Μάρεϊ Κέμπτον: Ο άνθρωπος που αρνήθηκε τις ψευδαισθήσεις της Αριστεράς — και έγινε ο πιο οξυδερκής κριτικός της
Μια νέα συλλογή κειμένων του αμερικανικού δημοσιογράφου Μάρεϊ Κέμπτον αναδεικνύει έναν σπάνιο τύπο δημόσιου διανοητή: άνθρωπο της Αριστεράς χωρίς ουτοπίες, συντηρητικό χωρίς ιδεολογία, χριστιανό χωρίς φαρισαϊσμό.
Υπάρχουν λίγοι δημοσιογράφοι στην ιστορία που κατάφεραν να παραμείνουν ταυτόχρονα ιδεολογικά αδέσμευτοι και ηθικά τοποθετημένοι. Ο Μάρεϊ Κέμπτον — που πέθανε το 1997 σε ηλικία 79 ετών, αφήνοντας πίσω του δεκαετίες ρεπορτάζ στην New York Post, το The New Republic, το Newsday και το New York Review of Books — ήταν ένας από αυτούς. Μια νέα ανθολογία των κειμένων του, με τίτλο Going Around, επιμελημένη από τον Άντριου Χόλτερ, επαναφέρει στην επιφάνεια έναν από τους πιο περίπλοκους δημόσιους στοχαστές της μεταπολεμικής Αμερικής.
Ο Κέμπτον δεν ήταν απλώς ένας δημοσιογράφος. Ήταν ένας αναλυτής της ανθρώπινης αδυναμίας με σπάνια ακρίβεια βλέμματος.
Αριστερός χωρίς ουτοπία — Συντηρητικός χωρίς δόγμα
Η ιδιαιτερότητα του Κέμπτον έγκειται στο ότι αδυνατεί να ενταχθεί σε οποιαδήποτε γνωστή κατηγορία. Αν και αυτοαποκαλούνταν σοσιαλιστής σε ορισμένες περιστάσεις, αναγνώριζε τον εαυτό του ως φιλελεύθερο όταν εξηγούσε την υποστήριξή του στον Φραγκλίνο Ρούσβελτ το 1936. Υποστήριξε το New Deal ως αντίδοτο στη φασιστική απειλή — τόσο εντός όσο και εκτός της Αμερικής — απέναντι σε κομμουνιστές και άλλους ριζοσπαστικούς επικριτές που πίστευαν πως η σταδιακή μεταρρύθμιση απλώς εμπόδιζε την επανάσταση.
Ταυτόχρονα, η συντηρητική του διάσταση ήταν πραγματική, αλλά ριζωμένη αλλού: στην αγάπη για την Εκκλησία, την παράδοση, την τιμή, την πίστη, τη φιλία. Η βαθύτερη αποστροφή του δεν ήταν απέναντι στην αλλαγή, αλλά απέναντι στον υλισμό, την αδηφαγία, τη σεκταρικότητα και την αλαζονεία.
Ο Μαρκ Λάντι, καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο Κολλέγιο της Βοστώνης που συνέγραψε ανάλυση για τo έργο του Κέμπτον, τον παρομοιάζει με έναν αμερικανικό Τζορτζ Όργουελ: έναν άνθρωπο που βύθισε το δάχτυλό του στον Κομμουνισμό και κατόπιν, ενώ παρέμεινε άνθρωπος της Αριστεράς, έγινε ένας από τους πιο διεισδυτικούς κριτικούς της.
Μια προσωπογραφία του Λόρδου Άκτον κρεμόταν πάνω από το γραφείο του.
Η μεθοδολογία του ρεπόρτερ: το ποδήλατο ως φιλοσοφία
Ο Κέμπτον δεν αυτοαποκαλούνταν δημοσιογράφος, και πολύ περισσότερο σχολιαστής. Ήταν ρεπόρτερ. Ξυπνούσε το πρωί, έπαιρνε το ποδήλατό του, πήγαινε στη σύνταξη, διάβαζε το πρακτορείο AP και μετά ξαναέβγαινε να βρει την ιστορία.
Το ποδήλατο δεν ήταν επιλογή βολικότητας ή ρομαντισμού. Ήταν επιστημολογική στάση: η διαδρομή ήταν πολύ μακριά για τα πόδια, αλλά αν έπαιρνε τρένο ή ταξί, μπορεί να έχανε κάτι ουσιώδες στη διαδρομή. Η παρατήρηση δεν ήταν για τον Κέμπτον ένα εργαλείο — ήταν η ίδια η ουσία της δημοσιογραφίας.
Αυτή η μεθοδολογική αυστηρότητα τον οδήγησε επανειλημμένα σε αναθεώρηση των προκατειλημμένων κρίσεών του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πολυσυζητημένη ανάλυσή του για τον Ντουάιτ Αϊζενχάουερ.
Η εκ νέου ανακάλυψη του Αϊζενχάουερ: η πολιτική ως τέχνη της μάσκας
Το 1967, ο Κέμπτον δημοσίευσε το δοκίμιο «Η Υποτίμηση του Ντουάιτ Αϊζενχάουερ» — ένα κείμενο που εξακολουθεί να αποτελεί υπόδειγμα πολιτικής ανάλυσης. Στο δοκίμιο αυτό, ο ίδιος ο Κέμπτον αναθεωρεί την αρχική του, αρνητική εκτίμηση για τον 34ο πρόεδρο των ΗΠΑ.
Ο Αϊζενχάουερ είχε καλλιεργήσει επιμελώς τη φήμη του ως ευγενικού αλλά ημι-ανίκανου γκολφίστα. Στην πραγματικότητα, ο Κέμπτον ανακάλυψε από κοντά πως επρόκειτο για έναν πολιτικό με σπάνια δώρα: πανουργία, ικανότητα παραπλάνησης και αμεροληψία. Οι συνεντεύξεις Τύπου του ήταν, στα μάτια του Κέμπτον, τα «υψηλότερα επιτεύγματά του ως τεχνίτη μασκών».
«Ο Αϊζενχάουερ», έγραψε, «φαίνεται να αποφάσισε από νωρίς πως η ζωή δεν αξίζει τίποτα αν δεν είναι βολική. Να δείξεις τη ζωντανή σάρκα του μεγαλείου σημαίνει να εκθέτεις το πρόσωπό σου στη σύγκρουση και να γίνεσαι αντικείμενο συζήτησης. Το μόνο βολικό μεγαλείο είναι να εμφανίζεσαι ως μνημείο.»
Η παρατήρηση αυτή δεν ήταν μόνο για τον Αϊζενχάουερ. Ήταν μια διαχρονική αλήθεια για τον τρόπο που λειτουργεί η εξουσία.
Ο Κομμουνισμός ως μύθος: κριτική δίχως έλεος
Η γραφή του Κέμπτον για τον Κομμουνισμό ήταν ανένδοτη. Παρά την αρχική εγγύτητά του με τα κομμουνιστικά κινήματα, κατέληξε στο ότι ο μαρξισμός δεν ήταν επιστήμη αλλά μύθος — και από τους χειρότερους, γιατί παρίστανε τον εαυτό του ως επιστήμη.
Η βαθύτερη ένσταση δεν ήταν οικονομική, αλλά ανθρωπολογική: «Τα υποκείμενά μου που έγιναν κομμουνιστές ήταν τρομερά παραμορφωμένα από την αποδοχή ενός ευαγγελίου που δεν είχε χώρο για αμφιβολία, οίκτο ή έλεος.»
Διέκρινε, όμως, δύο τάσεις στην αμερικανική Αριστερά: τον προοδευτισμό — μια ουτοπική αμερικανική παρόρμηση που, παρά τα πάντα, στερείται έννοιας του κακού — και τη ριζοσπαστική συμπαράσταση στον «μικρό άνθρωπο», συναισθηματική αλλά ριζωμένη στην πραγματικότητα της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης. Ο Κέμπτον ανήκε αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.
Αλγκερ Χις και η τραγωδία της «άθλιας ευγένειας»
Ένα από τα πιο βαθύτατα κεφάλαια του έργου του αφορά τον Αλγκερ Χις — τον αξιωματούχο του Υπουργείου Εξωτερικών που αποκαλύφθηκε ως κομμουνιστής κατάσκοπος. Σε αντίθεση με πολλούς της Αριστεράς που τον είχαν μεταμορφώσει σε μάρτυρα, ο Κέμπτον γνώριζε ότι ο Χις ήταν ένοχος. Δεν του αρνήθηκε όμως την ανθρωπιά.
Ο Κέμπτον ταυτίστηκε με τον Χις σε βιογραφικό επίπεδο: ήταν και οι δύο Επισκοπιανοί από τη Βαλτιμόρη, μεγαλωμένοι σε συνθήκες «άθλιας ευγένειας» (shabby gentility) — μιας μεσαίας τάξης που διατηρεί τα εξωτερικά σύμβολα της κοινωνικής αξιοπρέπειας χωρίς να διαθέτει τα οικονομικά μέσα για να τα υποστηρίξει. Αυτός ο ψυχολογικός χώρος, έγραψε ο Κέμπτον, «έχει σκληρότερα πρότυπα, λιγότερη λογική θυσίας, και πιο θολή σχέση με την πραγματικότητα από ό,τι μπορεί να κατανοήσει είτε ο άνετα εύπορος είτε ο ολοφάνερα φτωχός.»
Η ψυχολογική ανάλυση του Κέμπτον για τον Χις παραμένει μοναδική: ένας άνθρωπος που η δημόσια αξιοπρέπεια ήταν το παν γι’ αυτόν επαναστάτησε ιδιωτικά εναντίον της — κρατώντας μια διπλή ζωή που εξέφραζε ταυτόχρονα την αίσθηση ντροπής για την κοινωνική του καταγωγή και την ανάγκη εκδίκησης εναντίον μιας κοινωνίας που τον είχε εντάξει αλλά δεν τον είχε αποδεχτεί.
Η αντίφαση της συγχώρησης: τα όρια της χριστιανικής φιλανθρωπίας
Ο κριτικός του Κέμπτον, Μαρκ Λάντι, επισημαίνει ένα σημαντικό κενό στο έργο του: την υπερβολική επιείκεια απέναντι σε φιγούρες που έβλαψαν τα κινήματα που ο ίδιος αγαπούσε. Αναφέρεται ειδικά στους Μαύρους Πάνθηρες και σε ηγέτες όπως ο Χιούι Νιούτον — έναν καταδικασμένο εγκληματία που ο Κέμπτον αντιμετώπισε με αμφίσημη συμπάθεια ακόμα και μετά από σοβαρές κατηγορίες για φόνο.
Αυτή η αντίφαση αποτελεί ίσως το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της προσωπικότητάς του: ο χριστιανικός οίκτος του μπορούσε να τον παρασύρει πέρα από τα όρια της ηθικής αξιολόγησης. Η φιλανθρωπία, όταν γίνεται ασυμβίβαστη αρχή, μπορεί να συγκαλύπτει την ευθύνη.
Παρόμοια, ενώ η κριτική του απέναντι στον Μακάρθι και τους εκκλησιαστικούς διωγμούς ήταν δίκαιη, η υπερβολική επιείκεια απέναντι σε εκείνους που υπέγραψαν τη διαβόητη επιστολή του 1938 — υπερασπίζοντας τις σταλινικές δίκες — παραμένει μια αδύναμη πλευρά του έργου του.
Η ευγένεια ως πολιτικό κριτήριο
Ο Κέμπτον είχε μια σπάνια ικανότητα να βρίσκει αξιοπρέπεια σε απίθανα πρόσωπα. Η σκηνή με τον επικεφαλής της Tammany Hall Κάρμιν ΝτεΣάπιο — ο οποίος, ηττημένος από τους μεταρρυθμιστές, αντιμετώπισε την ήττα του με χάρη και εγκαρδιότητα — είναι ενδεικτική της ηθικής αισθητικής του Κέμπτον: η ευγένεια στην ήττα είναι σημάδι χαρακτήρα πολυτιμότερο από κάθε ιδεολογική ετικέτα.
Αντιστρόφως, οι «μεταρρυθμιστές» που ανέτρεψαν τον ΝτεΣάπιο δεν εντυπωσίασαν καθόλου τον Κέμπτον — έβλεπε πίσω από την αυτοδικαίωσή τους την ίδια αλαζονεία που κατέκρινε και παντού αλλού.
Μια κηδεία ως πολιτικό δήλωμα
Λίγα πράγματα αποκαλύπτουν καλύτερα τη φύση ενός ανθρώπου από την κηδεία του. Η κηδεία του Κέμπτον ακολούθησε αυστηρά την Αγγλικανική Τάξη Ταφής: το όνομα του νεκρού αναφέρθηκε μόνο μία φορά, δεν έγιναν εγκωμιαστικοί λόγοι, δεν υπήρξαν αστεία και αναμνήσεις, καμία «γιορτή ζωής». Ο ρέκτορας της εκκλησίας το εξήγησε: «Η εστίαση είναι στον Θεό και το έλεός Του, όχι στην αμερικανική εμμονή με τον εαυτό και τη λατρεία του ατόμου.»
Ο Κέμπτον ήταν απρόσβλητος από τα ψεύτικα είδωλα επειδή προσκολλιόταν στον ένα Θεό — μια φράση που δεν είναι θρησκευτικό σχόλιο αλλά ψυχολογική διαπίστωση: όποιος έχει μια κεντρική αρχή, αντιστέκεται στις μικρές ειδωλολατρίες.
Γιατί ο Κέμπτον παραμένει επίκαιρος
Σε μια εποχή δημόσιου λόγου κυριαρχημένου από ιδεολογικές φυλές, αλγόριθμους ταυτοποίησης και αδυναμία ανοχής της αμφιβολίας, ο Κέμπτον προσφέρει ένα αντίδοτο:
Την επιμονή στο συγκεκριμένο έναντι του αφηρημένου. Την αναγνώριση της ανθρώπινης αδυναμίας ως συστατικό στοιχείο κάθε πολιτικής ανάλυσης. Την ικανότητα να αναθεωρεί κανείς τις κρίσεις του όταν τα γεγονότα επιβάλλουν αναθεώρηση. Την άρνηση κάθε ουτοπισμού που αγνοεί την ανθρώπινη φύση.
Το πιο δυσεύρετο δώρο του Κέμπτον δεν ήταν το ταλέντο του — ήταν η ακεραιότητά του. Σε έναν κόσμο όπου η κριτική σκέψη εξαργυρώνεται τακτικά για το κόστος της πρόσβασης, αυτός επέλεξε να δει καθαρά — ακόμα κι όταν αυτό τον στοίχισε.
Η ανθολογία Going Around, επιμέλεια Andrew Holter, αποτελεί την καλύτερη εισαγωγή στο έργο ενός από τους σπουδαιότερους αμερικανούς δημοσιογράφους-στοχαστές του 20ού αιώνα.
Πηγή: city-journal.org
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη υβριδικής νοημοσύνης.
Για αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.




