Κύπρος: Είναι ο πόλεμος ευκαιρία για άρση της κατοχής;

Κάθε μεγάλη γεωπολιτική κρίση γεννά ένα εύλογο – αλλά επικίνδυνο – ερώτημα:
Μπορεί μια περιφερειακή αναταραχή να μετατραπεί σε ιστορική ευκαιρία;

 
Με τη Μέση Ανατολή σε φάση ανάφλεξης, την αμερικανική εμπλοκή να βαθαίνει και το Ισραήλ να επιχειρεί σε πολλαπλά μέτωπα, επανέρχεται η σκέψη: μήπως είναι η στιγμή η Κύπρος να επιδιώξει την απομάκρυνση του τουρκικού στρατού κατοχής με τη βοήθεια ΗΠΑ και Ισραήλ; Μήπως ένα αποφασιστικό πλήγμα κατά της Άγκυρας θα λειτουργούσε ως έμπρακτη τιμωρία για την αναθεωρητική της πολιτική;

Το ερώτημα είναι βαρύ. Και απαιτεί νηφάλια ανάλυση.

 
Η πραγματικότητα της κατοχής

Από το 1974, η Τουρκία διατηρεί στρατιωτική παρουσία στο βόρειο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η κατάσταση αυτή συνιστά ανοιχτό γεωπολιτικό τραύμα για τον ελληνισμό και διαρκή πηγή αστάθειας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο Recep Tayyip Erdogan έχει ενισχύσει τα τελευταία χρόνια τη στρατιωτική και πολιτική του επιρροή στα Κατεχόμενα, προωθώντας λύση δύο κρατών και εμβαθύνοντας τον στρατηγικό έλεγχο της περιοχής.

Η Άγκυρα είναι μέλος του ΝΑΤΟ. Και αυτό είναι ο καθοριστικός παράγοντας.

 
Θα ρίσκαραν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ σύγκρουση με την Τουρκία;

Οι ΗΠΑ, ανεξαρτήτως εντάσεων με την Άγκυρα, δεν έχουν δείξει διάθεση στρατιωτικής ρήξης με κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ για το Κυπριακό. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει:

  • να κρατήσει την Τουρκία εντός δυτικού πλαισίου,
  • να αποτρέψει περαιτέρω προσέγγιση Άγκυρας–Μόσχας,
  • να διατηρήσει επιχειρησιακή συνοχή στη Συμμαχία.

Το Ισραήλ, αν και έχει συγκλίνει στρατηγικά με Ελλάδα και Κύπρο, διατηρεί και αυτό διαύλους με την Τουρκία. Η Ιερουσαλήμ κινείται με γνώμονα την άμεση ασφάλειά της, όχι την ανατροπή ισορροπιών στο Κυπριακό.

Μια στρατιωτική επιχείρηση απομάκρυνσης του τουρκικού στρατού από την Κύπρο θα σήμαινε:

  • άμεση ελληνοτουρκική σύγκρουση,
  • εσωτερική διάσπαση του ΝΑΤΟ,
  • πιθανή γενικευμένη περιφερειακή ανάφλεξη.

Καμία δυτική δύναμη δεν δείχνει πρόθυμη να ανοίξει αυτό το μέτωπο.

 
Είναι όμως γεωπολιτική ευκαιρία;

Η ευκαιρία δεν βρίσκεται σε στρατιωτική αναμέτρηση.
Βρίσκεται στη μεταβολή ισορροπιών.

Η σημερινή συγκυρία προσφέρει στην Κύπρο:

  1. Αναβάθμιση ρόλου ως κόμβου ασφαλείας και ενεργειακής υποδομής.
  2. Ενίσχυση αμυντικών δυνατοτήτων, με συστήματα όπως το ισραηλινό Barak MX.
  3. Στενότερη στρατηγική διασύνδεση με Ελλάδα–Ισραήλ–Γαλλία–ΗΠΑ.

Η Τουρκία, όσο αμφιταλαντεύεται μεταξύ Δύσης και αναθεωρητισμού, αυξάνει την καχυποψία απέναντί της. Αυτό δημιουργεί διπλωματικό χώρο για τη Λευκωσία.

Αλλά διπλωματικός χώρος δεν ισοδυναμεί με στρατιωτική λύση.

 
Το ζήτημα της «τιμωρίας»

Η ιδέα ότι μια πολεμική συγκυρία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για «τιμωρία» της Άγκυρας ενέχει σοβαρούς κινδύνους.

Η διεθνής πολιτική δεν λειτουργεί με όρους ηθικής ανταπόδοσης. Λειτουργεί με όρους συμφερόντων και ισορροπίας ισχύος.

Ακόμη και αν η Δύση διαφωνεί με επιλογές του Ερντογάν, η Τουρκία:

  • ελέγχει τα Στενά,
  • διαθέτει ισχυρό στρατό,
  • αποτελεί κρίσιμο γεωγραφικό κρίκο Ευρώπης–Μέσης Ανατολής–Καυκάσου.

Η πλήρης ρήξη μαζί της θα είχε τεκτονικές συνέπειες.

 
Πού βρίσκεται η ρεαλιστική στρατηγική;

Η ρεαλιστική στρατηγική για την Κύπρο και την Ελλάδα δεν είναι η επιθετική εκμετάλλευση ενός πολέμου. Είναι:

  • η ενίσχυση της αποτροπής,
  • η διεθνοποίηση της κατοχής ως ευρωπαϊκού και όχι διμερούς ζητήματος,
  • η σύνδεση του Κυπριακού με την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης,
  • η δημιουργία κόστους στην Τουρκία μέσω θεσμικών και οικονομικών μηχανισμών.

Η απομάκρυνση του κατοχικού στρατού μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από συνδυασμό πίεσης, ισορροπίας ισχύος και πολιτικής λύσης – όχι από αιφνιδιαστική στρατιωτική κίνηση τρίτων.

Η παρούσα κρίση δεν είναι στρατιωτική ευκαιρία για απελευθέρωση της Κύπρου.
Είναι γεωπολιτική ευκαιρία αναβάθμισης της θέσης της.

Η Ιστορία διδάσκει ότι τα άλυτα εθνικά ζητήματα σπάνια λύνονται μέσα σε γενικευμένους πολέμους. Λύνονται όταν οι συσχετισμοί μεταβληθούν σταθερά και θεσμικά.

Η Κύπρος πρέπει να επιδιώξει:

  • περισσότερη ασφάλεια,
  • περισσότερες συμμαχίες,
  • μεγαλύτερη διεθνή νομιμοποίηση,

όχι έναν πόλεμο δι’ αντιπροσώπων.

Η στρατηγική ωριμότητα δεν μετριέται με το πόσο επιθυμούμε μια ιστορική ανατροπή.
Μετριέται με το αν μπορούμε να την επιτύχουμε χωρίς να πυροδοτήσουμε μια μεγαλύτερη καταστροφή.

 
Να τεθεί το Κυπριακό «στο τραπέζι» με τις ΗΠΑ; Ωριμότητα, όρια και στόχευση

Το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα μπορεί να θέσει το ζήτημα της τουρκικής κατοχής στην Κύπρο στις συνομιλίες με τις ΗΠΑ. Φυσικά και μπορεί. Το ερώτημα είναι πώς το θέτει, με ποιον στόχο και σε ποιο στρατηγικό πλαίσιο.

  1. Το Κυπριακό δεν είναι διμερές ζήτημα Ελλάδας–Τουρκίας

Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κράτος-μέλος της ΕΕ. Η παρουσία τουρκικών στρατευμάτων από το 1974 αποτελεί διεθνές ζήτημα παραβίασης εδαφικής ακεραιότητας. Συνεπώς, η Αθήνα όχι μόνο δικαιούται αλλά οφείλει να το εντάσσει σε κάθε υψηλού επιπέδου στρατηγικό διάλογο με την Ουάσιγκτον.

Η σχέση Ελλάδας–ΗΠΑ έχει πλέον αναβαθμιστεί θεσμικά και αμυντικά. Η Ουάσιγκτον βλέπει την Αθήνα ως σταθερό πυλώνα στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα μπορεί να προβάλλει το επιχείρημα ότι η παρατεταμένη κατοχή:

  • υπονομεύει τη συνοχή του ΝΑΤΟ,
  • δημιουργεί μόνιμη εστία αστάθειας,
  • ενισχύει τον αναθεωρητισμό στην περιοχή.
  1. Τι είναι ρεαλιστικό να ζητηθεί;

Δεν είναι ρεαλιστικό να ζητηθεί από τις ΗΠΑ στρατιωτική πίεση για άμεση απομάκρυνση του τουρκικού στρατού. Αυτό θα σήμαινε ρήξη με κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ και γεωπολιτικό σεισμό.

Ρεαλιστικό όμως είναι να ζητηθούν:

  • σαφείς πολιτικές τοποθετήσεις υπέρ λύσης εντός του πλαισίου ΟΗΕ,
  • σύνδεση της τουρκικής συμπεριφοράς με αμυντικά και οικονομικά οφέλη που επιδιώκει η Άγκυρα,
  • ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος Κύπρου–Ελλάδας,
  • συμμετοχή των ΗΠΑ σε ενεργειακά και αμυντικά projects που εδραιώνουν τη σταθερότητα.

Με άλλα λόγια, όχι «τιμωρία», αλλά αναδιάταξη κινήτρων και κόστους.

  1. Η λεπτή ισορροπία της Ουάσιγκτον

Οι ΗΠΑ διαχρονικά επιδιώκουν να διατηρούν την Τουρκία εντός δυτικού πλαισίου. Ακόμη και όταν υπάρχουν εντάσεις με τον Recep Tayyip Erdogan, η στρατηγική αξία της Τουρκίας (Στενά, Μέση Ανατολή, Μαύρη Θάλασσα) παραμένει υψηλή.

Άρα, η Ελλάδα πρέπει να προσεγγίσει το ζήτημα όχι ως «αντιτουρκική εκστρατεία», αλλά ως:

  • θέμα θεσμικής συνέπειας του ΝΑΤΟ,
  • ζήτημα διεθνούς νομιμότητας,
  • παράγοντα ευρωπαϊκής ασφάλειας.
  1. Το κρίσιμο στοιχείο: Η διαπραγματευτική στιγμή

Είναι ώριμο να τεθεί; Ναι — εφόσον:

  • η Ελλάδα διαθέτει σαφές στρατηγικό σχέδιο,
  • έχει προηγηθεί συντονισμός με τη Λευκωσία,
  • το θέμα εντάσσεται σε ευρύτερη ατζέντα συνεργασίας (βάσεις, ενέργεια, αμυντική βιομηχανία, περιφερειακή σταθερότητα).

Δεν τίθεται ως μονοθεματική απαίτηση. Τίθεται ως μέρος πακέτου στρατηγικής σύγκλισης.

  1. Τι θα ήταν ανώριμο;

Ανώριμο θα ήταν:

  • να παρουσιαστεί ως ευκαιρία στρατιωτικής εκκαθάρισης,
  • να συνδεθεί με πολεμική συγκυρία στη Μέση Ανατολή,
  • να εμφανιστεί ως αίτημα «τιμωρίας» της Τουρκίας.

Η διεθνής πολιτική λειτουργεί με ισορροπίες, όχι με συναισθηματικούς συμβολισμούς.

Η Ελλάδα όχι μόνο μπορεί αλλά πρέπει να θέτει το Κυπριακό στις συνομιλίες με τις ΗΠΑ. Όχι όμως ως πολεμικό σχέδιο, αλλά ως:

  • ζήτημα διεθνούς δικαίου,
  • δομικό πρόβλημα συνοχής του ΝΑΤΟ,
  • κεντρικό στοιχείο σταθερότητας της Ανατολικής Μεσογείου.

Η ωριμότητα δεν βρίσκεται στο αν θα το πούμε.
Βρίσκεται στο πώς θα το πούμε — και με ποιο στρατηγικό βάθος.

Η Ιστορία δεν ευνοεί τους βιαστικούς. Ευνοεί όσους χτίζουν ισχύ μεθοδικά.

mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη  υβριδικής νοημοσύνης.

Για  αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.

Σχετικά Άρθρα