Ποια Ελλάδα παρέλαβε, ποια Ελλάδα παραδίδει

Επτά χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη σε αριθμούς: το χρέος, οι επενδύσεις, οι μισθοί, η στέγη — και το ερώτημα ποιος επωφελείται πραγματικά

 
Η κεντρική διαπίστωση: υπάρχουν δύο εντελώς αληθινές, ταυτόχρονες οικονομίες.

 
Στις 28 Ιουνίου ο Κυριάκος Μητσοτάκης δημοσίευσε, αντί της συνήθους εβδομαδιαίας κυβερνητικής ανασκόπησης, έναν συνολικό απολογισμό επτά ετών διακυβέρνησης, με σύνθημα «επιλέγουμε τη σύγκριση αντί για τη σύγκρουση». Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν η ελληνική οικονομία άλλαξε ανάμεσα στο 2019 και το 2026 — άλλαξε, και τα στοιχεία το επιβεβαιώνουν χωρίς αμφισημία. Το ερώτημα που θέτει το mywaypress.gr είναι για ποιον άλλαξε, με ποιο τίμημα, και αν η αφήγηση της μακροοικονομικής ανάκαμψης συναντά πράγματι την καθημερινή εμπειρία όσων την πλήρωσαν.

 
ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ

Σε επίπεδο κρατικού ισολογισμού, η μεταβολή είναι πραγματική και τεκμηριωμένη. Το 2019 η Ελλάδα παρέδιδε δημόσιο χρέος γύρω στο 180% του ΑΕΠ, κληρονομιά μιας δεκαετίας μνημονίων, τραπεζικής επισφάλειας και παρατεταμένης ύφεσης. Για το 2026, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας προβλέπει υποχώρηση κάτω από το 137% του ΑΕΠ — πρώτη φορά κάτω από το ψυχολογικό όριο του 140% από το 2010, τη χρονιά εκκίνησης των μνημονίων. Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο αποδίδει την αποκλιμάκωση σε τρεις παράγοντες: στην ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, στη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και στην ενεργητική διαχείριση χρέους, με πρόωρες αποπληρωμές δανείων του πρώτου μνημονίου που θα ολοκληρωθούν έως το 2031.

Το αποτύπωμα αυτής της πορείας φαίνεται καθαρά στις αγορές. Η Standard & Poor’s επανέφερε την Ελλάδα στην επενδυτική βαθμίδα τον Οκτώβριο του 2023, ύστερα από δεκατριάχρονη απουσία· ακολούθησαν Fitch και DBRS, ενώ ο πιο συντηρητικός οίκος, η Moody’s, προσαρμόστηκε με καθυστέρηση. Σήμερα η χώρα αξιολογείται με ΒΒΒ από τους περισσότερους οίκους, με ανοιχτή προοπτική περαιτέρω αναβάθμισης. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς συμβολικό: σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι τοποθετήσεις διεθνών επενδυτών σε ελληνικά κρατικά ομόλογα αυξήθηκαν κατά δισεκατομμύρια ευρώ μέσα σε λίγα τρίμηνα μετά την αναβάθμιση.

 
ΤΟ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟ ΡΑΛΙ

Το επενδυτικό αφήγημα ενισχύεται από τα στοιχεία της UNCTAD: οι ετήσιες εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα έφτασαν το 2025 τα 12,86 δισ. δολάρια — υπερδιπλάσιο ποσό σε σχέση με τα 5 δισ. δολάρια του 2019 και σχεδόν δεκαπλάσιο σε σχέση με τα 1,27 δισ. δολάρια του 2015, έτος βαθιάς κεφαλαιακής ασφυξίας. Το συνολικό απόθεμα ξένων επενδύσεων στη χώρα ξεπέρασε πλέον τα 100 δισ. δολάρια, σχεδόν διπλασιαζόμενο σε σχέση με το 2020. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα προσέλκυσε το 2025 περισσότερες ξένες επενδύσεις από την Τουρκία, παρά τη σαφώς μικρότερη οικονομία και τον μικρότερο πληθυσμό της.

Παράλληλα, το Ταμείο Ανάκαμψης «Ελλάδα 2.0» — 31,16 δισ. ευρώ συνολικά, εκ των οποίων 30,5 δισ. ευρώ ευρωπαϊκοί πόροι, κατανεμημένα σε 106 επενδύσεις και 68 μεταρρυθμίσεις — βρίσκεται στην τελική του φάση, με απορρόφηση που σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία πλησιάζει το 85%. Στο πλαίσιο του ίδιου προγράμματος, ελληνικές τράπεζες και επιχειρήσεις έχουν συνάψει δανειακές συμβάσεις ύψους 13,2 δισ. ευρώ, οι οποίες θα εκταμιευθούν σταδιακά έως το 2029. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για το 2026 ανέρχεται σε 16,692 δισ. ευρώ, το υψηλότερο ύψος των τελευταίων δεκαέξι ετών — αν και από το 2027 η χώρα θα κληθεί να λειτουργήσει χωρίς τα 7,2 δισ. ευρώ πόρων του RRF που ήταν ενσωματωμένα στον φετινό προϋπολογισμό, μεταφέροντας το βάρος σε ΕΣΠΑ, εθνικούς πόρους και νέα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία.

 
Η ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΛΛΑΞΕ ΠΡΟΣΩΠΟ

Στην αγορά εργασίας η μεταβολή σε ετήσια βάση είναι εξίσου εντυπωσιακή: από 17,8% ανεργία το 2019 σε 8,1% το 2025, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε το υπουργείο Εργασίας στο πλαίσιο μελέτης του ΟΟΣΑ για την ελληνική διασπορά. Ανάμεσα στο 2019 και το 2025 δημιουργήθηκαν πάνω από 563.000 νέες θέσεις εργασίας, ενώ ο αριθμός των απασχολούμενων έφτασε τα 4.272.151 άτομα στο πρώτο τρίμηνο του 2026. Είναι αλήθεια ότι η ανεργία στο ίδιο τρίμηνο ανέβηκε εποχικά στο 10,6% — υπενθύμιση ότι η ελληνική αγορά εργασίας παραμένει βαθιά εποχική, με τις γυναίκες (13,9%) και τους νέους 15-24 ετών να επωμίζονται δυσανάλογο μερίδιο του κόστους, και με σχεδόν τους μισούς ανέργους να παραμένουν εκτός αγοράς εργασίας για πάνω από έναν χρόνο.

Το πιο ενδιαφέρον ίσως στοιχείο της περιόδου δεν αφορά την ανεργία αλλά την αντιστροφή μιας ροής που έμοιαζε μη αναστρέψιμη. Έρευνα του ΟΟΣΑ σε συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου, που παρουσιάστηκε στις αρχές Ιουλίου, δείχνει ότι από τους Έλληνες πολίτες που μετανάστευσαν (προσοχή αφορά μετανάστευση όχι την  λαθροχειρία Κεραμέως) στο εξωτερικό μεταξύ 2010 και 2025, οι έξι στους δέκα έχουν ήδη επιστρέψει — περίπου 473.000 άνθρωποι μέσα σε μία δεκαπενταετία. Μόνο στη διετία 2023-2024, 98.000 άτομα επέστρεψαν έναντι 69.000 που έφυγαν, κατατάσσοντας την Ελλάδα τέταρτη μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ σε ποσοστό επαναπατρισμού πολιτών της, με τους επιστρέφοντες να είναι κατά κανόνα νεότεροι και υψηλότερα εκπαιδευμένοι από τον γενικό πληθυσμό. Το φαινόμενο της φυγής δεν έχει εξαλειφθεί — εξειδικευμένο δυναμικό συνεχίζει να αναζητά καλύτερους μισθούς εκτός συνόρων — όμως για πρώτη φορά μετά την κρίση χρέους η καθαρή ροή φαίνεται να αλλάζει πρόσημο.

 
ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΣΤΑ ΤΑΜΠΛΟ

Εδώ, όμως, η αφήγηση της ανάκαμψης συναντά έναν τοίχο αριθμών που δεν αναιρούν τα προηγούμενα, αλλά αναιρούν το ερώτημα για ποιον ισχύουν. Ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε ονομαστικά από τα 650 ευρώ το 2019 στα 920 ευρώ τον Απρίλιο του 2026 — άνοδος 41,5%, έναντι σωρευτικού πληθωρισμού περίπου 22% στην ίδια περίοδο. Σε αμιγώς αριθμητικούς όρους, λοιπόν, ο κατώτατος μισθός κέρδισε έδαφος απέναντι στις τιμές. Ο μέσος μισθός, όμως, δεν ακολούθησε τον ίδιο ρυθμό: σύμφωνα με το σύστημα ΕΡΓΑΝΗ, αυξήθηκε ονομαστικά μόλις 1,5% το 2025, φτάνοντας τα 1.362 ευρώ — μια συμπίεση της μισθολογικής κλίμακας που έφερε την αναλογία κατώτατου προς μέσο μισθό στο 63%, από τις υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δείγμα ότι η άνοδος στη βάση δεν παρέσυρε τα υπόλοιπα μισθολογικά κλιμάκια.

Το άθροισμα, σύμφωνα με την τριμηνιαία έκθεση ΙΟΒΕ-Cepal του Μαρτίου 2026, είναι ότι η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων αντιστοιχεί σήμερα μόλις στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, από τις χαμηλότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανεξαρτήτως δείκτη μέτρησης. Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε μεν από 17.210 σε 19.400 ευρώ ανάμεσα στο 2019 και το 2025, όμως ο ρυθμός αυτός υπολείπεται της αντίστοιχης ανόδου στην ΕΕ-27, όπου το μέγεθος πέρασε από 32.700 σε 34.110 ευρώ στο ίδιο διάστημα. Η απόσταση σε απόλυτους όρους, δηλαδή, διευρύνθηκε και δεν μειώθηκε.

Η Ελλάδα αναπτύσσεται, αλλά δεν συγκλίνει· τρέχει, αλλά η υπόλοιπη Ευρώπη τρέχει το ίδιο —ή γρηγορότερα.

Το πιο απτό, καθημερινό πρόσωπο αυτής της απόστασης είναι η στέγη. Τα ενοίκια στην Ελλάδα έχουν αυξηθεί σωρευτικά πάνω από 30% από το 2022, με τη χώρα να καταγράφει από τις μεγαλύτερες ανατιμήσεις στέγασης στην Ευρωπαϊκή Ένωση σύμφωνα με τη Eurostat —τρίτη θέση ανάμεσα σε 27 κράτη-μέλη το πρώτο τρίμηνο του 2026. Ένα διαμέρισμα 70 τετραγωνικών στο Κουκάκι που κόστιζε 700 ευρώ τον μήνα το 2025 κόστιζε 755 ευρώ έναν χρόνο μετά. Οι τιμές πώλησης διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 5,7% μόνο στο πρώτο τρίμηνο του 2026, σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Η στεγαστική κρίση δεν είναι παράπλευρη συνέπεια της ανάπτυξης — είναι, όπως θα αναπτυχθεί στο κλείσιμο του άρθρου, σχεδόν ο αντίποδάς της.

 
ΤΟ ΣΤΡΕΒΛΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΡΙΘΜΟΥΣ

Το βαθύτερο πρόβλημα, όπως το περιγράφει η φετινή Ετήσια Έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, δεν εντοπίζεται σε έναν μεμονωμένο δείκτη αλλά στο ίδιο το αναπτυξιακό μοντέλο: η ιδιωτική κατανάλωση αντιστοιχεί στο 67,8% του ελληνικού ΑΕΠ, έναντι μέσου όρου 51,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για μια οικονομία που μεγαλώνει πρωτίστως επειδή καταναλώνει, όχι επειδή παράγει, εξάγει ή επενδύει σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας με την ίδια ένταση που προσελκύει κεφάλαια. Η αύξηση των φορολογικών εσόδων που επικαλείται ο πρωθυπουργός από το βήμα της Βουλής, αποδίδοντάς την στον περιορισμό της φοροδιαφυγής, είναι πραγματική και τεκμηριώνεται από τα στοιχεία της ΑΑΔΕ· δεν αναιρεί όμως τη διαπίστωση ότι η φορολογική βάση διευρύνεται πάνω σε μια οικονομία που παραμένει διαρθρωτικά καταναλωτική.

Η επταετία σε αριθμούς

Δείκτης 2019 2025 / 2026 Μεταβολή
Δημόσιο χρέος (% ΑΕΠ) ≈180% 136,8% (πρόβλ. 2026) ▼ σχεδόν -43 μον.
Ανεργία (ετήσιος μέσος όρος) 17,8% 8,1% (2025) ▼ -9,7 μον.
Νέες θέσεις εργασίας 2019-25 +563.000
Ξένες άμεσες επενδύσεις (ετήσιες) 5 δισ. $ 12,86 δισ. $ (2025) ▲ +157%
Απόθεμα ξένων επενδύσεων >100 δισ. $ (2025) ▲ σχεδόν διπλ. από 2020
Πιστοληπτική διαβάθμιση Εκτός επενδ. βαθμίδας BBB / BBB- (2026) ▲ ανάκτηση 2023
Κατώτατος μισθός 650 € 920 € (Απρ. 2026) ▲ +41,5%
Μέσος μισθός (ΕΡΓΑΝΗ) 1.362 € (2025) ▲ +1,5% ετησίως
Αγοραστική δύναμη (% μ.ό. ΕΕ) 68% (2026) από τις χαμηλότερες στην ΕΕ
Πραγμ. κατά κεφαλήν ΑΕΠ 17.210 € 19.400 € (2025) ▲, αλλά απόσταση από ΕΕ ανοίγει
Ενοίκια (σωρ. μεταβολή από 2022) +30%

Πηγές: ΕΛΣΤΑΤ, Τράπεζα της Ελλάδος, Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, UNCTAD World Investment Report 2026, ΟΟΣΑ (Diaspora Review Greece), ΙΟΒΕ-Cepal, ΙΝΕ ΓΣΕΕ, Eurostat, σύστημα ΕΡΓΑΝΗ. Επεξεργασία στοιχείων: mywaypress.gr.

 
ΠΟΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΠΑΡΕΛΑΒΕ, ΠΟΙΑ ΠΑΡΑΔΙΔΕΙ

Αν μιλήσουμε απερίφραστα: ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρέλαβε το 2019 μια χώρα με χρέος στο 180% του ΑΕΠ, ανεργία 17,8%, εκτός επενδυτικής βαθμίδας, με ετήσιες ξένες επενδύσεις της τάξης των 5 δισ. δολαρίων και μια δεκαετία δημογραφικής αιμορραγίας πίσω της. Παραδίδει το 2026 μια χώρα με χρέος κάτω από 137% του ΑΕΠ, ανεργία στο 8,1% σε ετήσια βάση, εντός επενδυτικής βαθμίδας στους περισσότερους μεγάλους οίκους αξιολόγησης, με ρεκόρ ξένων επενδύσεων άνω των 12,8 δισ. δολαρίων και με περισσότερους πολίτες να επιστρέφουν παρά να φεύγουν. Ποσοτικά, σε επίπεδο κρατικού ισολογισμού, η βελτίωση δεν αμφισβητείται σοβαρά από κανέναν αναλυτή, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης.

Ποιοτικά, όμως, η εικόνα είναι πολύ πιο διφορούμενη. Η χώρα παραδίδεται με αγοραστική δύναμη νοικοκυριών στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, με στεγαστική κρίση που καθιστά την ιδιοκτησία, και πλέον την ίδια την ενοικίαση, απρόσιτη για ένα διαρκώς διευρυνόμενο τμήμα του πληθυσμού, με μισθολογική συμπίεση στη μεσαία τάξη και με ένα αναπτυξιακό μοντέλο που παραμένει καταναλωτικό στον πυρήνα του. Η επενδυτική επιτυχία είναι πραγματική, όχι διαφημιστική. Η μετάφρασή της σε βιοτικό επίπεδο για τον μέσο μισθωτό, όμως, παραμένει το ανοιχτό —και πολιτικά το πιο επικίνδυνο— στοίχημα της επόμενης τετραετίας.

 
#LensMyWayPress  —  Η μεγάλη εικόνα

Υπάρχει μια σύνδεση που σπάνια συζητείται ενιαία, παρότι προκύπτει από τα ίδια στοιχεία που παρατέθηκαν παραπάνω: η επενδυτική επιτυχία και η στεγαστική κρίση δεν είναι δύο ξεχωριστές ιστορίες που απλώς συνέβησαν ταυτόχρονα· είναι σε μεγάλο βαθμό η ίδια ιστορία, ειδωμένη από δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες.

Το ρεκόρ ξένων επενδύσεων της UNCTAD δεν αναλύεται συνήθως στα επιμέρους συστατικά του στα δημοσιεύματα που το πανηγυρίζουν. Όμως τα ίδια τα στοιχεία δείχνουν εδώ και χρόνια ότι σημαντικό τμήμα των εισροών κατευθύνεται σε ακίνητα, τουρισμό και υπηρεσίες φιλοξενίας, όχι σε μεταποίηση ή εξαγωγικούς κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας. Το πρόγραμμα χρυσής βίζας, τα distressed funds που απέκτησαν φθηνά ακίνητα μετά την κρίση, και η έκρηξη της βραχυχρόνιας μίσθωσης λειτούργησαν ως αγωγός που μετέτρεψε τη γενικευμένη επενδυτική εμπιστοσύνη προς τη χώρα σε ειδική πίεση πάνω στο πιο ανελαστικό αγαθό που διαθέτει: τη στέγη σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και νησιά.

Με άλλα λόγια, η ίδια ροή κεφαλαίων που αναβάθμισε την πιστοληπτική εικόνα της χώρας φέρει, εν μέρει, και ευθύνη για το ότι ένας μισθωτός με μέσο μισθό 1.362 ευρώ δυσκολεύεται πλέον να μισθώσει διαμέρισμα στο κέντρο μιας μεγάλης πόλης. Αν αυτή η ανάγνωση ευσταθεί, τότε η στεγαστική πολιτική δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστό, τεχνικό ζήτημα προς επίλυση με επιδοτήσεις ενοικίου· είναι το εσωτερικό κόστος μιας εξωστρεφούς επενδυτικής στρατηγικής που δεν έχει ακόμη σχεδιάσει μηχανισμούς αναδιανομής των κερδών της προς όσους δεν κατέχουν ακίνητη περιουσία.

Είναι μια εικόνα που, όσο η δημόσια συζήτηση παραμένει διχοτομημένη ανάμεσα στο «η οικονομία πάει καλά» και στο «η οικονομία πάει άσχημα», συνεχίζει να διαφεύγει και από τους δύο πόλους της αντιπαράθεσης.

 
© 2026 mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει

Σχετικά Άρθρα