Το χρέος που δεν πρόκειται ποτέ να εισπραχθεί: Το «ψυγείο» των 41 Δισ.€
Πίσω από τα 165,2 δισ. ευρώ ληξιπρόθεσμες οφειλές προς ΑΑΔΕ και ΕΦΚΑ κρύβεται ένας μηχανισμός που δεν διαγράφει χρέη, απλώς τα παγώνει — διατηρώντας ζωντανή μια λογιστική απαίτηση που, σύμφωνα με την ίδια τη φορολογική διοίκηση, στην πράξη δεν πρόκειται ποτέ να εισπραχθεί
Στο προηγούμενο άρθρο μας για το ιδιωτικό χρέος στην ελληνική οικονομία, ένα νούμερο ξεχώριζε: το ποσοστό είσπραξης του παλαιού φορολογικού χρέους το 2025 ανήλθε σε μόλις 3,0%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τις οφειλές προς τον ΕΦΚΑ διαμορφώθηκε στο 4,7%. Το ερώτημα που προκύπτει φυσικά είναι γιατί, παρά δεκαετίες ρυθμίσεων —από την πάγια ρύθμιση και τη ρύθμιση των 120 δόσεων μέχρι τον εξωδικαστικό μηχανισμό του 2020 και τις πρόσφατες τροποποιήσεις του 2025— το ποσοστό είσπραξης παραμένει σταθερά σε μονοψήφια επίπεδα. Η απάντηση δεν βρίσκεται στην αναποτελεσματικότητα των μεμονωμένων προγραμμάτων, αλλά σε κάτι πιο θεμελιώδες: ένα μεγάλο μέρος του φορολογικού χρέους έχει εκ των πραγμάτων πάψει να είναι εισπράξιμο, χωρίς ωστόσο να έχει ποτέ διαγραφεί επίσημα από τα βιβλία του δημοσίου.
| Μέγεθος | Τιμή | Σημείωση |
| Συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές προς ΑΑΔΕ (Μάρτιος 2026) | 114,5 δισ. ευρώ | βάσει στοιχείων ΑΑΔΕ |
| Ήδη χαρακτηρισμένες «ανεπίδεκτες είσπραξης» | 35,3 δισ. ευρώ | 30,8% του συνόλου |
| Νέα ένταξη στα «ανεπίδεκτα» έως τέλος 2026 | +6,0 δισ. ευρώ | απόφαση ΑΑΔΕ, 2026 |
| Σύνολο «ανεπίδεκτου» αποθέματος έως τέλος 2026 | 41,3 δισ. ευρώ | πάνω από το 36% του συνόλου |
| Εκτίμηση ΑΑΔΕ για ουσιαστικά εισπράξιμο υπόλοιπο | ≈27,4 δισ. ευρώ | περίπου το 1/4 του συνόλου |
| Ποσοστό είσπραξης παλαιού φορολογικού χρέους (2025) | 3,0% | ΙΟΒΕ, στοιχεία ΑΑΔΕ |
| Ποσοστό είσπραξης χρέους προς ΕΦΚΑ (2025) | 4,7% | εξαιρουμένων χρεών χαμηλής εισπραξιμότητας |
| Ληξιπρόθεσμες οφειλές προς ΑΑΔΕ+ΕΦΚΑ (Δ’ τρίμ. 2025) | 165,2 δισ. ευρώ | 69,5% του συνόλου ιδιωτικού χρέους σε καθυστέρηση |
| Ρυθμίσεις εξωδικαστικού μηχανισμού από την έναρξή του | 55.343 | αρχικές οφειλές άνω των 17 δισ. ευρώ, έως Φεβ. 2026 |
Στοιχεία ΑΑΔΕ (Μάρτιος 2026), ΕΦΚΑ και ΙΟΒΕ/Cepal Hellas (Δ’ τρίμηνο 2025). Επεξεργασία: mywaypress.gr.
Το «ψυγείο» των ανεπίδεκτων οφειλών: τι σημαίνει στην πράξη
Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων προχωρά αυτό το διάστημα σε νέα εκκαθάριση του χαρτοφυλακίου ληξιπρόθεσμων οφειλών, εντάσσοντας επιπλέον 6 δισ. ευρώ στην κατηγορία των «ανεπίδεκτων είσπραξης». Με βάση τα στοιχεία Μαρτίου 2026, το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τη φορολογική διοίκηση ανέρχεται σε 114,5 δισ. ευρώ — ποσό συμβατό με τα 113,9 δισ. ευρώ που καταγράφει το τεύχος του ΙΟΒΕ για το τέταρτο τρίμηνο του 2025. Από αυτά, 35,3 δισ. ευρώ έχουν ήδη χαρακτηριστεί ανεπίδεκτα είσπραξης, δηλαδή το 30,8% του συνόλου. Με την ολοκλήρωση της τρέχουσας διαδικασίας έως το τέλος του 2026, το ποσό αυτό θα ξεπεράσει τα 41,2 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας το 36% του συνολικού φορολογικού χρέους σε καθυστέρηση.
Ο χαρακτηρισμός μιας οφειλής ως ανεπίδεκτης είσπραξης δεν ισοδυναμεί με διαγραφή. Η απαίτηση του δημοσίου εξακολουθεί να υφίσταται νομικά, ωστόσο οι διαδικασίες αναγκαστικής είσπραξης αναστέλλονται για δέκα έτη από το τέλος του έτους καταχώρισης, και ο οφειλέτης δεν μπορεί πλέον να λάβει φορολογική ενημερότητα. Πρόκειται κατά κανόνα για οφειλές δεκαετιών —υποθέσεις πτωχευμένων επιχειρήσεων ή αποβιωσάντων φορολογουμένων, διογκωμένες από τόκους και προσαυξήσεις— όπου η φορολογική διοίκηση έχει ήδη εξαντλήσει κάθε διαθέσιμο μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης. Τροποποιήσεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων που τέθηκαν σε ισχύ το 2025 διεύρυναν μάλιστα τα κριτήρια ένταξης, επιτρέποντας τον χαρακτηρισμό ακόμη και όταν ο οφειλέτης διαθέτει περιουσιακά στοιχεία, εφόσον η αξία τους παραμένει κάτω από συγκεκριμένα όρια (5% της βασικής οφειλής και έως 100.000 ευρώ για ακίνητα, έως 30.000 ευρώ για κινητά).
Σύμφωνα με την ανάλυση της ΑΑΔΕ, από το σύνολο του ληξιπρόθεσμου υπολοίπου μόλις περίπου 27,4 δισ. ευρώ θεωρούνται ουσιαστικά εισπράξιμα — λιγότερο από το ένα τέταρτο των συνολικών οφειλών προς τη φορολογική διοίκηση.
Γιατί δεκαετίες ρυθμίσεων δεν άλλαξαν την τροχιά
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών, που θεσπίστηκε με τον νόμο 4738/2020 και ενισχύθηκε πρόσφατα με τον νόμο 5193/2025 —ο οποίος εισήγαγε διευρυμένα κριτήρια ευαλωτότητας και υποχρεωτική πρόταση ρύθμισης από τους πιστωτές προς τους οφειλέτες— καταγράφει σταθερή, αλλά περιορισμένης κλίμακας δραστηριότητα. Από την έναρξη λειτουργίας του έχουν ολοκληρωθεί 55.343 ρυθμίσεις, που αντιστοιχούν σε αρχικές οφειλές άνω των 17 δισ. ευρώ. Σε μηνιαία βάση, ο μηχανισμός επεξεργάζεται μερικές χιλιάδες υποθέσεις, ύψους μερικών εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ — ένα ρυθμό που, ακόμη και με αυξητικές τάσεις, παραμένει μικρό κλάσμα του αποθέματος των 165,2 δισ. ευρώ που οφείλονται σήμερα σε ΑΑΔΕ και ΕΦΚΑ.
Το πρόβλημα, με άλλα λόγια, δεν είναι ότι λείπουν εργαλεία ρύθμισης. Είναι ότι η ροή νέου ληξιπρόθεσμου χρέους κάθε χρόνο υπερβαίνει κατά πολύ τη ροή των ρυθμίσεων και των εισπράξεων. Το τεύχος του ΙΟΒΕ καταγράφει ότι το φορολογικό χρέος σε καθυστέρηση αυξήθηκε από 110,8 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025 σε 113,9 δισ. ευρώ στο τέταρτο τρίμηνο, παρά συνολικές εισπράξεις παλαιού και νέου χρέους ύψους 6,8 δισ. ευρώ μέσα στο έτος. Το απόθεμα ΕΦΚΑ ακολουθεί παρόμοια πορεία, αυξανόμενο κατά 2 δισ. ευρώ τον τελευταίο χρόνο, με ετήσιες εισπράξεις μόλις 1,9 δισ. ευρώ. Πρόκειται για έναν διάδρομο όπου η ταχύτητα συσσώρευσης χρέους υπερβαίνει συστηματικά την ταχύτητα διευθέτησής του — μια δυναμική treadmill, όχι μια πορεία αποκλιμάκωσης.
Η αντίθεση με τον τραπεζικό τομέα: πώς λύνεται πραγματικά ένα πρόβλημα χρέους
Η σύγκριση με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια του τραπεζικού συστήματος είναι διαφωτιστική. Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων στις ελληνικές τράπεζες υποχώρησε από περίπου 50% του συνόλου των δανείων το 2017-2018 σε λιγότερο από 30% σήμερα, κυρίως μέσω πωλήσεων χαρτοφυλακίων και τιτλοποιήσεων στο πλαίσιο του προγράμματος «Ηρακλής» (HAPS) την περίοδο 2020-2024. Οι τράπεζες αναγνώρισαν τη ζημία, μεταβίβασαν τον κίνδυνο σε εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, και «καθάρισαν» τους ισολογισμούς τους — οι servicers κατέχουν σήμερα το 92,2% του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων δανείων, με τα τραπεζικά μη εξυπηρετούμενα δάνεια να έχουν περιοριστεί σε μόλις 5,7 δισ. ευρώ, από 97,2 δισ. ευρώ το 2017.
Το δημόσιο δεν διαθέτει αντίστοιχο εργαλείο. Δεν μπορεί να «πουλήσει» ή να τιτλοποιήσει φορολογικές απαιτήσεις σε τρίτους, ούτε να αναγνωρίσει επίσημα τη ζημία μέσω διαγραφής, χωρίς αυτό να αποτελέσει πολιτικά ευαίσθητη απόφαση και να εγείρει ζητήματα ίσης μεταχείρισης φορολογουμένων. Το μόνο διαθέσιμο εργαλείο είναι ο χαρακτηρισμός μιας οφειλής ως «ανεπίδεκτης» — μια διοικητική πράξη που αναστέλλει την ενεργό διαχείριση χωρίς να κλείνει το θέμα λογιστικά. Το αποτέλεσμα είναι ότι ενώ ο τραπεζικός τομέας πέρασε από μια φάση οξείας κρίσης σε μια φάση πραγματικής εξυγίανσης, ο δημόσιος τομέας κουβαλά ένα διογκούμενο απόθεμα χρέους που ποτέ δεν κλείνει οριστικά τον κύκλο του.
Το ερώτημα του πλεονάσματος: τι ακριβώς μετράει το δημοσιονομικό αποτέλεσμα
Εδώ χρειάζεται σαφήνεια, για να μην παρεξηγηθεί το επιχείρημα. Το δημοσιονομικό πλεόνασμα του πρώτου τριμήνου του 2026 —2,51 δισ. ευρώ σε ταμειακή βάση— καταγράφεται με βάση πραγματικά εισπραχθέντα έσοδα, όχι λογιστικές απαιτήσεις. Τα 113,9 δισ. ευρώ ληξιπρόθεσμου φορολογικού χρέους δεν εμφανίζονται ως έσοδο στο ταμειακό αποτέλεσμα, ούτε διογκώνουν τεχνητά το πλεόνασμα που παρουσιάζει η κυβέρνηση. Με αυτή την έννοια, η ταμειακή υπεραπόδοση των δημοσιονομικών στόχων είναι πραγματική.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι το πλεόνασμα «χτίζεται» πάνω σε χρήματα που δεν θα έρθουν ποτέ. Το πρόβλημα είναι ότι το δημόσιο εξακολουθεί να εμφανίζει ως ενεργό απαίτηση ένα ποσό άνω των 100 δισ. ευρώ που η ίδια η φορολογική διοίκηση αναγνωρίζει, εμμέσως, ως μη ρεαλιστικά εισπράξιμο — διατηρώντας έτσι ένα φαντομικό περιουσιακό μέγεθος στα επίσημα στατιστικά στοιχεία του ιδιωτικού χρέους και της δημοσιονομικής εικόνας της χώρας.
Αυτό το «φαντομικό» μέγεθος έχει πραγματικές συνέπειες, έστω και έμμεσες. Πρώτον, τροφοδοτεί δημόσιο διάλογο και πολιτική αφήγηση —«ρεκόρ ρυθμίσεων», «αυξημένες εισπράξεις»— με βάση μεταβολές σε ένα απόθεμα του οποίου η συντριπτική πλειονότητα δεν πρόκειται ποτέ να μετατραπεί σε πραγματικά έσοδα. Δεύτερον, διατηρεί ζωντανή μια διοικητική και νομική υποδομή —δεσμεύσεις λογαριασμών, αδυναμία έκδοσης φορολογικής ενημερότητας, αναστολές παραγραφής— γύρω από οφειλές που, όπως αναγνωρίζει η ίδια η ΑΑΔΕ, αφορούν σε μεγάλο βαθμό πτωχευμένες επιχειρήσεις και αποβιώσαντες φορολογουμένους. Τρίτον, και ίσως σημαντικότερο, αποπροσανατολίζει τη συζήτηση από το πραγματικό ερώτημα: γιατί η ροή νέου ληξιπρόθεσμου χρέους —το χρέος που δημιουργείται φέτος, όχι αυτό που κληρονομήθηκε από τη δεκαετία του 2010— παραμένει τόσο υψηλή, και τι θα χρειαστεί για να αλλάξει αυτή η δυναμική στην πηγή της, αντί να διαχειρίζεται διαρκώς το απόθεμα του παρελθόντος.
#LENSMYWAYPRESS
Το ένα στα τέσσερα ευρώ
Αν κρατήσει κανείς έναν μόνο αριθμό από αυτό το άρθρο, ας είναι αυτός: από τα 114,5 δισ. ευρώ ληξιπρόθεσμου φορολογικού χρέους, η ΑΑΔΕ θεωρεί ρεαλιστικά εισπράξιμα μόλις περίπου 27,4 δισ. ευρώ — λίγο πάνω από ένα στα τέσσερα ευρώ. Όταν οι δημόσιες συζητήσεις για το ιδιωτικό χρέος αναφέρονται σε ονομαστικά μεγέθη των 165 ή των 417 δισ. ευρώ, αξίζει να θυμόμαστε ότι ένα σημαντικό κομμάτι αυτού του αριθμού είναι ήδη, εκ των πραγμάτων, νεκρό κεφάλαιο — απλώς δεν έχει ακόμη ταφεί επίσημα.
Πηγές: Quarterly Bulletin on Private Debt in the Greek Economy, ΙΟΒΕ με την υποστήριξη της Cepal Hellas, Ιούνιος 2026· Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), επιχειρησιακό σχέδιο εκκαθάρισης ληξιπρόθεσμων οφειλών 2026· ΕΦΚΑ· δημοσιεύματα οικονομικού Τύπου, Μάιος-Ιούνιος 2026.
© 2026 mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει




