Δύο ερωτήματα που αξίζουν follow-up: Ενίσχυση εισοδημάτων-Έλληνες ενοικιαστές
Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή αναθεωρεί οριακά προς τα κάτω την πρόβλεψη ανάπτυξης για το 2026, καθώς η ενεργειακή διαταραχή από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή διαπερνά την οικονομία. Πίσω από τους συνολικούς δείκτες, τρεις ιστορίες αξίζουν προσοχή: μια ανάπτυξη στηριγμένη σχεδόν αποκλειστικά στις επενδύσεις, ένας πληθωρισμός «κολλημένος» στις υπηρεσίες, και ένα στεγαστικό πρόβλημα που δεν είναι, τελικά, πρόβλημα έλλειψης κατοικιών.
| ΑΕΠ Q1 2026 (y/y)
+2,0% Ευρωζώνη: +0,3% |
Πληθωρισμός (Μάιος)
4,9% Ευρωζώνη: 3,2% |
Ανεργία Q1 2026
9,5% από 9,3% το 2025 |
Πρόβλεψη ΓΠΚΒ 2026
1,9% εύρος 1,7%–2,1% |
| Ισοζύγιο ΓΚ 2025
+1,7% ΑΕΠ 4.290 εκατ. € |
Πρωτογενές πλεόνασμα
4,9% ΑΕΠ 12.131 εκατ. € |
Δημόσιο χρέος 2025
146,1% ΑΕΠ από 154,2% το 2024 |
Έλλειμμα ΙΤΣ 2025
5,7% ΑΕΠ διευρύνεται το 2026 |
Η ελληνική οικονομία στη σκιά της Μέσης Ανατολής: ανθεκτικότητα με ρωγμές
Η ανάπτυξη που κρύβει μια παγίδα λογιστικής
Το πρώτο τρίμηνο του 2026 το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,0% σε ετήσια βάση, έξι φορές ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (0,3%), σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που παραθέτει το ΓΠΚΒ. Ο αριθμός είναι εντυπωσιακός, αλλά η σύνθεσή του αποκαλύπτει κάτι λιγότερο καθησυχαστικό: οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου συνέβαλαν κατά 2,0 ποσοστιαίες μονάδες στην αύξηση —δηλαδή ολόκληρη η μεγέθυνση του τριμήνου προήλθε ουσιαστικά από επενδύσεις— ενώ η μεταβολή των αποθεμάτων αφαίρεσε ισόποσα 2,0 μονάδες. Ιδιωτική κατανάλωση, δημόσια κατανάλωση και καθαρές εξαγωγές συνέβαλαν θετικά αλλά συγκρατημένα (0,5, 0,3 και 0,6 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα).
Η αύξηση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου κατά 12,1% είναι πράγματι ευρεία —κατοικίες (+15,0%), λοιπές κατασκευές (+18,1%), εξοπλισμός (+13,4%)— και αντανακλά πραγματική δυναμική. Ωστόσο η σχεδόν πλήρης αντιστάθμισή της από τη μεταβολή αποθεμάτων σημαίνει ότι η υποκείμενη εγχώρια ζήτηση κινήθηκε πιο ήπια απ’ όσο δείχνει ο συνολικός ρυθμός 2,0%. Το ΓΠΚΒ σημειώνει ρητά ότι πρόκειται εν μέρει για στατιστικό υπόλοιπο του τρόπου υπολογισμού του ΑΕΠ σε τριμηνιαία βάση, που θα αναθεωρηθεί τον Οκτώβριο· κρατά όμως ήδη μια δόση επιφύλαξης απέναντι στον πρωτογενή αριθμό.
Η ενεργειακή διαταραχή και μια απόκριση εκτός σεναρίου
Η σχεδόν πλήρης παύση διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ περιόρισε τις θαλάσσιες ροές πετρελαίου κατά περίπου 15% και LNG κατά 20%, ενώ μεταξύ 27 Φεβρουαρίου και 29 Απριλίου οι τιμές φυσικού αερίου αυξήθηκαν 50% και του αργού πετρελαίου 65%. Η ΕΚΤ απάντησε στις 11 Ιουνίου με αύξηση των βασικών επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, ενώ ΔΝΤ, ΟΟΣΑ και Ευρωπαϊκή Επιτροπή συγκλίνουν σε επιβράδυνση της ανάπτυξης το 2026 και μερική ανάκαμψη το 2027, υπό τον όρο ταχείας αποκλιμάκωσης των ενεργειακών αγορών.
Η δημοσιονομική επιβάρυνση παραμένει σαφώς χαμηλότερη από εκείνη της ενεργειακής κρίσης του 2022, όταν το καθαρό κόστος των σχετικών μέτρων είχε ανέλθει σε 1,2% του ΑΕΠ. — Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Εαρινή Πρόβλεψη 2026
Εδώ εντοπίζεται μια λεπτομέρεια που το ίδιο το κείμενο αναφέρει αλλά δεν προβάλλει: η ελληνική δημοσιονομική απόκριση στην ενεργειακή διαταραχή είναι η δεύτερη υψηλότερη στην ΕΕ ως ποσοστό ΑΕΠ, μετά την Ισπανία —περίπου 0,22% του ΑΕΠ έναντι μέσου όρου 0,07% στην Ένωση, με δυνητική άνοδο έως 0,55% αν τα μέτρα παραταθούν έως το τέλος του έτους. Η ίδια η Επιτροπή προειδοποιεί ότι τα «μέτρα τιμής» —όπως οι μειώσεις ειδικών φόρων κατανάλωσης, που αποτελούν τα τρία τέταρτα της συνολικής δαπάνης πανευρωπαϊκά— αποδυναμώνουν τον μηχανισμό τιμών και τα κίνητρα εξοικονόμησης, ακριβώς τη στιγμή που η ΕΚΤ αυξάνει επιτόκια για να συγκρατήσει τον πληθωρισμό. Η Ελλάδα κινείται, δηλαδή, πιο επεκτατικά απ’ όσο συνιστά η ίδια η ενωσιακή γραμμή πολιτικής —μια ένταση που η Έκθεση καταγράφει αλλά δεν αναλύει περαιτέρω.
Πληθωρισμός: το πρόβλημα δεν είναι πια η ενέργεια
Ο πληθωρισμός ανήλθε τον Μάιο στο 4,9%, σχεδόν διπλάσιος του μέσου όρου της Ευρωζώνης (3,2%). Ο πυρήνας πληθωρισμού διαμορφώθηκε στο 3,3%, αμετάβλητος σε ετήσια βάση, γεγονός που δείχνει ότι η επιμονή δεν προέρχεται πλέον κυρίως από την ενέργεια. Δύο κατηγορίες με βαρύ συντελεστή στάθμισης στο καλάθι του δείκτη αποδεικνύονται καθοριστικές: «Ξενοδοχεία-Καφέ-Εστιατόρια» (στάθμιση περίπου 18%) με ετήσια αύξηση 9,1%, και «Στέγαση» (στάθμιση περίπου 11,3%) με αύξηση 11,5%. Και οι δύο συνδέονται με υπηρεσίες όπου οι τιμές προσαρμόζονται με μεγάλη αδράνεια —όταν ανέβουν μια φορά, δύσκολα υποχωρούν.
Αντίθετα, ο πληθωρισμός τροφίμων στην Ελλάδα ακολουθεί πτωτική πορεία, από 4,3% τον Φεβρουάριο σε 2,6% τον Μάιο, πλησιάζοντας πλέον τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (1,9%). Η εικόνα συνολικά περιγράφει μια οικονομία όπου η μάχη κατά του πληθωρισμού έχει μετατοπιστεί από τα εμπορεύσιμα αγαθά στις μη εμπορεύσιμες υπηρεσίες —πεδίο όπου τα εργαλεία της νομισματικής πολιτικής έχουν παραδοσιακά μικρότερη άμεση επιρροή.
Η αγορά εργασίας: τέσσερις αυξήσεις ταυτόχρονα
Η ανεργία το πρώτο τρίμηνο διαμορφώθηκε σε 9,5%, οριακά αυξημένη από 9,3% πέρυσι, με 454 χιλιάδες ανέργους. Το φαινομενικά αντιφατικό είναι ότι, ταυτόχρονα, αυξήθηκαν και η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό (από 61,0% σε 62,2%) και η απασχόληση (+1,4%, 59 χιλιάδες νέες θέσεις). Το ΓΠΚΒ εξηγεί το παράδοξο: περισσότεροι άνθρωποι εισήλθαν ή επέστρεψαν στην αγορά εργασίας απ’ όσους μπόρεσε να απορροφήσει η αυξημένη ζήτηση για εργατικό δυναμικό. Η ζήτηση υπήρξε, απλώς δεν επαρκούσε.
Η πιο ανησυχητική λεπτομέρεια αφορά το φύλο: η ανεργία μειώθηκε για τους άνδρες (-0,4 ποσοστιαίες μονάδες, στο 6,9%) αλλά αυξήθηκε για τις γυναίκες (+0,9 μονάδες, στο 12,6%) — η ψαλίδα διευρύνθηκε από 4,4 σε 5,7 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε έναν χρόνο, παρά το ότι η γυναικεία συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό αυξάνεται. Παράλληλα, οι κενές θέσεις εργασίας μειώθηκαν κατά 12,6% σε ετήσια βάση, στις 42.240, συγκεντρωμένες κυρίως σε καταλύματα-εστίαση, δημόσια διοίκηση, υγεία και μεταποίηση — ένδειξη ότι το ταίριασμα δεξιοτήτων και ζήτησης παραμένει το πραγματικό εμπόδιο, όχι η απουσία ζήτησης.
Δημοσιονομικά: πλεονάσματα με ένα λογιστικό “θόρυβο” μέσα
Το 2025 έκλεισε με πρωτογενές πλεόνασμα Γενικής Κυβέρνησης 4,9% του ΑΕΠ —την υψηλότερη επίδοση στην Ευρωζώνη, μπροστά από Κύπρο, Πορτογαλία και Ιρλανδία— και συνολικό ισοζύγιο +1,7%. Το δημόσιο χρέος υποχώρησε στο 146,1% του ΑΕΠ, παραμένοντας ωστόσο το υψηλότερο στη ζώνη του ευρώ. Το τετράμηνο Ιανουαρίου-Απριλίου 2026 το πρωτογενές πλεόνασμα ενισχύθηκε κατά 962 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση, στα 5.896 εκατ. ευρώ.
Μέσα στην αύξηση εσόδων από ΦΠΑ κατά 1.120 εκατ. ευρώ κρύβεται ωστόσο μια εγγραφή που αξίζει επεξηγηματική υποσημείωση σε κάθε αναδημοσίευση του αριθμού: τον Ιανουάριο του 2026 καταγράφηκε ΦΠΑ 306 εκατ. ευρώ από τη σύμβαση παραχώρησης της Εγνατίας Οδού, ο οποίος ακολούθως επιστράφηκε εξ ολοκλήρου στον Παραχωρησιούχο. Το καθαρό δημοσιονομικό αποτέλεσμα της εγγραφής ήταν μηδενικό, αλλά διόγκωσε τόσο τα ακαθάριστα έσοδα ΦΠΑ όσο και —συμμετρικά— τις επιστροφές εσόδων, νοθεύοντας τις ετήσιες συγκρίσεις αν διαβαστούν χωρίς αυτή τη διευκρίνιση. Η πραγματική κινητήρια δύναμη πίσω από τα έσοδα ΦΠΑ ήταν η άνοδος 36,9% των ταξιδιωτικών εισπράξεων και η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης.
Το Εαρινό Πακέτο: αναγνώριση με προειδοποιήσεις υπό τους τίτλους
Στις 3 Ιουνίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε το Εαρινό Πακέτο 2026, με το βασικό συμπέρασμα να είναι θετικό για την Ελλάδα: η χώρα δεν αντιμετωπίζει πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες, μετά από χρόνια ένταξης στη σχετική διαδικασία παρακολούθησης. Η ανάπτυξη 2023-2025 (2,1% ετησίως) υπερδιπλασίασε τον ενωσιακό μέσο όρο, η ανεργία υποχώρησε κάτω από τα προ του 2008 επίπεδα, και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης εκτιμάται ότι ενίσχυσαν το ΑΕΠ κατά σχεδόν 4,5%.
Οι προκλήσεις που καταγράφει το ίδιο κείμενο, ωστόσο, δεν είναι διακοσμητικές. Η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει στο 54,6% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, παρά τις περισσότερες ώρες εργασίας ανά εργαζόμενο στην ΕΕ. Το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών έφτασε το 5,7% του ΑΕΠ το 2025 — και επιδεινώθηκε περαιτέρω κατά 1,05 δισ. ευρώ το πρώτο τετράμηνο του 2026, καθώς η ενισχυμένη επενδυτική δραστηριότητα τροφοδοτεί εισαγωγές. Το 80% των επιχειρήσεων αναφέρει δυσκολία εύρεσης καταρτισμένου προσωπικού. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια αναγνώριση προόδου που συνοδεύεται από κατάλογο διαρθρωτικών αδυναμιών μακράς πνοής.
Το στεγαστικό παράδοξο: το πρόβλημα δεν είναι οι λίγες κατοικίες
HIGHLIGHT ΤΗΣ ΈΚΘΕΣΗΣ
Η πιο πρωτότυπη συμβολή της τρέχουσας Έκθεσης είναι το ειδικό της κεφάλαιο για τη στέγαση, βασισμένο σε νέο ερευνητικό δοκίμιο του ΓΠΚΒ. Η συμβατική εξήγηση για την άνοδο των τιμών κατοικίας —χαμηλή οικοδομική δραστηριότητα μετά την κρίση χρέους— κρίνεται ανεπαρκής. Σύμφωνα με την Απογραφή Πληθυσμού-Κατοικιών της ΕΛΣΤΑΤ, το 2021 υπήρχαν 2,28 εκατομμύρια κενές κατοικίες, δηλαδή 34,5% του συνόλου. Ο δείκτης πραγματικής αξιοποίησης του αποθέματος υποχώρησε από 73,2% το 2011 σε 72,5% το 2021 — μικρή μεταβολή σε ποσοστιαίες μονάδες, αλλά με βαρύ αντίκτυπο σε απόλυτους αριθμούς, καθώς οι κενές κατοικίες προς ενοικίαση μειώθηκαν 10,4% και οι προς πώληση 33,1%.
Το στεγαστικό πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά πρόβλημα ανεπαρκούς αριθμού κατοικιών, αλλά και πρόβλημα αξιοποίησης, κατανομής και λειτουργικής διαθεσιμότητας του υφιστάμενου αποθέματος. — ΓΠΚΒ, Working Paper Series 2026, No. 3
Το δυναμικό υπόδειγμα γενικής ισορροπίας που ανέπτυξε το Γραφείο εκτιμά ότι η μειωμένη πραγματική διαθεσιμότητα κατοικιών συνδέεται, στο δυσμενέστερο σενάριο, με άνοδο πραγματικών τιμών έως 19,1% την περίοδο 2018-2025. Αντίστροφα, μια σταδιακή επανενεργοποίηση κενών κατοικιών προς τα επίπεδα του 2001, σε ορίζοντα εξαετίας, θα μπορούσε να συμπιέσει τις πραγματικές τιμές κατά 15,5%-24,6%. Το συμπέρασμα πολιτικής είναι σαφές: επιτάχυνση κληρονομικών και κτηματολογικών εκκρεμοτήτων, φορολογικά κίνητρα για μακροχρόνιες μισθώσεις, στοχευμένη ρύθμιση βραχυχρόνιων μισθώσεων σε περιοχές υψηλής πίεσης, και στήριξη ανακαινίσεων υπό όρους επιστροφής στη μακροχρόνια αγορά.
Ληξιπρόθεσμες οφειλές: η γεωγραφία μιας συγκέντρωσης
Στο τέλος Απριλίου το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο προς την ΑΑΔΕ έφτασε τα 114,57 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 3,77 δισ. σε ετήσια βάση — αν και μεγάλο μέρος της αύξησης οφείλεται σε αναταξινόμηση 5,51 δισ. ευρώ προστίμων ενός οφειλέτη ως «ανεπίδεκτων είσπραξης», γεγονός που τεχνικά μειώνει το «πραγματικό» ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο κατά 5,4 δισ. σε ετήσια βάση, στα 79,04 δισ. ευρώ. Η κατανομή παραμένει ακραία συγκεντρωμένη: το 0,24% των οφειλετών, με χρέη άνω του 1 εκατ. ευρώ έκαστος, αντιστοιχεί στο 75,53% του συνόλου των οφειλών, ενώ σχεδόν το σύνολο των εισπράξεων (92,4%) προέρχεται από μόλις το 34,1% του πραγματικού υπολοίπου. Μόλις το 6,83% του χρέους βρίσκεται σε καθεστώς ρύθμισης.
#LensMyWayPress 2
Η Ελλάδα εμφανίζεται στην Έκθεση ως χώρα-υπόδειγμα δημοσιονομικής πειθαρχίας: υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα στην Ευρωζώνη, μειούμενο χρέος, «καμία πλέον μακροοικονομική ανισορροπία» κατά την Κομισιόν. Ταυτόχρονα όμως, στην απάντησή της στην ενεργειακή διαταραχή του 2026, η χώρα καταγράφεται ως η δεύτερη πιο δαπανηρή στην ΕΕ ως ποσοστό ΑΕΠ (0,22% έναντι μέσου όρου 0,07%), με τα μέτρα να είναι κυρίως μη στοχευμένες μειώσεις φόρων στην τιμή —ακριβώς αυτό που η ίδια η Επιτροπή προειδοποιεί ότι υπονομεύει τον μηχανισμό τιμών και τα κίνητρα εξοικονόμησης ενέργειας, τη στιγμή που η ΕΚΤ ανεβάζει επιτόκια για να συγκρατήσει τον πληθωρισμό.
Η αντίφαση δεν αναδεικνύεται πουθενά ρητά στην Έκθεση, αλλά προκύπτει από τη συνδυαστική ανάγνωση δύο ξεχωριστών ενοτήτων της: η χώρα που επαινείται για τη δημοσιονομική της σύνεση είναι, στη συγκεκριμένη κρίση, από τις λιγότερο πειθαρχημένες στην επιλογή εργαλείων. Είναι ένα ερώτημα που αξίζει follow-up: πόσο από το επιπλέον 0,15 της μονάδας ΑΕΠ σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ θα μπορούσε να είχε κατευθυνθεί σε στοχευμένες ενισχύσεις εισοδήματος αντί σε οριζόντιες μειώσεις ΕΦΚ — και τι θα σήμαινε αυτό για τον πληθωρισμό υπηρεσιών που, όπως δείχνει η ίδια Έκθεση, είναι πλέον το πραγματικό πρόβλημα της χώρας.
#LensMyWayPress 2
Η μεγάλη εικόνα που διαφεύγει: η Έκθεση αντιμετωπίζει τουρισμό και στεγαστικό ως δύο ξεχωριστές, ασύνδετες ιστορίες — αλλά δεν είναι. Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις εκτινάχθηκαν 36,9% στο τετράμηνο, με μέση δαπάνη ανά ταξίδι +8,6%· ταυτόχρονα, το working paper δείχνει ότι οι κενές προς ενοικίαση κατοικίες μειώθηκαν 10,4% και οι προς πώληση 33,1% σε μια δεκαετία. Αυτό δεν είναι σύμπτωση παράλληλης εξέλιξης — είναι πιθανότατα το ίδιο φαινόμενο σε δύο κεφάλαια: μέρος του “κρυμμένου” στεγαστικού αποθέματος πιθανόν αποσύρεται από τη μακροχρόνια αγορά προς τη βραχυχρόνια, ακριβώς επειδή η τουριστική ζήτηση το κάνει πιο προσοδοφόρο. Η Έκθεση το αναγνωρίζει εν παρόδω («αν συνυπολογιστεί η βραχυχρόνια μίσθωση, η μείωση αξιοποίησης θα ήταν 3,3 π.μ. αντί για 0,7»), αλλά δεν το συνδέει ποσοτικά με το κεφάλαιο τουρισμού. Θα ήταν ένα καθαρό follow-up ερώτημα: πόσο από τη «θετική έκπληξη» του τουρισμού χρηματοδοτείται ουσιαστικά από στεγαστικές μονάδες που αφαιρούνται από Έλληνες ενοικιαστές — δύο success stories της ίδιας Έκθεσης που, καλά κοιτάζοντας, τρώνε η μία την πίτα της άλλης.
© 2026 mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει




