«Δεν ήμουν παρών»: η μεγαλύτερη ασπίδα ασυλίας που παράγει η ελληνική κοινωνία

Η πρόταση του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου για το μπάζωμα δεν αφορά μόνο τον υφυπουργό που παραπέμπεται. Αφορά έναν κανόνα διαφυγής που έχει γίνει η προεπιλεγμένη στάση ζωής σε κάθε επίπεδο —από το Μαξίμου μέχρι το εργοστάσιο και το τιμόνι του αυτοκινήτου.

 
Υπάρχει μια πρόταση δικαστικού λειτουργού που, αν διαβαστεί προσεκτικά, ανατρέπει έναν ολόκληρο τρόπο άσκησης εξουσίας στην Ελλάδα. Ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, εισηγούμενος την παραπομπή του τέως υφυπουργού Πολιτικής Προστασίας για το μπάζωμα στα Τέμπη, δεν αναζήτησε ποιος έδωσε εντολή. Δεν έψαξε υπογραφή, δεν έψαξε προφορική διαταγή, δεν έψαξε κάποιο έγγραφο που να αποδεικνύει πρόθεση. Είπε κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο επικίνδυνο για όσους ασκούν εξουσία: όποιος έχει κρατική αρμοδιότητα, όπου κι αν βρίσκεται, οφείλει να αποτρέψει την παρανομία. Η σιωπή και η αδράνεια δεν εξαφανίζουν την ευθύνη· μπορούν να αποτελούν μέρος της.

Αυτή η φράση καταργεί το πιο βολικό άλλοθι της ελληνικής δημόσιας ζωής. Το «δεν έδωσα εντολή, δεν γνώριζα, δεν ήταν δική μου αρμοδιότητα» έχει λειτουργήσει επί δεκαετίες ως καθολικό διαβατήριο εξόδου από κάθε λογοδοσία. Λειτούργησε στα Τέμπη, λειτούργησε στον ΟΠΕΚΕΠΕ, λειτούργησε στις υποκλοπές. Λειτούργησε γιατί βασιζόταν σε μια σιωπηρή συμφωνία: η εξουσία συγκεντρώνεται όταν μοιράζονται εντολές, θέσεις, πληροφορίες και οφέλη, αλλά διασπείρεται τη στιγμή που χρειάζεται να αποδοθεί ευθύνη. Το επιτελικό κράτος που ελέγχει τα πάντα από το Μαξίμου μετατρέπεται, την ώρα της κρίσης, σε ένα πλέγμα αναρμόδιων, ανενημέρωτων και περαστικών. Είναι μια εξουσία που θέλει τα προνόμια της συγκέντρωσης χωρίς το κόστος της συγκέντρωσης.

Η εισαγγελική πρόταση κόβει αυτή τη δίοδο διαφυγής, γιατί αντιστρέφει το ερώτημα. Δεν ρωτά «τι διέταξες». Ρωτά «τι επέτρεψες όσο ήσουν εκεί, ενώ μπορούσες να το εμποδίσεις».

Το «ήμουν απλώς παρών» παύει να είναι ελαφρυντικό και γίνεται η ίδια η κατηγορία. Είναι μια αρχή που, αν εφαρμοστεί με συνέπεια, δεν αφήνει περιθώριο σε κανέναν κρατικό λειτουργό να κρυφτεί πίσω από τη δική του απραξία.

Όμως το πρόβλημα δεν σταματά στο πολιτικό προσωπικό. Το «δεν ήμουν παρών» —με την έννοια «ήμουν παρών αλλά δεν μετράω, δεν ευθύνομαι, δεν είχα καμία σχέση»— δεν είναι πια πολιτική τεχνική. Είναι κοινωνική νοοτροπία που έχει διαποτίσει κάθε στρώμα της καθημερινότητας, και αυτό ακριβώς είναι το πιο ανησυχητικό κομμάτι της ιστορίας.

Είναι ο επιχειρηματίας που γνωρίζει ότι στο πάτωμα του εργοστασίου ή στο γραφείο δίπλα λαμβάνει χώρα τραμπουκισμός, εκφοβισμός, συστηματική ταπείνωση υφισταμένων, και επιλέγει να μην ακούσει, να μην δει, να μην αναμειχθεί, γιατί «δεν είναι δικό του αντικείμενο» —ενώ η υπογραφή του είναι αυτή που δίνει στον χώρο εργασίας νομιμότητα και τάξη.

Είναι ο πολιτικός μεσαίου βεληνεκούς που στηρίζει με την ψήφο του, με την παρουσία του σε μια σύσκεψη, με το κομματικό του στέλεχος, μια απόφαση που γνωρίζει ότι είναι προβληματική, και μετά, όταν έρθει η ώρα του απολογισμού, ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν ήταν στο δωμάτιο που πάρθηκε η απόφαση.

Είναι ο δημόσιος υπάλληλος που βλέπει την παρατυπία να συντελείται μπροστά του —σε μια προμήθεια, σε μια αδειοδότηση, σε μια επιδότηση— και προτιμά να «μην μπλέξει», γιατί η ενόχληση της αντίδρασης κοστίζει περισσότερο από τη σιωπή.

Και είναι, σε ένα εντελώς διαφορετικό αλλά εξίσου συμπτωματικό επίπεδο, ο νέος στο τιμόνι ή στο κάθισμα του συνοδηγού που βλέπει επικίνδυνη οδήγηση, υπέρβαση ορίων, ένα ρίσκο που μπορεί να κοστίσει ζωές, και δεν λέει τίποτα, γιατί η παρέμβαση θεωρείται αδεξιότητα, ενώ η σιωπή θεωρείται λύση.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο κοινός παρονομαστής είναι ο ίδιος: η παρουσία χωρίς ανάληψη ευθύνης έχει αναχθεί σε στάση επιβίωσης. Δεν είναι απλώς δειλία —είναι μια πλήρης αντίληψη ζωής, σύμφωνα με την οποία η ευθύνη ενεργοποιείται μόνο όταν κάποιος «σε πάρει χαμπάρι» ή όταν δεν υπάρχει πλέον δικαιολογία διαθέσιμη. Όσο δεν σε εντοπίζουν, δεν ευθύνεσαι. Και αυτή η αντίληψη δεν κατεβαίνει τυχαία από την κορυφή στη βάση της κοινωνίας· είναι το ίδιο το κράτος που τη διδάσκει, κάθε φορά που εξασφαλίζει ασυλία στα δικά του στελέχη. Μια κυβέρνηση που επικαλείται διαρκώς τον «νόμο και την τάξη» για τους πολίτες, αλλά κατασκευάζει ζώνες θολής αρμοδιότητας για τον εαυτό της, δεν διαφθείρει μόνο τους θεσμούς· διδάσκει σε ολόκληρη την κοινωνία πώς να μην αναλαμβάνει ευθύνη.

Το αντίδοτο σε αυτό δεν μπορεί να έρθει μόνο από δικαστικές αποφάσεις ή νομοθετικές μεταρρυθμίσεις, όσο κρίσιμες κι αν είναι αυτές. Χρειάζεται η ίδια η κοινωνία να αναπτύξει αντισώματα απέναντι σε μια νοοτροπία που έχει γίνει τόσο φυσιολογική ώστε να μην αναγνωρίζεται πια ως πρόβλημα. Χρειάζεται ο καθένας —στο εργοστάσιο, στο δημόσιο γραφείο, στο κόμμα, στο αυτοκίνητο— να αντιμετωπίζει την παρουσία του ως δέσμευση και όχι ως άλλοθι. Το ερώτημα που θέτει η mywaypress.gr δεν είναι αν κάποιος έδωσε εντολή. Είναι αν, ενώ βρισκόταν εκεί, ενώ μπορούσε, επέλεξε να μην κάνει τίποτα.

Το «δεν ήμουν παρών» δεν είναι άλλοθι· είναι ομολογία. Ομολογία ότι κάποιος είδε, μπορούσε, και επέλεξε τη σιωπή — και όσο η κοινωνία δέχεται αυτή τη σιωπή ως αθωότητα, τόσο πιο εύκολα κάθε εξουσία, μεγάλη ή μικρή, θα συνεχίζει να την επιλέγει.

Ανάλυση και σύνθεση: mywaypress.gr

© 2026 mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει

Σχετικά Άρθρα