύρω από κρίσιμες νομοθετικές στιγμές: στις 16 Ιανουαρίου 2026 και στις 8 Μαΐου 2026, στελέχη της συναντήθηκαν με το γραφείο του ίδιου του επιτρόπου Κλίματος Βόπκε Χούκστρα — του αρχιτέκτονα της αναθεώρησης του ETS — με θέμα ρητά διατυπωμένο ως «προκλήσεις απανθρακοποίησης του τσιμέντου». Η ακολουθία είναι αποκαλυπτική: οι συναντήσεις προηγούνται της πρότασης, όχι ακολουθούν.

Η CEMBUREAU λειτουργεί επίσης ως κόμβος μέσα σε ευρύτερες συμμαχίες — τη «Συμμαχία Ενεργειοβόρων Βιομηχανιών» και το «Industry4Europe» — πολλαπλασιάζοντας τη φωνή της μέσω συντονισμένων θέσεων με χάλυβα, αλουμίνιο, χημικά και λιπάσματα. Σε βασικές συναντήσεις για το CBAM βρίσκεται συστηματικά στο ίδιο τραπέζι με ArcelorMittal, BASF, Holcim και Eurometaux — μια ενιαία βιομηχανική φωνή που δύσκολα αντισταθμίζεται από αντίστοιχα οργανωμένη παρουσία περιβαλλοντικών οργανώσεων.

Ιστορικά, μάλιστα, η νομιμότητα αυτής της επιρροής έχει ήδη δικαστικά κατοχυρωθεί: το 2015 το Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ έκρινε ότι η παρέμβαση της CEMBUREAU σε τεχνικό κανονισμό δεν ξεπέρασε τα όρια της «συνήθους» κλαδικής υπεράσπισης συμφερόντων. Αυτό σημαίνει ότι η ένταση πρόσβασης που βλέπουμε σήμερα δεν είναι παρέκκλιση — είναι το κανονικό, νομικά αποδεκτό λειτουργικό πλαίσιο του Βρυξελλιώτικου lobbying, μέσα στο οποίο η συνολική εταιρική δαπάνη λομπίνγκ στην ΕΕ έφτασε φέτος ρεκόρ 382 εκατ. ευρώ.

 

  1. Δεξιά–ακροδεξιά εναντίον προοδευτικών: τι πραγματικά διακυβεύεται ιδεολογικά

Η μάχη για το ETS δεν είναι απλώς τεχνική διαφωνία πάνω σε έναν συντελεστή. Είναι σύγκρουση δύο ασύμβατων αφηγήσεων για το τι σημαίνει «ανάπτυξη».

Για το ΕΛΚ, τους Συντηρητικούς (ECR) και τους Πατριώτες, η λογική είναι ουσιαστικά αμυντική: η κλιματική πολιτική αντιμετωπίζεται ως εξωγενές κόστος που η ευρωπαϊκή βιομηχανία δεν μπορεί πλέον να απορροφήσει χωρίς να χάσει έδαφος απέναντι σε ΗΠΑ και Κίνα. Το επιχείρημα δεν είναι αντι-περιβαλλοντικό καθαυτό — είναι ιεραρχικό: πρώτα η επιβίωση της βιομηχανικής βάσης, μετά ο ρυθμός απανθρακοποίησης. Η εγκατάλειψη του cordon sanitaire από το ΕΛΚ προς τους Πατριώτες δεν είναι τυχαία· είναι το σύμπτωμα μιας ευρύτερης στροφής όπου η ιδεολογική απόσταση δεξιάς-άκρας δεξιάς συρρικνώνεται ακριβώς σε ζητήματα βιομηχανικής πολιτικής, ενώ παραμένει μεγάλη σε ζητήματα ταυτότητας.

Για τους Σοσιαλιστές, τη Renew και τους Πράσινους, η ιεραρχία αντιστρέφεται: η κλιματική δέσμευση θεωρείται προϋπόθεση και όχι εμπόδιο της μακροπρόθεσμης ανταγωνιστικότητας, ενώ η πραγματική απειλή είναι η καθυστέρηση, όχι η επιτάχυνση. Το «κόκκινο όριο» του 85% μείωσης εγχώριων εκπομπών που θέτει το S&D για το 2040 δεν είναι απλώς περιβαλλοντικός στόχος — είναι επίσης ταξικό επιχείρημα: ποιος πληρώνει το κόστος της μετάβασης, το κεφάλαιο μέσω επενδύσεων ή οι πολίτες μέσω costs of living, αν η μετάβαση καθυστερήσει και επιβληθεί απότομα αργότερα.

Το βαθύτερο ιδεολογικό διακύβευμα είναι αυτό: η δεξιά πλαισιώνει τη ρύθμιση ως απειλή για τη θέση εργασίας σήμερα, η προοδευτική παράταξη πλαισιώνει την απορρύθμιση ως απειλή για τη θέση εργασίας αύριο. Και οι δύο επικαλούνται τον ίδιο εργαζόμενο ως δικαιολογία — κάτι που εξηγεί γιατί η μάχη είναι τόσο σκληρή: δεν διαφωνούν μόνο για το κλίμα, διαφωνούν για ποιος εκπροσωπεί πραγματικά το συμφέρον της ευρωπαϊκής εργατικής και μεσαίας τάξης.

 

  1. Οι τσιμεντοβιομηχανίες και οι πόλεις: η Θεσσαλονίκη ως μελέτη περίπτωσης (διορθωμένο)

Το ETS αφορά αποκλειστικά το CO₂ — αέριο του θερμοκηπίου, αόρατο, με πλανητική επίδραση αλλά χωρίς άμεση τοπική αίσθηση. Η ατμοσφαιρική ρύπανση από τσιμεντοβιομηχανίες είναι κάτι εντελώς διαφορετικό: αιωρούμενα σωματίδια (PM), οξείδια αζώτου, και σε περιπτώσεις καύσης εναλλακτικών καυσίμων, ενδεχομένως άλλες τοξικές ενώσεις — ρύποι που αναπνέονται τοπικά, με άμεση επίδραση στην υγεία των κατοίκων γύρω από τη μονάδα. Ρυθμίζονται όχι από το ETS αλλά κυρίως από την Οδηγία για τις Βιομηχανικές Εκπομπές (IED) και τις εθνικές οριακές τιμές ποιότητας αέρα — δύο εντελώς διαφορετικά νομικά καθεστώτα από αυτό που συζητά η Επιτροπή στις Βρυξέλλες.

Η Θεσσαλονίκη είναι το πιο τεκμηριωμένο ελληνικό παράδειγμα, αλλά η ιστορία της είναι πιο περίπλοκη απ’ όσο φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Η μονάδα της ΤΙΤΑΝ στην Ευκαρπία λειτουργεί με άδεια καύσης εναλλακτικών καυσίμων από απορρίμματα (RDF/SRF), την οποία ο Δήμος Παύλου Μελά προσέβαλε νομικά στο Συμβούλιο της Επικρατείας ήδη από το 2014. Το ΣτΕ, όμως, απέρριψε την προσφυγή το 2017 — δεν ακύρωσε την άδεια, την επικύρωσε. Το σκεπτικό του δικαστηρίου ήταν ότι η χρήση αποβλήτων ως εναλλακτικών καυσίμων ενθαρρύνεται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία ως εργασία ανάκτησης ενέργειας, κυρίως επειδή μειώνει τις εκπομπές CO₂ σε σχέση με την εναλλακτική της ταφής, και ότι συνιστά η ίδια εφαρμογή ορθής πολιτικής διαχείρισης αποβλήτων. Η άδεια, δηλαδή, παραμένει νομικά ισχυρή έως σήμερα.

Παράλληλα, αλλά σε εντελώς ξεχωριστή νομική διαδρομή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρέπεμψε την Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για συστηματική μη τήρηση των νομικά δεσμευτικών ορίων αιωρούμενων σωματιδίων — υπερβάσεις που καταγράφηκαν στη Θεσσαλονίκη επί δεκατέσσερα συναπτά έτη, από το 2005 έως το 2019, με μοναδική εξαίρεση το 2013. Αυτή η παραπομπή αφορά τη γενική ποιότητα αέρα της πόλης σε βάθος δεκαετιών, όχι ειδικά τη μονάδα της ΤΙΤΑΝ, και δεν ανατρέπει ούτε επανεξετάζει την απόφαση του 2017. Πρόκειται για δύο υποθέσεις που απλώς συνυπάρχουν χρονικά και γεωγραφικά, χωρίς η μία να «δικαιώνει» ή να επηρεάζει νομικά την άλλη. Μελέτη του ΠΑΚΟΕ έχει συνδέσει τη λειτουργία της μονάδας με την επιβάρυνση της περιοχής και επισημαίνει πως η Ελλάδα καταγράφει διπλάσιο —αναλογικά— ποσοστό πρόωρων θανάτων από ατμοσφαιρική ρύπανση σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ, αν και η μελέτη αυτή αποτελεί θέση οργάνωσης πολιτών και όχι δικαστική ή κυβερνητική διαπίστωση.

Το κρίσιμο σημείο για τη δημοσιογραφική κάλυψη είναι η διάκριση: μια τσιμεντοβιομηχανία μπορεί να είναι υποδειγματική στη μείωση CO₂ —μέσω επενδύσεων όπως το IFESTOS ή το OLYMPUS— νομικά κατοχυρωμένη στην πρακτική της ως προς τη διαχείριση αποβλήτων —όπως έκρινε το ΣτΕ για την ΤΙΤΑΝ— και ταυτόχρονα να παραμένει αντικείμενο έντονης κοινωνικής αμφισβήτησης για την τοπική ποιότητα αέρα. Τα τρία αυτά επίπεδα δεν αλληλοαναιρούνται· απλώς απαντούν σε τρία διαφορετικά ερωτήματα, με τρεις διαφορετικές νομικές διαδικασίες, και κανένα από αυτά δεν αγγίζεται από τη συζήτηση για το ETS στις Βρυξέλλες — η οποία, για τον κάτοικο της Ευκαρπίας ή του Παύλου Μελά, παραμένει η πιο απόμακρη από τις τρεις. Ούτε μια βιομηχανία μπορεί να διακινδυνεύει την επιχειρηματική της λειτουργία εφόσον έχει αντικειμενικά ιστορικό συμμόρφωσης και επενδύσεων ούτε και οι πολίτες μπορούν ενστικτωδώς να μην  διεκδικούν μια καλύτερη διασφάλιση της  ποιότητας ζωής τους. Ούτε λαϊκισμός , ούτε υπεκφυγές, ούτε εύκολο ανάθεμα και καταγγελίες.

© 2026 mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει

Σχετικά Άρθρα