Ο αποταμιευτικός λογαριασμός που θέλει να κάνει τον Έλληνα… επενδυτή
Το ΙΟΒΕ προτείνει ΑΠΕΛ και ΠΑΠΕΛ για τα ελληνικά νοικοκυριά. Τι δείχνει η ευρωπαϊκή εμπειρία και πού διαφέρει η ελληνική πρόταση από αντίστοιχα εγχειρήματα, όπως οι λογαριασμοί Trump στις ΗΠΑ
Ανάμεσα στους μακροοικονομικούς πίνακες της τριμηνιαίας του έκθεσης, το ΙΟΒΕ έκρυψε μια πρόταση με πολιτική βαρύτητα μεγαλύτερη από όση της αναλογεί ο χώρος που της αφιερώνει: τη δημιουργία δύο νέων αποταμιευτικών-επενδυτικών εργαλείων, του Αποταμιευτικού Επενδυτικού Λογαριασμού (ΑΠΕΛ) για ενήλικες και του Παιδικού Αποταμιευτικού Επενδυτικού Λογαριασμού (ΠΑΠΕΛ) για κάθε νεογέννητο. Η λογική είναι απλή στη διατύπωσή της και πολύπλοκη στην εφαρμογή της: να μετατοπιστεί μέρος της ελληνικής αποταμίευσης, που σήμερα κάθεται σχεδόν αποκλειστικά σε καταθετικούς λογαριασμούς χαμηλής απόδοσης, προς παραγωγικές τοποθετήσεις, με τη μεσολάβηση φορολογικού κινήτρου.
Η Ελλάδα δεν είναι πρωτοπόρος — είναι απούσα
Η πρόταση δεν εφευρίσκει κάτι καινούργιο σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ήδη 11 από τις 27 χώρες της ΕΕ —Δανία, Σουηδία, Φινλανδία, Γαλλία, Ιταλία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Σλοβενία, Σλοβακία και Ουγγαρία— διαθέτουν κάποια μορφή αποταμιευτικού-επενδυτικού λογαριασμού με φορολογικά κίνητρα, ενώ Πολωνία, Κροατία και Ιρλανδία επεξεργάζονται τη θέσπιση αντίστοιχων εργαλείων. Το ζήτημα δεν είναι επομένως αν η ιδέα λειτουργεί σε ευρωπαϊκό πλαίσιο — προφανώς λειτουργεί, αφού διαδίδεται. Το ζήτημα είναι αν η Ελλάδα, με τα δικά της διαρθρωτικά χαρακτηριστικά, μπορεί να αναπαράγει τα ίδια αποτελέσματα.
Το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η πρόταση δεν είναι τυχαίο: η Έκθεση Draghi του 2024 για την ανταγωνιστικότητα της ΕΕ έθεσε ρητά την τόνωση της αποταμίευσης νοικοκυριών ως προτεραιότητα, και η υπό διαμόρφωση Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων της Ένωσης κινείται προς την ίδια κατεύθυνση. Το ΙΟΒΕ, επομένως, δεν προτείνει απλώς ένα εγχώριο εργαλείο φορολογικής πολιτικής, αλλά τοποθετεί την Ελλάδα εγκαίρως μέσα σε μια ευρωπαϊκή συζήτηση που, αργά ή γρήγορα, θα καταλήξει σε δεσμευτικό πλαίσιο ή σε συστάσεις.
Πώς θα λειτουργούσε: δύο λογαριασμοί, μία λογική
Ο ΑΠΕΛ απευθύνεται σε ενήλικες φορολογούμενους, με έμφαση στα μεσαία εισοδηματικά κλιμάκια. Η συμμετοχή είναι προαιρετική· ο πολίτης επιλέγει ανάμεσα σε πιστοποιημένους επενδυτικούς τίτλους —χαρτοφυλάκια χαμηλού έως μέτριου ρίσκου, με δυνατότητα στήριξης εγχώριων επιχειρήσεων, «πράσινων» επενδύσεων ή υποδομών— και λαμβάνει έκπτωση φόρου ανάλογη του ποσού που αποταμιεύει, η οποία αυξάνεται όσο περισσότερο διακρατεί την επένδυση, έως πέντε έτη. Το ΙΟΒΕ εξετάζει τρία σενάρια έντασης του κινήτρου: 10%, 20% ή 30% έκπτωση φόρου, με πλαφόν στην ετήσια έκπτωση στα 3.000 ευρώ και στην επιλέξιμη επένδυση στο 20% του φορολογητέου εισοδήματος.
Ο ΠΑΠΕΛ είναι εννοιολογικά διαφορετικός: ανοίγει αυτόματα λογαριασμό για κάθε νεογέννητο, στον οποίο οι γονείς επιλέγουν να εισφέρουν προαιρετικά, με το δημόσιο να «διπλασιάζει» —έως ένα πλαφόν 5 ή 10 ευρώ μηνιαίως— κάθε ευρώ που καταθέτουν, και με πρόσθετο σενάριο εφάπαξ επιδότησης 200 ευρώ κατά τη γέννηση. Οι πόροι παραμένουν δεσμευμένοι έως την ενηλικίωση, οπότε ο δικαιούχος αποκτά πλήρη πρόσβαση χωρίς περιορισμούς.
| Χαρακτηριστικό | ΑΠΕΛ (ενήλικες) | ΠΑΠΕΛ (ανήλικοι) |
| Δικαιούχος | Ενήλικας φορολογούμενος, κυρίως μεσαία εισοδήματα | Κάθε νεογέννητο, λογαριασμός από τη γέννηση |
| Κίνητρο | Έκπτωση φόρου 10-30% επί του αποταμιευόμενου ποσού | Ισόποση κρατική συνεισφορά στην εισφορά του γονέα |
| Πλαφόν | €3.000 ετήσια έκπτωση· επιλέξιμη επένδυση έως 20% του εισοδήματος | €5-10 μηνιαία συνεισφορά δημοσίου· έως €200 εφάπαξ στη γέννηση |
| Χρονικός ορίζοντας | Αυξανόμενο κίνητρο με διακράτηση έως 5 έτη | Δέσμευση έως την ενηλικίωση |
| Επιλεξιμότητα τοποθετήσεων | Χαρτοφυλάκια χαμηλού-μέτριου ρίσκου, εγχώριοι/ευρωπαϊκοί τίτλοι | Ανάλογα με τον ΑΠΕΛ |
Βασικά χαρακτηριστικά της πρότασης ΙΟΒΕ. Πηγή: ΙΟΒΕ (2026). Επεξεργασία: mywaypress.gr
Το οικονομικό επιχείρημα: πολλαπλασιαστής άνω του 2
Το ΙΟΒΕ συνοδεύει την πρόταση με μακροοικονομική προσομοίωση, βασισμένη σε υπόδειγμα στοχαστικής γενικής ισορροπίας. Σε ένα «μετριοπαθές σενάριο» ταυτόχρονης εφαρμογής ΑΠΕΛ και ΠΑΠΕΛ, με ετήσιο δημοσιονομικό κόστος περίπου 140 εκατ. ευρώ, το ίδρυμα εκτιμά καθαρές νέες ετήσιες επενδύσεις άνω των 300 εκατ. ευρώ και ενίσχυση του ΑΕΠ κατά περίπου 0,1 ποσοστιαία μονάδα σε βάθος πενταετίας. Σε ακόμη πιο αισιόδοξη διατύπωση, κάθε ευρώ δημοσιονομικού κόστους εκτιμάται ότι αποδίδει τουλάχιστον δύο ευρώ σε πραγματικό εθνικό εισόδημα, με τον συντελεστή απόδοσης του ΠΑΠΕΛ να αυξάνεται περαιτέρω σε βάθος χρόνου — λογικό, αφού η επίδρασή του ωριμάζει μαζί με τον δικαιούχο.
Πολλαπλασιαστής 2:1 σε πενταετία είναι μια ισχυρή πρόβλεψη για ένα μέτρο φορολογικής πολιτικής — και ακριβώς γι’ αυτό αξίζει να εξεταστεί με το ίδιο σκεπτικισμό που θα εφαρμόζαμε σε κάθε κυβερνητική εξαγγελία με αντίστοιχο αριθμό.
Η επιφύλαξη δεν αφορά τη μεθοδολογία καθαυτή, αλλά κάτι πιο βασικό: κάθε προσομοίωση γενικής ισορροπίας είναι τόσο καλή όσο οι παραδοχές συμπεριφοράς που ενσωματώνει. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν το κίνητρο θα αυξήσει την αποταμίευση σε λογαριασμούς ΑΠΕΛ —σχεδόν σίγουρα θα το κάνει, αφού προσφέρει δωρεάν απόδοση μέσω της φοροέκπτωσης— αλλά αν αυτή η αποταμίευση θα είναι καθαρά νέα ή απλώς μετατόπιση κεφαλαίων που θα τοποθετούνταν έτσι κι αλλιώς σε καταθέσεις ή σε άλλα επενδυτικά προϊόντα. Αν πρόκειται κυρίως για μετατόπιση, το πραγματικό όφελος για την πραγματική οικονομία είναι μικρότερο από ό,τι δείχνει το υπόδειγμα, ενώ το δημοσιονομικό κόστος —η απώλεια εσόδων από τη φοροέκπτωση— παραμένει πλήρες.
Ποιος ωφελείται πραγματικά: το ερώτημα της στόχευσης
Η ίδια η έκθεση δηλώνει ρητά ότι ο ΑΠΕΛ στοχεύει «στα νοικοκυριά με μεσαία εισοδηματικά κλιμάκια (μεσαία τάξη)». Πρόκειται για έντιμη παραδοχή, αλλά και για τον πυρήνα κάθε κριτικής σε παρόμοια εργαλεία διεθνώς: μια φοροέκπτωση συνδεδεμένη με αποταμιευτική ικανότητα ευνοεί, εξ ορισμού, όσους έχουν ήδη πλεόνασμα εισοδήματος για να αποταμιεύσουν. Νοικοκυριά που ζουν μηνιαίως χωρίς περιθώριο —και στην Ελλάδα αυτά δεν είναι μειοψηφία, όπως δείχνουν και τα στοιχεία της ίδιας έκθεσης για τη στεγαστική πίεση και το κόστος διαβίωσης— δεν θα μπορέσουν ποτέ να αξιοποιήσουν το κίνητρο, όσο γενναιόδωρο κι αν είναι το ποσοστό έκπτωσης.
Ο ΠΑΠΕΛ μετριάζει εν μέρει αυτή την ανησυχία, καθώς η κρατική συνεισφορά σε επίπεδο 5-10 ευρώ μηνιαίως είναι προσβάσιμη σε ευρύτερο φάσμα εισοδημάτων, και το σενάριο εφάπαξ επιδότησης 200 ευρώ ανά γέννηση δεν απαιτεί καν συνεχή γονεϊκή εισφορά. Ταυτόχρονα, όμως, ο ΠΑΠΕΛ εγείρει ένα δικό του ερώτημα στόχευσης: αν στόχος είναι, όπως αναφέρεται, «άμβλυνση των δημογραφικών προκλήσεων», ένα εργαλείο 200 ευρώ ή μηνιαίας συνεισφοράς δύσκολα θα λειτουργήσει ως αντικίνητρο απέναντι στο πραγματικό κόστος ανατροφής παιδιού στη σημερινή Ελλάδα — λειτουργεί περισσότερο ως συμπληρωματικό εργαλείο οικονομικής παιδείας και μακροχρόνιας αποταμίευσης, παρά ως ουσιαστικό δημογραφικό κίνητρο.
Η σύγκριση με τους λογαριασμούς Trump
Η αρχιτεκτονική του ΠΑΠΕΛ θυμίζει, αναπόφευκτα, τους λεγόμενους λογαριασμούς «Trump» στις ΗΠΑ, όπου το ομοσπονδιακό δημόσιο συνεισφέρει σε επενδυτικό λογαριασμό κάθε νεογέννητου Αμερικανού, με στόχο τη δημιουργία κεφαλαίου διαθέσιμου στην ενηλικίωση. Η ομοιότητα στη μηχανική είναι εμφανής: δημόσια συνεισφορά, μακροχρόνιος ορίζοντας, ελευθερία χρήσης στην ενηλικίωση. Η διαφορά βρίσκεται στη λεπτομέρεια της χρηματοδότησης και στην κλίμακα φιλοδοξίας: το αμερικανικό μοντέλο λειτουργεί ως καθολικό, μη ανταποδοτικό δικαίωμα ανά γέννηση, ενώ η ελληνική πρόταση διατηρεί ανταποδοτική λογική —το δημόσιο συνεισφέρει μόνο όταν συνεισφέρει και ο γονέας— γεγονός που τη διατηρεί δημοσιονομικά ελεγχόμενη, αλλά αναπαράγει και σε αυτήν την εκδοχή το ίδιο ζήτημα στόχευσης: όσοι γονείς έχουν ήδη τη δυνατότητα να αποταμιεύσουν είναι αυτοί που θα λάβουν και τη μεγαλύτερη κρατική ενίσχυση.
Η σύγκριση είναι χρήσιμη γιατί αναδεικνύει μια βαθύτερη ερώτηση πολιτικής φιλοσοφίας που κρύβεται πίσω από τον τεχνικό σχεδιασμό και των δύο εργαλείων: αν ο στόχος είναι η δημιουργία ενός καθολικού «εναρκτήριου κεφαλαίου» για κάθε νέο πολίτη —μια ιδέα με ιστορικές ρίζες στην πρόταση του «stakeholder grant» που έχει συζητηθεί ακαδημαϊκά επί δεκαετίες— τότε η ανταποδοτική λογική την υπονομεύει. Αν, αντίθετα, ο στόχος είναι στενότερα η καλλιέργεια αποταμιευτικής συνήθειας στη μεσαία τάξη, τότε η ανταποδοτικότητα είναι συνεπής επιλογή σχεδιασμού.
Τι θα κρίνει αν το εργαλείο πετύχει
Το ΙΟΒΕ θέτει ορθά τρεις προϋποθέσεις επιτυχίας: απλότητα στη χρήση και διαφάνεια για τον μέσο πολίτη, ευελιξία στην επιλογή διαχειριστή και προφίλ ρίσκου, και συνέργεια με την ήδη υπάρχουσα συνταξιοδοτική αποταμίευση αντί για ανταγωνισμό μαζί της. Στην πράξη, όμως, η ελληνική εμπειρία με παρόμοια εργαλεία —από τα στεγαστικά προγράμματα έως τα φορολογικά κίνητρα για ιδιωτική ασφάλιση— δείχνει ότι η απόσταση ανάμεσα στον σχεδιασμό επί χάρτου και στην πραγματική υιοθέτηση από τον μέσο πολίτη είναι συχνά το σημείο όπου αποτυγχάνουν καλοσχεδιασμένες πολιτικές. Ο κρίσιμος παράγοντας δεν θα είναι το ύψος του φορολογικού κινήτρου, αλλά το αν η διαδικασία ανοίγματος και διαχείρισης ενός τέτοιου λογαριασμού θα είναι πραγματικά προσβάσιμη —ψηφιακά, χωρίς γραφειοκρατικό κόστος— σε έναν πληθυσμό με ιστορικά χαμηλό επίπεδο χρηματοοικονομικής παιδείας, όπως καταγράφει άλλωστε και η ίδια η τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ στην ενότητα για την έρευνα και ανάπτυξη.
#LensMyWayPress — Η μεγάλη εικόνα
Η πρόταση ΑΠΕΛ/ΠΑΠΕΛ έρχεται τη στιγμή που η ίδια η τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ καταγράφει στασιμότητα των συνολικών επενδύσεων και εξάρτηση της επενδυτικής δυναμικής από το ΤΑΑ. Αν το εργαλείο σχεδιαστεί ώστε να κατευθύνει τμήμα των κεφαλαίων του σε εγχώριες μικρομεσαίες επιχειρήσεις —όπως αφήνει ανοιχτό το ΙΟΒΕ μέσω αναφοράς στον Γενικό Απαλλακτικό Κανονισμό της ΕΕ— θα μπορούσε να λειτουργήσει ως γέφυρα ακριβώς για το κενό που θα αφήσει η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης: μια εγχώρια, ιδιωτική πηγή υπομονετικού κεφαλαίου. Αυτό όμως προϋποθέτει σχεδιασμό που σήμερα δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί.
© 2026 mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει




