Το ΕΠΑ των 23 δισ. και ο γκρεμός του 2027
Τι κρύβει —και τι δεν λέει— η αφήγηση της «τάξης» μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Στο Ωδείο Αθηνών, με την παρουσία του πρωθυπουργού και δύο υπουργών Εθνικής Οικονομίας, η κυβέρνηση παρουσίασε την Τρίτη το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030: 23 δισ. ευρώ εθνικών πόρων, σχεδόν διπλάσιο ποσό από την προηγούμενη προγραμματική περίοδο. Η σκηνοθεσία της παρουσίασης —συμμετρική, γεμάτη αριθμούς προόδου, με το 2019 να λειτουργεί ως σημείο μηδέν— δεν είναι τυχαία. Είναι το πρώτο μεγάλο αφήγημα που η κυβέρνηση επιχειρεί να χτίσει για την περίοδο μετά το Ταμείο Ανάκαμψης, και έρχεται τη στιγμή ακριβώς που το ίδιο Ταμείο μπαίνει στην πιο αμφιλεγόμενη φάση της διαχείρισής του. Το ΕΠΑ δεν είναι απλώς ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα. Είναι, πρωτίστως, μια απάντηση σε ένα ερώτημα που η κυβέρνηση προτιμά να μην θέτει η ίδια: τι θα συμβεί όταν η μεγαλύτερη ροή χρηματοδότησης στην ιστορία του ελληνικού δημοσίου σταματήσει απότομα.
Η αριθμητική πίσω από τα «αποκαλυπτήρια»
Οι αριθμοί που παρουσίασε ο αναπληρωτής υπουργός Νίκος Παπαθανάσης έχουν πράγματι εντυπωσιακή τροχιά: από 5,6 δισ. ευρώ διαθέσιμων πόρων για δημόσιες επενδύσεις το 2019, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων έφτασε φέτος στο ιστορικό υψηλό των 16,7 δισ. ευρώ. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται σε αυτό το κομμάτι της αφήγησης, αλλά σε αυτό που ακολουθεί χωρίς να ειπωθεί με την ίδια ένταση: σχεδόν τα μισά από αυτά τα 16,7 δισ. —περίπου 7,19 δισ. ευρώ— προέρχονται από το Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο εκπνέει επισήμως. Η ίδια η κυβερνητική πλευρά, εκτός σκηνής, εκτιμά ότι το 2027 ο συνολικός προϋπολογισμός δημοσίων επενδύσεων θα υποχωρήσει στα 10,6 δισ. ευρώ. Πρόκειται για πτώση περίπου 36% σε ένα έτος, τη στιγμή που η οικονομία θα έχει ήδη προσαρμοστεί σε ρυθμούς επενδυτικής χρηματοδότησης πρωτόγνωρους για τα ελληνικά δεδομένα.
| Έτος | Σύνολο ΠΔΕ | Εκ των οποίων ΤΑΑ |
| 2019 | 5,6 δισ. € | — |
| 2025 | 14,6 δισ. € | — |
| 2026 (ρεκόρ) | 16,7 δισ. € | 7,19 δισ. € |
| 2027 (πρόβλεψη) | 10,6 δισ. € | 0 € |
Το ΕΠΑ 2026-2030, με τα 17,1 δισ. ευρώ νέας προγραμματικής περιόδου συν 5,8 δισ. ευρώ για την ολοκλήρωση εκκρεμών έργων της περιόδου 2021-2025, λειτουργεί ακριβώς ως γέφυρα πάνω από αυτό το χάσμα. Δεν είναι σύμπτωση ότι παρουσιάστηκε τώρα, ούτε ότι επικαλείται εθνικούς —όχι ευρωπαϊκούς— πόρους ως το βασικό της χαρακτηριστικό. Είναι μια προσπάθεια να μετατραπεί μια δημοσιονομική ανάγκη σε πολιτική επιλογή, να παρουσιαστεί δηλαδή ως στρατηγική επιλογή αυτό που εν μέρει είναι αναγκαστική προσαρμογή στην εξάντληση μιας εξωτερικής πηγής χρηματοδότησης.
Δύο αφηγήματα, ένα Ταμείο
Το ΕΠΑ δεν μπορεί να αξιολογηθεί ανεξάρτητα από το πώς διαχειρίστηκε η κυβέρνηση το ίδιο το Ταμείο Ανάκαμψης, γιατί είναι ακριβώς η συνέχειά του. Και εδώ η εικόνα διχάζεται σε δύο εντελώς διαφορετικά αφηγήματα. Το πρώτο, το κυβερνητικό, μιλά για «οπισθοβαρές» σχέδιο —δηλαδή για ένα πρόγραμμα του οποίου οι δαπάνες κατά σχεδιασμό επιταχύνονται στο τελικό στάδιο— και επικαλείται τεχνικές αποκλίσεις μεταξύ εισπράξεων και τελικών δαπανών για να αποσυνδέσει τα στοιχεία της Eurostat από κάθε αιτίαση καθυστέρησης. Το δεύτερο αφήγημα, που στηρίζεται στα ίδια τα στοιχεία της Eurostat, είναι πολύ πιο δύσκολο να αγνοηθεί: η Ελλάδα βρίσκεται 23η ανάμεσα σε 27 κράτη-μέλη στην αξιοποίηση των συνολικών πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, έχοντας απορροφήσει μόλις το 39,1% των κονδυλίων που της αναλογούν —14,1 από τα 36 δισ. ευρώ. Η προθεσμία για την ολοκλήρωση όλων των οροσήμων και στόχων του προγράμματος είναι η 31η Αυγούστου 2026, όπως ορίζει ρητά ο σχετικός ευρωπαϊκός κανονισμός. Στο διάστημα που μεσολαβεί έως τότε, κάθε ανακοίνωση προόδου γίνεται ταυτόχρονα πολιτικό επιχείρημα και εξεταστέα υπόθεση.
Η ειλικρινής απάντηση στο ερώτημα πόση αξιοπιστία διαθέτει σήμερα η κυβέρνηση στη διαχείριση του Ταμείου είναι η εξής: μειωμένη, και όχι λόγω μεμονωμένης αποτυχίας αλλά λόγω επίμονης ασυμμετρίας ανάμεσα στην επικοινωνιακή αφήγηση και στα επαληθεύσιμα στοιχεία. Η κυβέρνηση προβάλλει σταθερά δείκτες απορρόφησης εθνικού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων —αριθμούς που εξ ορισμού δείχνουν πρόοδο, αφού μετρούν δαπάνη, όχι παράδοση έτοιμου έργου— ενώ αποφεύγει να τοποθετηθεί με την ίδια συχνότητα πάνω στα σκληρά ευρωπαϊκά στοιχεία απορρόφησης, που τη δείχνουν στο κάτω τέταρτο της Ένωσης. Δεν πρόκειται για ψέμα με τη στενή έννοια· πρόκειται για επιλεκτική έμφαση σε μια μετρική που ευνοεί την κυβέρνηση, με σιωπή για μια άλλη που δεν την ευνοεί. Αυτή η επιλεκτικότητα, όταν επαναλαμβάνεται συστηματικά κι ενώ η προθεσμία πλησιάζει, δεν χτίζει εμπιστοσύνη· τη διαβρώνει σταδιακά, γιατί κάθε νέα ανακοίνωση προόδου αντιμετωπίζεται πλέον με αυξανόμενη καχυποψία, ακόμη κι αν κάποιο μέρος της είναι τεχνικά ακριβές.
Από την επιχορήγηση στο δάνειο: η σιωπηλή αλλαγή υποδείγματος
Το πιο σημαντικό στοιχείο του ΕΠΑ 2026-2030 δεν είναι το ύψος του προϋπολογισμού αλλά η αλλαγή στη φύση της χρηματοδότησης. Το πρόγραμμα δηλώνει ρητά ως έναν από τους βασικούς πυλώνες του την «επέκταση της χρήσης χρηματοδοτικών μέσων» —εγγυήσεις, δάνεια, συμμετοχές σε κεφάλαιο— και των Συμπράξεων Δημοσίου-Ιδιωτικού Τομέα, με στόχο τη μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων. Πρόκειται για ουσιαστική μετατόπιση από το υπόδειγμα του Ταμείου Ανάκαμψης, το οποίο λειτουργούσε σε μεγάλο βαθμό ως μη επιστρεπτέα επιχορήγηση, σε ένα υπόδειγμα όπου το δημόσιο μοχλεύει, εγγυάται και δανείζεται προκειμένου να διατηρήσει τον ίδιο όγκο επενδύσεων. Αυτή η μετατόπιση έχει άμεση σχέση με ένα ζήτημα που έχει αναδειχθεί επανειλημμένα στην πρόσφατη οικονομική αρθρογραφία: την ασυμμετρία ανάμεσα στην αποταμιευτική συμπεριφορά επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Ένα αναπτυξιακό πλαίσιο που στηρίζεται περισσότερο σε ΣΔΙΤ και χρηματοδοτικά εργαλεία παρά σε άμεση δημόσια δαπάνη τείνει να ευνοεί κεφάλαια με πρόσβαση σε χρηματοδότηση και τεχνογνωσία διαπραγμάτευσης —δηλαδή, στην πράξη, μεγάλες επιχειρήσεις και θεσμικούς επενδυτές— έναντι μιας πιο διάχυτης, περιφερειακά ισόρροπης δημόσιας επένδυσης. Το ερώτημα δεν είναι αν αυτό είναι κακή πολιτική per se· είναι αν συζητείται με τη διαφάνεια που του αναλογεί, ή αν κρύβεται πίσω από τον εντυπωσιακό αριθμό των 23 δισ.
Το πολιτικό ρολόι
Το χρονοδιάγραμμα δεν είναι ουδέτερο. Η προθεσμία της 31ης Αυγούστου 2026 για την ολοκλήρωση των οροσήμων του Ταμείου Ανάκαμψης συμπίπτει με μια περίοδο έντονης πολιτικής αβεβαιότητας για τον χρόνο διεξαγωγής εκλογών. Αν η κάλπη στηθεί νωρίς το φθινόπωρο, τα οριστικά στοιχεία απορρόφησης δεν θα έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως όταν κριθεί η κυβέρνηση στις κάλπες· αν μετατεθεί για την άνοιξη του 2027, ο κυβερνητικός ισχυρισμός περί επιτυχημένης διαχείρισης θα ελεγχθεί με αδιάσειστα πλέον στοιχεία. Δεν προκαλεί εντύπωση, συνεπώς, ότι η αντιπολίτευση —τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ— έχει εντείνει τις κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις γύρω από τα έργα που λήγουν τον Αύγουστο και τα στοιχεία της Eurostat. Το ΕΠΑ 2026-2030, παρουσιαζόμενο αυτή ακριβώς τη στιγμή, λειτουργεί και ως πολιτική ασπίδα: μετατοπίζει τη δημόσια συζήτηση από το «τι δεν προλάβαμε να απορροφήσουμε» στο «τι σχεδιάζουμε για μετά», πριν καν κλείσει ο λογαριασμός της προηγούμενης περιόδου.
Η ουσιαστική κρίση δεν είναι αν το ΕΠΑ 2026-2030 είναι ένα σοβαρά σχεδιασμένο πρόγραμμα —τα στοιχεία δείχνουν ότι είναι, τουλάχιστον ως προς το ύψος και την κατανομή των πόρων. Η κρίση είναι αν παρουσιάζεται με ειλικρίνεια ως αυτό που πραγματικά είναι: μια αναγκαστική προσαρμογή σε ένα δημοσιονομικό κενό 6 δισ. ευρώ που δημιουργεί η αποχώρηση του Ταμείου Ανάκαμψης, ντυμένη με τη γλώσσα της στρατηγικής επιλογής. Η αξιοπιστία μιας κυβέρνησης δεν κρίνεται μόνο από το αν πετυχαίνει τους στόχους της, αλλά από το αν λέει με σαφήνεια ποιοι είναι αυτοί οι στόχοι και τι κοστίζει η μη επίτευξή τους. Στο σημείο αυτό, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει ένα συγκεκριμένο πρόβλημα: επικαλείται συστηματικά τους αριθμούς που τη συμφέρουν και αποφεύγει να αναμετρηθεί δημόσια, με την ίδια ένταση, με εκείνους που δεν τη συμφέρουν. Αυτό δεν είναι απόδειξη αποτυχίας στη διαχείριση του Ταμείου Ανάκαμψης· είναι απόδειξη αποτυχίας στην ειλικρινή επικοινωνία της διαχείρισής του. Και οι δύο αποτυχίες θα κριθούν μαζί, όποτε στηθεί η κάλπη.
Η μεγάλη εικόνα
Η συζήτηση για το ΕΠΑ 2026-2030 επικεντρώνεται στο ποσό —στο «πόσα»— και παραβλέπει το «με ποιον τρόπο». Το Ταμείο Ανάκαμψης ήταν, στη μεγάλη πλειονότητά του, μη επιστρεπτέα επιχορήγηση: χρήμα που δεν επιβάρυνε μελλοντικά τον προϋπολογισμό ούτε μετέφερε κίνδυνο σε ιδιώτη. Το ΕΠΑ 2026-2030 δηλώνει ρητά ως βασικό εργαλείο του τη μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων μέσω ΣΔΙΤ, εγγυήσεων και δανείων. Πρόκειται για αλλαγή υποδείγματος, όχι απλώς κλίμακας: η χώρα περνάει από μια περίοδο όπου το δημόσιο επένδυε με χρήμα χωρίς κόστος αποπληρωμής σε μια περίοδο όπου θα μοχλεύει, θα εγγυάται και θα δανείζεται για να πετύχει τους ίδιους αριθμούς. Όποιος διαβάζει μόνο το «23 δισ.» χάνει την ουσία: το ερώτημα δεν είναι πόσο θα επενδυθεί, αλλά ποιος θα φέρει τον κίνδυνο και ποιος θα καρπωθεί την απόδοση όταν έρθει η ώρα της αποπληρωμής.
Με πληροφορίες από naftemporiki.gr
Ανάλυση και σύνθεση: mywaypress.gr
© 2026 mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει




