Ο Δείκτης RCI «ψυχραίνεται». Το πραγματικό εύρημα κρύβεται πίσω του
Η έρευνα RCI του Alba Graduate Business School για το α’ εξάμηνο του 2026 καταγράφει επιβράδυνση στις προθέσεις πρόσληψης. Ο τίτλος, όμως, δεν είναι το σημαντικότερο εύρημά της. Για πρώτη φορά η έρευνα μέτρησε πόσο πιο δύσκολα «ακμάζουν» τα στελέχη μέσα στην εργασία τους απ’ ό,τι στη ζωή τους γενικότερα — και το χάσμα αυτό λέει περισσότερα για τη σταθερότητα της ελληνικής αγοράς εργασίας απ’ όσο κάθε δείκτης προσλήψεων.
Ανάλυση: mywaypress.gr · 6′ ανάγνωση
Η ουσία
- Η αναστροφή είναι πραγματική, αλλά μετρημένη. Ο Γενικός Δείκτης RCI υποχώρησε στις 123,2 μονάδες από 126,5, επιστρέφοντας ουσιαστικά στα επίπεδα του α’ εξαμήνου του 2025 — μηδενίζοντας μέσα σε ένα έτος όλη την «πλεονάζουσα» αισιοδοξία που είχαν συσσωρεύσει οι επιχειρήσεις.
- Η μετατόπιση δεν είναι συμμετρική. Η αισιοδοξία υποχώρησε κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα (60%→58,5%), όμως η απαισιοδοξία αυξήθηκε κατά 4,4 μονάδες (21,1%→25,5%). Δεν «ψυχραίνεται» απλώς το κλίμα· ανασυντάσσεται προς μια πιο ανήσυχη παρυφή.
- Το πραγματικό εύρημα δεν είναι στις προσλήψεις. Για πρώτη φορά η έρευνα μέτρησε «ακμαιότητα» (flourishing) με τη μεθοδολογία του Global Flourishing Study του Harvard: 7,08/10 ικανοποίηση από τη ζωή γενικά, έναντι μόλις 6,06/10 από την εργασία — χάσμα που εμφανίζεται σε κάθε επιμέρους διάσταση, όχι μόνο στον μισθό.
- Ο πραγματικός διαχωριστής δεν είναι η θέση εργασίας. Είναι η αίσθηση οικονομικής ασφάλειας: όσοι νιώθουν οικονομικά ασφαλείς καταγράφουν Δείκτη Ευημερίας 7,53, έναντι 6,70 για τους ανασφαλείς.
- Η ανησυχία δεν μεταφράζεται σε δράση. Ένα στα τρία στελέχη δηλώνει ότι επηρεάζεται «πολύ» ή «δραματικά» από τις τρέχουσες οικονομικές συνθήκες, αλλά η πλειοψηφία των επιχειρήσεων δεν φαίνεται να σχεδιάζει συγκεκριμένα μέτρα αντιμετώπισης.
Γιατί έχει σημασία
Το RCI δεν είναι ένα ακόμη δελτίο Τύπου με ποσοστά. Είναι το μακροβιότερο βαρόμετρο προθέσεων πρόσληψης που διαθέτει η ελληνική αγορά εργασίας, με ρίζες στο Cranfield School of Management και την εφημερίδα Daily Telegraph από το 1999, εφαρμοσμένο ανελλιπώς στην Ελλάδα από το 2006 και, κατά καιρούς, σε Ισπανία, Πορτογαλία και Ουκρανία. Η συνέχεια αυτή είναι η αξία του: δεν μας λέει πόσο «καλή» είναι η αγορά εργασίας σε μια δεδομένη στιγμή, αλλά πού κινείται σε σχέση με τον εαυτό της. Και αυτή τη φορά κινείται προς τα κάτω, ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτει κάτι που καμία προηγούμενη μέτρηση δεν είχε καταγράψει με τόση σαφήνεια.
Η ασύμμετρη ψυχολογία της επιβράδυνσης
Μια πτώση 3,3 μονάδων σε έναν δείκτη που παραμένει πάνω από τη «γραμμή του 100» δεν αποτελεί, από μόνη της, ανατροπή. Οι επιχειρήσεις εξακολουθούν, στην πλειοψηφία τους, να αναμένουν αύξηση στις προσλήψεις για το επόμενο εξάμηνο. Αυτό που αλλάζει ποιοτικά την ανάγνωση είναι η ασυμμετρία ανάμεσα στις δύο πλευρές του συναισθήματος: η αισιοδοξία διαβρώνεται με ρυθμό πολύ πιο αργό απ’ όσο επιταχύνεται η απαισιοδοξία. Σε μια αγορά που απλώς «ηρεμούσε», θα περιμέναμε τα δύο μεγέθη να κινηθούν αντιστρόφως ανάλογα και με παρόμοια ένταση. Εδώ δεν συμβαίνει αυτό: η μετατόπιση των 4,4 μονάδων προς την απαισιοδοξία είναι σχεδόν τριπλάσια της μετατόπισης των 1,5 μονάδων που «έχασε» η αισιοδοξία. Αυτό είναι το αποτύπωμα ενός κλίματος που δεν χαλαρώνει· ανησυχεί.
Δύο δείκτες, μία συστολή
Η πτώση δεν περιορίζεται στον Γενικό Δείκτη. Ο Δείκτης Εξειδικευμένου και Στελεχιακού Προσωπικού ακολούθησε παρόμοια τροχιά, από 120,6 σε 117,9 — που σημαίνει ότι η επιφυλακτικότητα δεν αφορά μόνο τις μαζικές προσλήψεις, αλλά και το κομμάτι της αγοράς που παραδοσιακά θεωρείται πιο «άκαμπτο» στη ζήτηση, καθώς εξειδικευμένα και στελεχιακά προφίλ είναι δυσκολότερο να αντικατασταθούν. Η έρευνα δεν εξηγεί η ίδια τα αίτια αυτής της σύγκλισης προς τα κάτω, και οποιαδήποτε αιτιακή σύνδεση παραμένει υπόθεση εργασίας, όχι τεκμηριωμένο συμπέρασμα της μελέτης. Ωστόσο η χρονική στιγμή δεν είναι τυχαία: η μέτρηση διεξήχθη τον Ιούλιο του 2026, σε μια περίοδο όπου η ελληνική οικονομία διαχειρίζεται ταυτόχρονα την απόσβεση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας προς το τέλος της περιόδου απορρόφησης, την έκθεση της βιομηχανίας σε ΕΣΕ/CBAM, και μια γενικότερη γεωπολιτική αβεβαιότητα που βαραίνει τον επιχειρηματικό προγραμματισμό σε ολόκληρη την περιοχή. Το RCI δεν αποδεικνύει ότι αυτοί οι παράγοντες προκάλεσαν την πτώση — καταγράφει, όμως, ένα κλίμα συμβατό με αυτούς.
Το εύρημα που προσπερνάει ο τίτλος: το χάσμα ζωής-εργασίας
Αν η πτώση του δείκτη είναι η είδηση της ημέρας, το χάσμα ανάμεσα στην ικανοποίηση από τη ζωή (7,08/10) και στην ικανοποίηση από την εργασία (6,06/10) είναι η είδηση της χρονιάς. Πρόκειται για διαφορά άνω της μιας μονάδας σε κλίμακα δέκα βαθμών — και το κρίσιμο σημείο δεν είναι το μέγεθός της, αλλά το εύρος της: η έρευνα διευκρινίζει ότι το χάσμα εμφανίζεται σε όλες τις επιμέρους διαστάσεις της ακμαιότητας κατά Harvard — ευτυχία, υγεία, νόημα, χαρακτήρα, σχέσεις. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρόκειται για μια στενή δυσαρέσκεια γύρω από την αμοιβή ή το ωράριο, αλλά για μια συνολική υποβάθμιση της εμπειρίας εργασίας σε σχέση με την εμπειρία ζωής. Είναι ακριβώς αυτού του τύπου το εύρημα που δεν εμφανίζεται στα δελτία ΕΛΣΤΑΤ για την απασχόληση, ούτε στους δείκτες προσλήψεων: η στατιστική «υγεία» μιας αγοράς εργασίας —περισσότερες θέσεις, θετικές προθέσεις πρόσληψης— μπορεί να συνυπάρχει άνετα με μια εργασιακή εμπειρία που οι ίδιοι οι συμμετέχοντες αξιολογούν ως αισθητά κατώτερη της υπόλοιπης ζωής τους.
Το χάσμα δεν εντοπίζεται σε μία διάσταση της εργασιακής εμπειρίας. Εμφανίζεται σε όλες — από την υγεία έως το νόημα. Αυτό το κάνει δομικό εύρημα, όχι συγκυριακό παράπονο.
Ασφάλεια εισοδήματος: ο πραγματικός διαχωριστής
Η έρευνα προσφέρει και μια δεύτερη, εξίσου σημαντική, τομή: η μεγαλύτερη διαφοροποίηση στην ευημερία δεν προκύπτει από το αν κάποιος έχει δουλειά, αλλά από το αν νιώθει οικονομικά ασφαλής μέσα σε αυτήν — 7,53 έναντι 6,70. Η διαφορά αυτή, μικρότερη σε απόλυτο μέγεθος από το χάσμα ζωής-εργασίας αλλά εξίσου διαφωτιστική, τοποθετεί το εύρημα του RCI μέσα στη γνωστή —και επίμονη— ελληνική αφήγηση: η μακροοικονομική ανάκαμψη και η μικροοικονομική εμπειρία του νοικοκυριού δεν κινούνται πάντα στον ίδιο ρυθμό. Ένας δείκτης θέσεων εργασίας μπορεί να παραμένει πάνω από τη «γραμμή του 100» για χρόνια, ενώ η υποκειμενική αίσθηση οικονομικής ασφάλειας παραμένει εύθραυστη σε περιβάλλον επίμονης ακρίβειας και συμπιεσμένης αγοραστικής δύναμης. Το εύρημα δεν αποδεικνύει από μόνο του διεύρυνση ανισότητας — είναι μια στιγμιαία φωτογραφία 94 απαντήσεων— αλλά συνάδει με μια ερμηνεία που η ελληνική δημόσια συζήτηση επιστρέφει σε αυτήν συχνά: η ποιότητα της ζωής στην εργασία δεν κρίνεται τόσο από τη σταθερότητα της θέσης όσο από το αν το εισόδημα «αρκεί» απέναντι στο κόστος ζωής.
Η σιωπή μετά τον συναγερμό
Το 33% των στελεχών δηλώνει ότι επηρεάζεται «πολύ» ή «δραματικά» από τις τρέχουσες οικονομικές συνθήκες. Είναι ένα ποσοστό αρκετά υψηλό ώστε να δικαιολογεί ανησυχία, αλλά η έρευνα σημειώνει ότι η πλειοψηφία των επιχειρήσεων δεν φαίνεται να προγραμματίζει συγκεκριμένα μέτρα αντιμετώπισης. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο εύλογες αναγνώσεις αυτού του χάσματος ανάμεσα σε ανησυχία και δράση, και η έρευνα δεν επιτρέπει να διαλέξουμε ανάμεσά τους με βεβαιότητα. Η πρώτη είναι μια ερμηνεία «αναβλητικότητας»: επιχειρήσεις που αναγνωρίζουν την πίεση αλλά περιμένουν μεγαλύτερη σαφήνεια —δημοσιονομική, γεωπολιτική, ρυθμιστική— προτού δεσμευτούν σε συγκεκριμένο σχέδιο, μια στάση εξορθολογισμένη σε συνθήκες αβεβαιότητας. Η δεύτερη είναι μια πιο ανησυχητική ερμηνεία θεσμικής αδράνειας: η απουσία σχεδίου ως σύμπτωμα μιας διοικητικής κουλτούρας η οποία αντιδρά στα γεγονότα αντί να τα προλαβαίνει, ιδιαίτερα σε έναν επιχειρηματικό ιστό όπου κυριαρχούν μικρού και μεσαίου μεγέθους, συχνά οικογενειακές, δομές διοίκησης. Η ίδια η έρευνα δεν εξετάζει ποια από τις δύο υπερισχύει — αλλά το ερώτημα αξίζει να παραμείνει ανοιχτό, γιατί η απάντηση καθορίζει αν το «χάσμα ζωής-εργασίας» θα διορθωθεί οργανικά ή θα παγιωθεί.
Κριτική αποτίμηση: τι δείχνει και τι δεν δείχνει η έρευνα
Η μεθοδολογική εντιμότητα απαιτεί δύο επιφυλάξεις. Πρώτον, το δείγμα είναι μικρό και αυτοεπιλεγμένο: 94 στελέχη ελληνικών επιχειρήσεων, τα οποία απάντησαν σε ένα χρονικό παράθυρο πέντε ημερών (3-7 Ιουλίου 2026). Αυτό δεν ακυρώνει το εύρημα —η εικοσαετής συνέχεια της μεθοδολογίας δίνει αξία στην κατεύθυνση της μεταβολής, ακόμη κι όταν το απόλυτο επίπεδο του δείγματος έχει περιορισμούς— αλλά επιβάλλει προσοχή στην υπερ-γενίκευση των απόλυτων ποσοστών ως αντιπροσωπευτικών του συνόλου της ελληνικής αγοράς εργασίας. Δεύτερον, και σημαντικότερο, η μελέτη χρηματοδοτείται από εταιρικό χορηγό (Continental) με την υποστήριξη κλαδικού φορέα (ΕΕΔΑΔ) — στοιχείο που δεν υποδηλώνει μεροληψία, αλλά οφείλει να αναφέρεται για λόγους διαφάνειας σε κάθε ανάγνωση των ευρημάτων της.
Τι να παρακολουθήσετε ως τον Δεκέμβριο
- Αν η ασυμμετρία επιταχύνεται. Η επόμενη μέτρηση, τον Δεκέμβριο του 2026, θα δείξει αν η απαισιοδοξία συνεχίζει να μεγαλώνει ταχύτερα απ’ όσο συρρικνώνεται η αισιοδοξία — το πραγματικό σήμα καμπής, πέρα από το επίπεδο του δείκτη.
- Αν οι δείκτες πλησιάσουν τη «γραμμή του 100». Και οι δύο δείκτες παραμένουν σταθερά πάνω από αυτήν, αλλά η απόσταση μειώνεται· η επόμενη μέτρηση θα δείξει αν η τάση συνεχίζεται προς αυτή την κατεύθυνση.
- Αν το χάσμα ζωής-εργασίας μεταφραστεί σε κινητικότητα. Στελέχη που αξιολογούν χαμηλά την ακμαιότητά τους στην εργασία αποτελούν, εξ ορισμού, την πιο ευάλωτη ομάδα σε αποχώρηση — είτε προς άλλον εργοδότη είτε προς το εξωτερικό, ενισχύοντας ένα ζήτημα που η ελληνική αγορά εργασίας γνωρίζει καλά από τη συζήτηση για το brain drain.
- Αν η μέτρηση της ακμαιότητας παραμείνει μόνιμο σκέλος του RCI. Η ίδια η απόφαση να ενταχθεί η ευημερία στη μεθοδολογία είναι ένδειξη ότι οι εργοδοτικοί φορείς αναγνωρίζουν πια τη διατήρηση προσωπικού ως ζήτημα ποιότητας εμπειρίας και όχι μόνο μισθολογικού ανταγωνισμού.
Η μεγάλη εικόνα
Έχει αξία ποιος μίλησε. Το δελτίο Τύπου τιτλοφορεί το εύρημα ως «χάσμα ικανοποίησης ανάμεσα σε ζωή και εργασία» των εργαζομένων — αλλά η ίδια η μεθοδολογική περιγραφή αναφέρει ότι οι απαντήσεις προέρχονται από «94 στελέχη ελληνικών επιχειρήσεων», τους ίδιους ανθρώπους που απάντησαν και για τις προθέσεις πρόσληψης. Αν αυτό ισχύει, η ακμαιότητα που μετρήθηκε δεν είναι της ελληνικής εργατικής δύναμης γενικά — είναι της ηγεσίας της. Και αν ακόμη και η ηγεσία, με τη μεγαλύτερη αυτονομία, τους καλύτερους μισθούς και τον μεγαλύτερο έλεγχο επί του δικού της περιβάλλοντος εργασίας, δηλώνει χάσμα ζωής-εργασίας 1,02 μονάδων, τότε το αντίστοιχο χάσμα για τον μέσο μισθωτό —που δεν συμμετείχε στην έρευνα και δεν έχει την ίδια αυτονομία— είναι πιθανότατα μεγαλύτερο, όχι μικρότερο. Αυτή η ερμηνευτική ασάφεια δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια· είναι το κενό που η επόμενη μέτρηση του RCI —ή μια ανεξάρτητη έρευνα με τη συμμετοχή των ίδιων των εργαζομένων, όχι μόνο των εργοδοτών τους— οφείλει να κλείσει.
Πηγή δεδομένων: Δελτίο Τύπου Alba Graduate Business School, The American College of Greece, «Έρευνα RCI 2026Α», 9 Σεπτεμβρίου 2026. Ανάλυση, σύνθεση και κριτική αποτίμηση: mywaypress.gr.
Συντακτική σημείωση & πολιτική AI: Κάθε δημοσιευμένο άρθρο στο mywaypress.gr αποτελεί προϊόν ουσιαστικού συντακτικού ελέγχου και ανθρώπινης επιμέλειας, η οποία φέρει την αποκλειστική συντακτική ευθύνη του περιεχομένου (EU AI Act, Art. 50.4). Τηρούμε πλήρως τους κανόνες διαφάνειας και τις εκάστοτε οδηγίες των Εθνικών Αρχών Εποπτείας της Αγοράς.
Φωτογραφία / Εικονογράφηση: Δημιουργήθηκε με χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης (AI Generated Image).
Ανάλυση και σύνθεση: mywaypress.gr
© 2026 mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει




