Το λογαριασμό, παρακαλώ – Ο αόρατος φόρος της αβεβαιότητας

Η επερχόμενη συρρίκνωση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων δεν είναι απλώς ένα δημοσιονομικό κενό προς κάλυψη· είναι, εξίσου, η αφαίρεση ενός μηχανισμού που κρατούσε την αβεβαιότητα μακριά από τις πιο ευάλωτες επιχειρήσεις της χώρας.

Πώς η ελληνική οικονομία πληρώνει σε δισεκατομμύρια ευρώ και χιλιάδες θέσεις εργασίας αυτό που δεν μπορεί να προβλέψει

Μια νέα μελέτη του ΙΟΒΕ, με την υποστήριξη της Τράπεζας της Ελλάδος, δίνει για πρώτη φορά αριθμό σε κάτι που μέχρι σήμερα περιγραφόταν μόνο με επίθετα: την αβεβαιότητα. Και ο αριθμός αυτός δεν είναι διακοσμητικός — μεταφράζεται σε συγκεκριμένα δισεκατομμύρια επενδύσεων που δεν έγιναν και θέσεις εργασίας που δεν δημιουργήθηκαν, με επιπτώσεις που η ελληνική οικονομία κουβαλάει ακόμη, δεκαπέντε χρόνια μετά την έναρξη της κρίσης.

~200 εκατ. €

Άμεση πτώση επενδύσεων ανά τυπική απόκλιση αβεβαιότητας

έως 1/3

Μερίδιο του επενδυτικού κενού Ελλάδας–ΕΕ27 (2009-2015) που αποδίδεται σε αβεβαιότητα

έως 40%

Μερίδιο της απώλειας απασχόλησης 2010-2013 που αποδίδεται σε αβεβαιότητα

≥ 2 έτη

Διάρκεια επίδρασης ενός σοκ αβεβαιότητας στις επενδύσεις

> 5 μον.

Επενδυτικό κενό Ελλάδας έναντι μ.ό. ΕΕ27 (% ΑΕΠ), 2024

έως 18%

Ποσοστό διακύμανσης απασχόλησης που εξηγεί η αβεβαιότητα (2ετία)

 
Ένα πρόβλημα που μετριόταν μόνο με τη διαίσθηση

Η ελληνική δημόσια συζήτηση έχει μάθει να μιλά για «κλίμα αβεβαιότητας» ως ατμόσφαιρα — κάτι που νιώθουν οι επιχειρηματίες, που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις εμπιστοσύνης, που σχολιάζουν οι αναλυτές όταν τα νούμερα δεν βγαίνουν όπως αναμενόταν. Η μελέτη του ΙΟΒΕ κάνει κάτι διαφορετικό: αντί να συνάγει την αβεβαιότητα έμμεσα, από τη συχνότητα εμφάνισης λέξεων σε άρθρα Τύπου ή από τη μεταβλητότητα χρηματιστηριακών δεικτών — όπως έκαναν μέχρι τώρα οι κυριότεροι διαθέσιμοι δείκτες για την Ελλάδα —, την αντλεί απευθείας από τους ίδιους τους λήπτες των αποφάσεων: τις επιχειρήσεις που απαντούν κάθε μήνα στις Έρευνες Οικονομικής Συγκυρίας του ΙΟΒΕ.

Η μεθοδολογική αυτή μετατόπιση δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Ένας δείκτης βασισμένος σε ειδησεογραφικά δημοσιεύματα καταγράφει το πώς «διαβάζεται» η αβεβαιότητα από τον Τύπο και τους εξωτερικούς παρατηρητές· ένας δείκτης βασισμένος σε πρωτογενή στοιχεία επιχειρήσεων καταγράφει το πώς τη βιώνουν όσοι πράγματι αποφασίζουν αν θα επενδύσουν ή θα προσλάβουν. Οι δύο οπτικές συγκλίνουν σε γενικές γραμμές, αλλά δεν ταυτίζονται πάντα — και η απόκλισή τους, όπως θα φανεί παρακάτω, είναι εξίσου διδακτική με τη σύγκλισή τους.

 
Το λογαριασμό, παρακαλώ

Η μελέτη εκτιμά ότι μια απρόσμενη αύξηση της αβεβαιότητας κατά μία τυπική απόκλιση προκαλεί άμεση υποχώρηση των επενδύσεων περίπου κατά 200 εκατομμύρια ευρώ, ένα σοκ που δεν εξαφανίζεται γρήγορα αλλά επιμένει για τουλάχιστον δύο έτη. Στην απασχόληση, η επίδραση κορυφώνεται τρία τρίμηνα μετά τη διαταραχή — μια χρονική υστέρηση που αποκαλύπτει τον μηχανισμό μετάδοσης: η αβεβαιότητα χτυπά πρώτα τις επενδυτικές αποφάσεις και μόνο έπειτα, με καθυστέρηση, φτάνει στην αγορά εργασίας.

Το πιο φιλόδοξο εύρημα της μελέτης, ωστόσο, δεν είναι η στατιστική συσχέτιση αλλά η ποσοτικοποίηση ενός ιστορικού ερωτήματος που η ελληνική οικονομική σκέψη συζητά εδώ και μια δεκαπενταετία χωρίς αριθμό: πόσο από την ελληνική κρίση οφειλόταν στην ίδια την αβεβαιότητα, πέραν της δημοσιονομικής προσαρμογής και της πιστωτικής ασφυξίας; Η απάντηση που δίνει το ΙΟΒΕ είναι ότι έως το ένα τρίτο του επενδυτικού κενού Ελλάδας–ΕΕ27 της περιόδου 2009-2015 και έως το 40% της απώλειας θέσεων εργασίας του 2010-2013 μπορούν να αποδοθούν στην αβεβαιότητα καθαυτή — όχι στην ύφεση που τη γέννησε, αλλά στο ίδιο το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις δεν μπορούσαν πλέον να προβλέψουν το αύριο.

Η αβεβαιότητα δεν είναι απλώς συνέπεια της κρίσης· λειτουργεί ως αυτόνομος πολλαπλασιαστής της, με δικό της κόστος που μπορεί πλέον να μετρηθεί σε ευρώ και σε θέσεις εργασίας.

Αυτό το επενδυτικό κενό δεν είναι ιστορία του παρελθόντος. Παρά τη μερική σύγκλιση της τελευταίας δεκαετίας, η επενδυτική ένταση της ελληνικής οικονομίας παραμένει, το 2024, πάνω από πέντε ποσοστιαίες μονάδες ΑΕΠ χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ27 — ένα κενό που, σύμφωνα με τη λογική της μελέτης, εξακολουθεί εν μέρει να τροφοδοτείται από ένα δομικά ασταθές κλίμα προσδοκιών και όχι μόνο από έλλειψη κεφαλαίων ή ρευστότητας.

 
Η γεωγραφία της ζημιάς: ποιος πληρώνει περισσότερο

Το πιο πολύτιμο στοιχείο της μελέτης δεν είναι το μέσο κόστος αλλά η κατανομή του. Η αβεβαιότητα δεν χτυπά όλους εξίσου. Στο επίπεδο των κλάδων, η Βιομηχανία και οι Υπηρεσίες απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος της διαταραχής — η αβεβαιότητα εξηγεί έως το 24% της διακύμανσης των επενδύσεων στις Υπηρεσίες και το 13% στη Βιομηχανία σε βάθος διετίας — ενώ οι Κατασκευές εμφανίζονται σχεδόν ανοσοποιημένες, με τα σχετικά σοκ να εξηγούν λιγότερο από το 0,2% της διακύμανσης. Πρόκειται για εύρημα που αντιστρέφει μια διαισθητική υπόθεση: θα περίμενε κανείς τον κλάδο των Κατασκευών, με τον μακρύ επενδυτικό ορίζοντα και την υψηλή εξάρτηση από τραπεζική χρηματοδότηση, να είναι ιδιαίτερα ευάλωτος στην αβεβαιότητα. Αντ’ αυτού, φαίνεται να λειτουργεί με τη δική του, σχετικά αυτόνομη λογική έργων και προθεσμιών.

Στο επίπεδο της επιχείρησης, η μελέτη αποκαλύπτει δύο ασυμμετρίες που έχουν άμεσο πολιτικό-οικονομικό ενδιαφέρον. Η πρώτη αφορά το μέγεθος: όταν η αβεβαιότητα αυξάνεται, μόνο οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις μειώνουν στατιστικά σημαντικά τις επενδύσεις τους — οι μεγάλες παραμένουν, στατιστικά, ανεπηρέαστες. Στην απασχόληση, η ασυμμετρία επαναλαμβάνεται με διαφορετικό πρόσημο: οι μικρομεσαίες περικόπτουν προσωπικό πιο έντονα, ενώ οι μεγάλες τείνουν να «αποθηκεύουν» εργατικό δυναμικό (labor hoarding), κρατώντας θέσεις εργασίας ακόμη και όταν η δραστηριότητα κλυδωνίζεται, χάρη στα μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους και την ευκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση.

Η δεύτερη ασυμμετρία αφορά τις προσδοκίες: η αβεβαιότητα λειτουργεί ανασχετικά στις επενδύσεις μόνο όταν συνοδεύεται από απαισιόδοξες ή ουδέτερες προβλέψεις — όταν μια επιχείρηση είναι ήδη αισιόδοξη για το μέλλον της, η ίδια δόση αβεβαιότητας παύει να έχει στατιστικά σημαντική επίδραση. Με άλλα λόγια, δεν είναι η αβεβαιότητα αυτή καθαυτή που παραλύει τις αποφάσεις, αλλά ο συνδυασμός της με μια ήδη διαμορφωμένη απαισιοδοξία. Το εύρημα αυτό μετατοπίζει το ζήτημα από την «εξάλειψη της αβεβαιότητας» -έναν στόχο ουτοπικό για κάθε μικρή, ανοιχτή οικονομία- στη διαχείριση του κλίματος προσδοκιών γύρω από αυτήν.

 
Τι δεν αποδεικνύει η μελέτη

Μια σοβαρή ανάγνωση οφείλει να στέκεται και στα όρια του εγχειρήματος, τα οποία οι ίδιοι οι συγγραφείς αναγνωρίζουν εν μέρει. Πρώτον, η σχέση αιτιότητας παραμένει ανοιχτό ζήτημα: η ίδια η βιβλιογραφική επισκόπηση της μελέτης καταγράφει την «by-product hypothesis» — την άποψη ότι η αβεβαιότητα δεν προκαλεί την ύφεση αλλά είναι συνέπειά της, καθώς οι κρίσεις διαλύουν καθιερωμένες επιχειρηματικές σχέσεις που χρειάζονται χρόνο για να αποκατασταθούν. Τα υποδείγματα διόρθωσης σφαλμάτων (VECM) που χρησιμοποιούνται περιορίζουν αλλά δεν εξαλείφουν αυτόν τον κίνδυνο αμφίδρομης αιτιότητας.

Δεύτερον, ο δείκτης που βασίζεται στα εκ των υστέρων σφάλματα πρόβλεψης (EXPFE) εμφανίζει θετική —όχι αρνητική— συσχέτιση με τις επενδύσεις και την απασχόληση, σε αντίθεση με τον δείκτη διαφωνίας προσδοκιών (EXAFD). Η αντίφαση αυτή δεν είναι απλώς στατιστικός θόρυβος: αποκαλύπτει ότι ένας δείκτης «αβεβαιότητας» βασισμένος σε λάθη πρόβλεψης δεν διακρίνει ανάμεσα σε αρνητικές εκπλήξεις και θετικές εκπλήξεις — και η ελληνική οικονομία, ειδικά σε φάσεις απροσδόκητης ανάκαμψης, μπορεί να παράγει υψηλά «σφάλματα πρόβλεψης» ακριβώς επειδή οι επιχειρήσεις υποτιμούν συστηματικά τη δική τους ανθεκτικότητα. Η αβεβαιότητα, δηλαδή, δεν είναι μονοσήμαντα κακό νέο· εξαρτάται ποια κατεύθυνση εκπλήσσει.

Τρίτον, το μικρο-οικονομετρικό σκέλος —εκεί όπου εντοπίζονται οι πιο ενδιαφέρουσες ασυμμετρίες ανά μέγεθος και κλάδο— στηρίζεται σε δείγμα περίπου 1.000 επιχειρήσεων για μια περίοδο μόλις τεσσάρων ετών (2021-2024), με προσαρμοσμένο R² που κυμαίνεται μεταξύ 0,10 και 0,15 (βλέπε info). Πρόκειται για αποδεκτά, όχι όμως εντυπωσιακά, επίπεδα επεξηγηματικής ισχύος για δεδομένα πάνελ σε επίπεδο επιχείρησης· αρκετά για να τεκμηριώσουν κατευθύνσεις και τάσεις, όχι όμως για να θεμελιώσουν ακριβείς προβλέψεις πολιτικής χωρίς περαιτέρω επιβεβαίωση σε μεγαλύτερο ορίζοντα.

 
Το στρατηγικό πλαίσιο: μια δοκιμασία που έρχεται

Η πραγματική αξία της μελέτης δεν εξαντλείται στην τεκμηρίωση του παρελθόντος αλλά στο τι επιτρέπει να δούμε μπροστά. Η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας συνεπάγεται, σύμφωνα με τις ίδιες τις δημοσιονομικές προβλέψεις, μείωση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων της τάξης του 36% μετά το 2026. Ως τώρα, η συζήτηση γύρω από αυτό το «κενό RRF» εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στο μέγεθος της χρηματοδότησης που χάνεται. Η μελέτη του ΙΟΒΕ προσφέρει έναν δεύτερο, λιγότερο προφανή τρόπο να διαβαστεί το ίδιο πρόβλημα.

Αν η αβεβαιότητα λειτουργεί ασύμμετρα εις βάρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων —που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής παραγωγικής βάσης σε αναλογία σαφώς υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο— τότε τα κονδύλια του Ταμείου δεν λειτούργησαν μόνο ως άμεση χρηματοδότηση έργων. Λειτούργησαν και ως ένα εν τοις πράγμασι «μαξιλάρι» έναντι της αβεβαιότητας: μια πηγή προβλέψιμης, θεσμικά κατοχυρωμένης ζήτησης που επέτρεπε σε μικρότερες επιχειρήσεις να επενδύσουν ακόμη και μέσα σε ένα γενικότερα ασταθές περιβάλλον προσδοκιών, γνωρίζοντας ότι μια συγκεκριμένη ροή κεφαλαίων ήταν σχεδόν βέβαιη τα επόμενα χρόνια. Η απόσυρση αυτού του μαξιλαριού δεν επαναφέρει απλώς το επενδυτικό κλίμα στο προ-RRF σημείο εκκίνησης· το επαναφέρει σε ένα σημείο πιθανώς χειρότερο, αν το υποκείμενο κλίμα αβεβαιότητας —πολιτικός κύκλος, φορολογική σταθερότητα, κανονιστικό περιβάλλον— δεν έχει βελτιωθεί δομικά στο ενδιάμεσο διάστημα.

 
Το συμπέρασμα που αξίζει να μείνει

Η πολιτική συνεπαγωγή της μελέτης δεν είναι εντυπωσιακή, αλλά είναι ακριβής: η προβλεψιμότητα της οικονομικής πολιτικής δεν είναι διακοσμητική αξία διακυβέρνησης αλλά μετρήσιμος οικονομικός πόρος. Η ίδια η μελέτη εκτιμά ότι μια άμβλυνση της αβεβαιότητας κατά μία τυπική απόκλιση θα μπορούσε να αποδώσει υψηλότερο ετήσιο ρυθμό εταιρικών επενδύσεων κατά περίπου 1,7 ποσοστιαίες μονάδες και αύξηση της απασχόλησης κατά 2,5% ετησίως. Σε μια οικονομία που εξακολουθεί να παλεύει με ένα επενδυτικό κενό άνω των πέντε μονάδων ΑΕΠ, αυτό δεν είναι δευτερεύον όφελος — είναι δυνητικά ο μεγαλύτερος διαθέσιμος, αναξιοποίητος μοχλός πολιτικής που δεν απαιτεί ούτε ένα ευρώ πρόσθετης δημόσιας δαπάνης.

 
#LensMyWayPress

Η μεγάλη εικόνα

Το Ταμείο Ανάκαμψης δεν λειτούργησε μόνο ως πηγή κεφαλαίου· λειτούργησε, σιωπηρά, ως ασφάλιστρο έναντι της αβεβαιότητας για τις μικρότερες ελληνικές επιχειρήσεις — αυτές ακριβώς που, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, είναι οι πλέον ευάλωτες σε αυτήν. Η μελέτη δεν το λέει ρητά, αλλά ο συνδυασμός των δύο ευρημάτων της —η ασυμμετρία μεγέθους στην αντίδραση στην αβεβαιότητα και το τεκμηριωμένο κόστος της ίδιας της αβεβαιότητας σε επενδύσεις και θέσεις εργασίας— λέει κάτι που η συζήτηση για τη «μεταβατική περίοδο» μετά το 2026 τείνει να παραβλέπει: η επερχόμενη συρρίκνωση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων δεν είναι απλώς ένα δημοσιονομικό κενό προς κάλυψη· είναι, εξίσου, η αφαίρεση ενός μηχανισμού που κρατούσε την αβεβαιότητα μακριά από τις πιο ευάλωτες επιχειρήσεις της χώρας. Αν η επόμενη δημοσιονομική περίοδος δεν συνοδευτεί από ένα ισοδύναμα σταθερό, προβλέψιμο πλαίσιο πολιτικής, το ρίσκο δεν είναι απλώς λιγότερες δημόσιες επενδύσεις — είναι η επιστροφή, μέσω της αβεβαιότητας, ενός πολλαπλασιαστή ζημιάς που η ελληνική οικονομία έχει ήδη ξαναπληρώσει μια φορά, μεταξύ 2009 και 2015.

 
Info

Το προσαρμοσμένο R² (adjusted R-squared) είναι μια παραλλαγή του συνηθισμένου συντελεστή προσδιορισμού (R²), που χρησιμοποιείται σε παλινδρομήσεις για να δείξει πόσο καλά το υπόδειγμα εξηγεί τη διακύμανση της εξαρτημένης μεταβλητής.

Το απλό R²

Δείχνει το ποσοστό της διακύμανσης μιας μεταβλητής (π.χ. του ρυθμού επένδυσης μιας επιχείρησης) που «εξηγείται» από τις ανεξάρτητες μεταβλητές του υποδείγματος (π.χ. αβεβαιότητα, μέγεθος επιχείρησης, κλάδος). Παίρνει τιμές από 0 έως 1: όσο πιο κοντά στο 1, τόσο καλύτερα «κουμπώνει» το υπόδειγμα στα δεδομένα.

Το πρόβλημα που λύνει η προσαρμογή

Το απλό R² έχει μια παγίδα: αυξάνεται μηχανικά κάθε φορά που προσθέτεις μια ακόμη ανεξάρτητη μεταβλητή στο υπόδειγμα, ακόμη κι αν αυτή η μεταβλητή δεν έχει καμία πραγματική εξηγητική αξία. Αν προσθέσεις αρκετές άσχετες μεταβλητές, το R² θα ανεβαίνει συνέχεια, δίνοντας μια ψευδή εντύπωση βελτίωσης.

Το προσαρμοσμένο R² διορθώνει αυτό: «τιμωρεί» την προσθήκη μεταβλητών που δεν συνεισφέρουν ουσιαστικά, σταθμίζοντας με βάση τον αριθμό των παρατηρήσεων και τον αριθμό των ανεξάρτητων μεταβλητών. Μπορεί ακόμη και να μειωθεί αν προσθέσεις μια άχρηστη μεταβλητή — κάτι που το απλό R² ποτέ δεν κάνει.

Στο πλαίσιο της μελέτης του ΙΟΒΕ

Τα υποδείγματα σε επίπεδο επιχείρησης (Πίνακες 5.2 και 5.3) (βλέπε και το αρχείο της μελέτης, είναι διαθέσιμο στον παρακάτω σύνδεσμο: Μελέτη) έχουν προσαρμοσμένο R² περίπου 0,10 με 0,15. Αυτό σημαίνει ότι το υπόδειγμα εξηγεί μόλις το 10%-15% της συνολικής διακύμανσης του ρυθμού επένδυσης ή της μεταβολής απασχόλησης ανάμεσα στις επιχειρήσεις του δείγματος — το υπόλοιπο 85%-90% οφείλεται σε παράγοντες που το υπόδειγμα δεν συλλαμβάνει (π.χ. διοίκηση, ανταγωνιστική θέση, εξειδικευμένα σοκ ζήτησης κ.λπ.).

Αυτό δεν είναι ασυνήθιστο για δεδομένα πάνελ σε επίπεδο επιχείρησης — η ανθρώπινη/επιχειρηματική συμπεριφορά είναι εγγενώς «θορυβώδης» και τέτοια επίπεδα R² θεωρούνται αποδεκτά στη βιβλιογραφία. Αλλά είναι ο λόγος που στο άρθρο επισημαίνουμε ότι οι εκτιμήσεις τεκμηριώνουν κατευθύνσεις και τάσεις, όχι ακριβείς προβλέψεις — το χαμηλό προσαρμοσμένο R² είναι ακριβώς το στατιστικό «αποτύπωμα» αυτού του περιορισμού.

 
Ανάλυση και σύνθεση: mywaypress.gr

© 2026 mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει

Σχετικά Άρθρα