«Στις 3 χώρες με τα λιγότερα εργατικά δυστυχήματα»; Ο ισχυρισμός Μητσοτάκη δεν αποδεικνύεται – και αυτό είναι πολιτικά βαρύ
Ο ισχυρισμός “Top 3 στην ΕΕ το 2024–2025” , τα δεδομένα και το κρίσιμο “αλλά”
Η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τα εργατικά δυστυχήματα έχει μια πάγια παγίδα: οι αριθμοί είναι εύκολοι να ειπωθούν, δύσκολοι να αποδειχθούν και –κυρίως– ακόμη δυσκολότεροι να ερμηνευτούν σωστά. Σε πρόσφατη ανάρτησή του για το κυβερνητικό έργο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης καταγγέλλει «νέα προσπάθεια εργαλειοποίησης του πόνου των οικογενειών» μετά το τραγικό περιστατικό στα Τρίκαλα και προχωρά σε έναν βαρύ πολιτικό ισχυρισμό:
«Την τελευταία διετία η Ελλάδα είναι μεταξύ των 3 χωρών της Ε.Ε. με τους μικρότερους αριθμούς εργατικών δυστυχημάτων».
Η φράση αυτή δεν είναι μια γενική εκτίμηση. Είναι συγκεκριμένη κατάταξη (“στις 3 πρώτες”), σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (“τελευταία διετία”) για συγκεκριμένο πεδίο (“εργατικά δυστυχήματα”). Άρα είτε τεκμηριώνεται με καθαρά συγκρίσιμα δεδομένα είτε δεν στέκει.
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.
1) Τι λένε τα επίσημα ελληνικά στοιχεία – και τι λένε οι άλλοι αριθμοί
Στην Ελλάδα, τα εργατικά δυστυχήματα καταγράφονται θεσμικά από την Ανεξάρτητη Αρχή Επιθεώρησης Εργασίας. Σε δημοσίευμα με αναφορά σε αυτά τα στοιχεία, για το 2025 αναφέρονται 42 θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα, με επιπλέον περιστατικά «υπό διερεύνηση».
Όμως παράλληλα, ανεξάρτητες καταγραφές και δημοσιογραφικές αναλύσεις παρουσιάζουν μια πολύ πιο βαριά εικόνα. Σύμφωνα με σχετικό ρεπορτάζ, πάνω από 200 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους εν ώρα εργασίας το 2025 στην Ελλάδα.
Αυτό το χάσμα δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η ίδια η ουσία του προβλήματος: αν δεν ξέρεις με ακρίβεια πόσοι πεθαίνουν στη δουλειά, δεν μπορείς να ισχυρίζεσαι ότι “είσαι στις 3 καλύτερες χώρες”.
2) Το πρόβλημα της υποκαταγραφής: ο «χαμηλός αριθμός» μπορεί να είναι ένδειξη αδυναμίας, όχι επιτυχίας
Στο δημόσιο διάλογο, η «χαμηλή επίσημη καταγραφή» παρουσιάζεται συχνά σαν επίτευγμα. Όμως, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι χαμηλοί αριθμοί μπορεί να σημαίνουν δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα:
- όντως λιγότερα δυστυχήματα, ή
- λιγότερη/χειρότερη καταγραφή.
Σχετική δημοσίευση αναφέρει ότι στην Ελλάδα η επίσημη καταγραφή θανατηφόρων περιστατικών μπορεί να αποτυπώνει μόνο περίπου το 30%, υπονοώντας υποκαταγραφή μεγάλης κλίμακας.
Αν αυτό ισχύει, τότε η εικόνα «είμαστε στους καλύτερους» δεν είναι απλώς υπερβολή. Μπορεί να είναι στατιστική ψευδαίσθηση.
3) Το κρίσιμο ερώτημα: υπάρχουν δεδομένα Eurostat για 2024–2025 που να αποδεικνύουν “Top 3”;
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της αξιολόγησης.
Για να ισχύει ο ισχυρισμός του πρωθυπουργού, πρέπει να υπάρχουν:
- συγκρίσιμα ευρωπαϊκά δεδομένα,
- για την τελευταία διετία (2024–2025),
- που να κατατάσσουν την Ελλάδα στις 3 χώρες με τα λιγότερα εργατικά δυστυχήματα.
Όμως, από τα δημοσιευμένα στοιχεία που αξιοποιούνται στη δημόσια συζήτηση, οι συγκρίσεις που εμφανίζονται σε ευρωπαϊκές αναλύσεις αφορούν προηγούμενα έτη (όπως το 2022). Σε σχετικό ευρωπαϊκό ρεπορτάζ, γίνεται σαφές ότι τα συγκρίσιμα δεδομένα αφορούν το 2022 και ότι στην ΕΕ καταγράφηκαν κατά μέσο όρο 1,63 θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα ανά 100.000 εργαζόμενους, ενώ η Ελλάδα εμφανίζεται χαμηλά.
Αλλά αυτό δεν είναι 2024–2025.
Άρα, ο ισχυρισμός «τελευταία διετία» δεν τεκμηριώνεται με το συγκεκριμένο υλικό. Με απλά λόγια:
Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί ένα συμπέρασμα (ή μια γενική εικόνα) από παλαιότερα συγκρίσιμα δεδομένα για να στηρίξει μια κατάταξη για τα έτη 2024–2025, χωρίς να παρουσιάζει δημόσια την αντίστοιχη ευρωπαϊκή τεκμηρίωση.
Και αυτό, δημοσιογραφικά, είναι κόκκινη σημαία.
4) Η πολιτική χρήση του πόνου και η “αντιστροφή” του επιχειρήματος
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν στέκεται μόνο στα στοιχεία. Κάνει και πολιτικό σχόλιο περί «εργαλειοποίησης του πόνου».
Το πρόβλημα είναι ότι, όταν μια κυβέρνηση απαντά σε έναν θάνατο/τραγωδία με το επιχείρημα «είμαστε στις 3 καλύτερες χώρες», υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να συμβεί το αντίστροφο από αυτό που καταγγέλλει:
- να μετατραπεί η απώλεια ζωής σε επικοινωνιακό “αντίβαρο”,
- να υποβαθμιστεί η ανάγκη λογοδοσίας σε επίπεδο χώρων εργασίας,
- να μετατοπιστεί η συζήτηση από το «τι δεν πήγε καλά» στο «μην μας κατηγορείτε».
Με άλλα λόγια, το πολιτικό κέντρο βάρους μεταφέρεται από την πρόληψη στην εικόνα.
5) Οι έλεγχοι και οι κυρώσεις: χρήσιμα, αλλά όχι άλλοθι
Ο πρωθυπουργός σημειώνει ότι «ενισχύουμε διαρκώς τα μέτρα για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία, αυξάνοντας σημαντικά τους ελέγχους και τις κυρώσεις».
Η αύξηση ελέγχων και κυρώσεων είναι θετική κατεύθυνση – εφόσον ισχύει με μετρήσιμα αποτελέσματα. Όμως δεν αρκεί να επικαλείσαι:
- περισσότερους ελέγχους,
- περισσότερα πρόστιμα,
όταν ο δημόσιος διάλογος αφορά νεκρούς.
Γιατί ο κρίσιμος δείκτης δεν είναι πόσες κυρώσεις επιβλήθηκαν, αλλά:
- πόσοι άνθρωποι δεν γύρισαν σπίτι τους.
Και εκεί, η εικόνα παραμένει θολή – κυρίως λόγω υποκαταγραφής και ασυμφωνίας των αριθμών.
Ο ισχυρισμός “Top 3 στην ΕΕ το 2024–2025” δεν αποδεικνύεται – και αυτό είναι πολιτικά βαρύ
Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία:
- Δεν τεκμηριώνεται δημόσια ότι η Ελλάδα ήταν στις 3 χώρες της ΕΕ με τα λιγότερα εργατικά δυστυχήματα για το 2024–2025.
- Υπάρχει σοβαρή συζήτηση για υποκαταγραφή που μπορεί να αλλοιώνει την εικόνα.
- Υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα σε επίσημες και ανεξάρτητες καταγραφές, με αναφορές που φτάνουν σε 200+ θανάτους το 2025.
- Η επίκληση “είμαστε στους καλύτερους” σε μια στιγμή κοινωνικού σοκ δεν είναι απλώς ατυχής. Είναι επικοινωνιακή στρατηγική που κινδυνεύει να ακυρώσει την ουσία: την ανάγκη πρόληψης, ελέγχου, ευθύνης.
Η αλήθεια είναι ότι, όταν το κράτος επικαλείται “χαμηλούς αριθμούς” χωρίς αδιαμφισβήτητη συγκρισιμότητα, η δήλωση δεν λειτουργεί ως απόδειξη επιτυχίας. Λειτουργεί ως πολιτική ασπίδα.
Και στο θέμα της ανθρώπινης ζωής, οι ασπίδες δεν αρκούν. Χρειάζονται αποδείξεις.
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη υβριδικής νοημοσύνης.
Για αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.




