Τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα στην εποχή της κοινωνικής επιστήμης
Όταν η ηθική υποκύπτει στη θεραπευτική γλώσσα
Ανάλυση του δοκιμίου του Jonah Goldberg “Man, Sin, and the Modern Lens”
Σε μια εποχή που η δημόσια συζήτηση κυριαρχείται από ψυχολογική ορολογία, συστημικές ερμηνείες και ταυτοτική πολιτική, ο συντηρητικός σχολιαστής Jonah Goldberg θέτει μια βαθιά και ενοχλητικά σχετική ερώτηση: τι χάνει η κοινωνία όταν σταματά να μιλά για την αμαρτία; Το δοκίμιό του, δημοσιευμένο στο The Dispatch, αποτελεί μια οξυδερκή διαγνωστική ανάλυση του τρόπου με τον οποίο η νεωτερικότητα έχει αποδομήσει — και σε πολλές περιπτώσεις ανέστρεψε — την κλασική ηθική κατηγοριολογία των επτά θανάσιμων αμαρτημάτων.
Η Πτώση της Ρητορικής ως Σύμπτωμα
Ο Goldberg ξεκινά από ένα φαινομενικά ασήμαντο γλωσσολογικό παράδοξο: ψάχνοντας συνώνυμα για τη λέξη «ρητορική», το Thesaurus.com του προτείνει όρους όπως «φλυαρία», «βερμπαλισμός» και «στομφώδης λόγος». Η παρατήρηση αυτή δεν είναι τυχαία εισαγωγή — είναι στρατηγική. Για τον Αριστοτέλη, η ρητορική ήταν «η ικανότητα να παρατηρεί κανείς στην εκάστοτε περίπτωση τα διαθέσιμα μέσα πειθούς». Για τον Πλάτωνα, ήταν η τέχνη της ψυχαγωγίας, της καθοδήγησης της ψυχής προς την αλήθεια. Σήμερα, έχει υποβαθμιστεί σε συνώνυμο της απάτης.
Αυτή η σημασιολογική έκπτωση δεν είναι αθώα. Αποκαλύπτει έναν ευρύτερο πολιτισμικό μετασχηματισμό: η γλώσσα που χρησιμοποιούμε για να μιλάμε για ανθρώπινες αδυναμίες και αρετές έχει υποστεί ριζική αναδιαμόρφωση, και αυτή η αναδιαμόρφωση, υποστηρίζει ο Goldberg, δεν είναι ουδέτερη.
Η Εξαφάνιση του Φθόνου από τη Δημόσια Σφαίρα
Ο πυρήνας του επιχειρήματος εδράζεται σε μια μελέτη των Steven Hayward και Linda Denno με τίτλο «Envy and Social Justice», δημοσιευμένη στο National Affairs. Οι συγγραφείς καταδεικνύουν ότι ο φθόνος — ανέκαθεν κεντρικό αντικείμενο ηθικής φιλοσοφίας, από τον Ακινάτη («λύπη για το καλό του άλλου») έως τον Καντ και τον Άνταμ Σμιθ — έχει ουσιαστικά εξαφανιστεί ως σοβαρό πεδίο ακαδημαϊκής μελέτης από τα μέσα του 20ού αιώνα.
Το τελευταίο σημαντικό έργο για το θέμα, το Envy: A Theory of Social Behaviour του Helmut Schoeck, δημοσιεύτηκε πριν από περισσότερες από πέντε δεκαετίες. Η εξήγηση, κατά τον Goldberg, είναι πολιτικά εκρηκτική: ο φθόνος εξαφανίστηκε ως θέμα γιατί αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της προοδευτικής πολιτικής ατζέντας. Ρητορικές για ανισότητα εισοδήματος, φόρους στους υπερπλούσιους και «κοινωνική δικαιοσύνη» προϋποθέτουν — και στρατολογούν — τον φθόνο. Παραδεχόμενος ότι ένα πολιτικό πρόγραμμα θεμελιώνεται σε ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, θα ακύρωνε τη νομιμοποίησή του.
Ο ίδιος ο Schoeck είχε διαγνώσει αυτό το φαινόμενο: «Η αποστροφή του ριζοσπαστικού αριστερού συγγραφέα σε οποιαδήποτε εξέταση του φθόνου είναι κατανοητή. Πρόκειται για ένα πεδίο που πρέπει εσκεμμένα να αποσιωπάται”
Το Τηλεσκόπιο του Στράους και η Αρχαία Σοφία
Για να πλαισιώσει το επιχείρημά του, ο Goldberg επικαλείται τον Irving Kristol και τη μετασχηματιστική επιρροή του Leo Strauss: «Ξαφνικά συνειδητοποίησες ότι κοιτούσες την ιστορία της δυτικής πολιτικής σκέψης από το λάθος άκρο του τηλεσκοπίου». Το στρατηγικό ζητούμενο δεν είναι αντιμοντερνισμός — ο ίδιος ο Goldberg αναγνωρίζει τα λάθη των αρχαίων για τη δουλεία, την οικονομία και την αστρονομία. Είναι η υπενθύμιση ότι η νεωτερικότητα δεν έχει το προνόμιο της ολικής αλήθειας.
Αυτή η επιστημολογική ταπεινοφροσύνη είναι ίσως το πιο εύκολα παραγκωνίσιμο — και πιο αναγκαίο — στοιχείο του δοκιμίου.
Η Μεταμόρφωση των Αμαρτημάτων: Μια Ανατομία
Ο Goldberg επιχειρεί μια συστηματική ανάλυση του τρόπου με τον οποίο κάθε αμάρτημα έχει μεταμορφωθεί από ηθική κατηγορία σε ψυχολογικό, ιατρικό ή κοινωνιολογικό φαινόμενο:
Υπερηφάνεια: Από «βασίλισσα των αμαρτημάτων» στον Ακινάτη — η άρνηση υπηρεσίας στον Θεό — έχει μετατραπεί σε αρετή αυτοεκτίμησης και ταυτοτικής επιβεβαίωσης. Το Wikipedia ορίζει την υπερηφάνεια ως «πρωτεύον συναίσθημα ασφάλειας με την ταυτότητα κάποιου». Ό,τι κάποτε ήταν αμαρτία, σήμερα διδάσκεται ως αρετή.
Λαιμαργία: Έχει αποσυνδεθεί πλήρως από οποιαδήποτε ηθική διάσταση. Είτε ιατρικοποιείται (μεταβολική διαταραχή), είτε αισθητικοποιείται (λατρεία του σώματος), είτε πολιτικοποιείται («body positivity»). Ο κοινός παρονομαστής: το σώμα έχει γίνει το είδωλο, όχι ο ναός.
Πόθος: Εκτός από ακραίες παραβιάσεις, σχεδόν κάθε μορφή πόθου εκλαμβάνεται ως αυθεντική αυτοέκφραση. Ακόμα και η «σεξουαλική εξάρτηση» — η μοναδική εναπομείνασα αρνητική κατηγορία — ορίζεται θεραπευτικά, ποτέ ηθικά.
Οργή: Ίσως η πιο ανησυχητική μεταμόρφωση. Ο Goldberg επισημαίνει με τόλμη τη χριστιανική παράδοση («Εμοί εκδίκηση», Ρωμαίους 12:19) και αντιπαραβάλλει πολιτικές ρητορικές εκδίκησης. Η οργή έχει γίνει εργαλείο «κινητοποίησης» στη γλώσσα των κοινωνικών επιστημών. Η καταστροφή που προκαλεί στον ίδιο τον μισούντα σπανίως εξετάζεται.
Πλεονεξία: Εξακολουθεί να έχει αρνητικές συνδηλώσεις, αλλά αποκλειστικά ως κοινωνικό — όχι ηθικό — πρόβλημα. Η κριτική της πλεονεξίας είναι συχνά η ίδια φθόνος μεταμφιεσμένος σε δικαιοσύνη.
Οκνηρία: Από πνευματική αδιαφορία και ατονία της ψυχής, έχει μετατραπεί σε σύμπτωμα συστημικής καταπίεσης ή ψυχολογικής νόσου. Η προσωπική ευθύνη απουσιάζει συστηματικά από τη συζήτηση.
Απόγνωση: Αν και δεν ανήκει στα επτά θανάσιμα, ο Goldberg την εντάσσει ως ίσως την πιο ανησυχητική περίπτωση. Η απόγνωση — ως αίρεση, ως άρνηση της ελπίδας και της δυνατότητας λύτρωσης — εξετάζεται πλέον αποκλειστικά ως συνέπεια «ανισοτήτων», «νεοφιλελευθερισμού» ή «αλλοτρίωσης». Η ιδέα ότι ο ίδιος ο τρόπος που μιλάμε για την απόγνωση μπορεί να την τρέφει, παραμένει αδιανόητη.
Η Κεντρική Θέση: Η Γλώσσα Διαμορφώνει την Πραγματικότητα
Στο κλείσιμο του δοκιμίου, ο Goldberg επιστρέφει στη ρητορική — και εδώ βρίσκεται η πιο αιχμηρή πολιτική επιχειρηματολογία του. Αν η ρητορική είναι «η τέχνη να διερευνά κανείς τι πιστεύουν οι άνθρωποι ότι οφείλουν να πιστεύουν», τότε η γλώσσα με την οποία περιγράφουμε ανθρώπινες αδυναμίες έχει άμεσες συνέπειες στη συμπεριφορά.
Το επιχείρημα είναι ισχυρό: αν λέμε συνεχώς σε ανθρώπους ότι είναι θύματα — της αγοράς, του συστήματος, της ιστορίας — ενισχύουμε αρνητικές συμπεριφορικές μοτίβα αντί να τα αντιμετωπίσουμε. Η επικύρωση της απόγνωσης, της οκνηρίας, του φθόνου δεν είναι συμπόνια. Είναι εγκατάλειψη.
Δυνατά Σημεία και Τυφλά Σημεία
Το δοκίμιο του Goldberg πλεονεκτεί σε πολλά επίπεδα. Η διαγνωστική του ικανότητα είναι εντυπωσιακή: εντοπίζει με ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνική επιστήμη αντικατέστησε ηθικές κατηγορίες με περιγραφικές, αφαιρώντας έτσι το κανονιστικό τους βάρος. Η επίκληση του Ακινάτη, του Καντ, του Σμιθ και του Schoeck δεν είναι διακοσμητική — αποδεικνύει ότι η κλασική παράδοση είχε εξελιγμένη κατανόηση ανθρώπινων παθών.
Ωστόσο, υπάρχουν και τυφλά σημεία. Ο Goldberg δεν εξετάζει επαρκώς κατά πόσον η «θεραπευτική» γλώσσα αποτυπώνει πραγματικές νέες γνώσεις — π.χ. η νευροεπιστήμη για την εξάρτηση, η ψυχολογία για την κατάθλιψη. Η σύνθεση ηθικής και επιστημονικής κατανόησης είναι πιο σύνθετη από όσο το δοκίμιο υπονοεί. Επίσης, η εστίασή του στις αριστερές παθολογίες αφήνει στο περιθώριο αντίστοιχες συντηρητικές — η λατρεία της ατομικής επιτυχίας, για παράδειγμα, έχει τη δική της σχέση με υπερηφάνεια και πλεονεξία.
Το δοκίμιο του Goldberg, παρά τις εκ φύσεως ιδεολογικές προδιαθέσεις του, υπηρετεί μια ανάγκη που υπερβαίνει τα κομματικά χαρακτηριστικά: την ανάγκη για μια γλώσσα ηθικής ευθύνης που να συνυπάρχει με — και να μην αντικαθίσταται από — τη γλώσσα της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας. Στο τέλος, αυτό που διακυβεύεται δεν είναι η νοσταλγία για μια θεολογική εποχή, αλλά η ικανότητα μιας κοινωνίας να μιλά για ανθρώπινη δράση σε κανονιστικούς — και όχι μόνο περιγραφικούς — όρους.
Γιατί μια κοινωνία που δεν μπορεί να πει «αυτό είναι λάθος» — μόνο «αυτό είναι σύμπτωμα» — έχει ήδη υποστεί μια θεμελιώδη ηθική απώλεια, ανεξάρτητα από τις πολιτικές της πεποιθήσεις.
Πηγή: Jonah Goldberg, “Man, Sin, and the Modern Lens,” The Dispatch
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη υβριδικής νοημοσύνης.
Για αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.




