Το franchise της μη φιλελεύθερης δημοκρατίας: Από τη Βουδαπέστη στην Αθήνα

Πώς ένα μοντέλο αποσυναρμολόγησης της δημοκρατίας «αδειοδοτήθηκε» σε ολόκληρη την Ευρώπη — και γιατί η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση

 
Υπάρχει μια επικίνδυνη αυταπάτη που διατρέχει τη δημόσια συζήτηση περί δημοκρατίας: η πεποίθηση ότι αυταρχισμός σημαίνει απαραίτητα χούντα, κλειστά κόμματα και ακυρωμένες εκλογές. Αυτή η αντίληψη είναι όχι μόνο ανακριβής — είναι το ακριβές ψυχολογικό εργαλείο που επιτρέπει στη σύγχρονη μη φιλελεύθερη δημοκρατία να αναπαράγεται ανενόχλητη.

Δύο δημοσιευματα  — το αναλυτικό άρθρο του Jonathan V. Last στο The Bulwark για την κληρονομιά του Όρμπαν, και μια παράλληλη ανάλυση της Claire Berlinski (claireberlinski.substack.com) για τις επιπτώσεις της ήττας του Βίκτορ Όρμπαν — και τι μπορεί και τι όχι να μας πει αυτή για το μέλλον της φιλελεύθερης δημοκρατίας.— θέτουν επί τάπητος ένα ερώτημα που δεν αντέχει αναβολή: Έχει η Ελλάδα εισαγάγει το ουγγρικό playbook; Και αν ναι, καταλαβαίνουμε τι σημαίνει αυτό;

 
Η φόρμουλα: Νόμιμο κέλυφος, κενή ουσία

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν κατήργησε εκλογές, δεν επέβαλε στρατιωτικό νόμο, δεν έκλεισε κόμματα. Το αντίθετο: έκανε επιδέξια χρήση των θεσμών για να τους αποκοιμήσει. Το μοντέλο αυτό — που η Claire Berlinski  χαρακτηρίζει ως «franchise ενός νέου στυλ αυταρχισμού, πιο διακριτικού και από πολλές απόψεις πιο ανθεκτικού» — αναγνωρίζεται πλέον και στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα.

 
Η Ανατομία ενός Νόμιμου Πραξικοπήματος

Ο Viktor Orbán επέστρεψε στην εξουσία το 2010 με 52,7% των ψήφων. Αυτό που ακολούθησε δεν ήταν δικτατορία — ήταν κάτι πολύ πιο εκλεπτυσμένο και, για αυτόν ακριβώς τον λόγο, πολύ πιο ανθεκτικό.

Ο Last αποτυπώνει τη μεθοδολογία με ακρίβεια χειρουργού: επέκταση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, νέες διαδικασίες διορισμού δικαστών που παρέκαμπταν κάθε διαβούλευση, αναγκαστική αποχώρηση υφιστάμενων δικαστών μέσω ορίου ηλικίας, δημιουργία κυβερνητικής υπηρεσίας ελέγχου των δικαστηρίων. Στη συνέχεια: κατάληψη της διοικητικής μηχανής του κράτους με αποστολή πολιτικά αφοσιωμένων στελεχών σε μακροχρόνιες θητείες έως δώδεκα ετών — ακριβώς για να παραμείνουν ακόμα και αν η κυβέρνηση αλλάξει.

Το εκλογικό σύστημα αναδιαμορφώθηκε: κατάργηση του β’ γύρου σε ένα πολυκομματικό σύστημα, «πολλαπλασιαστής πλειοψηφίας» που μετέτρεπε πλειοψηφία ψήφων σε συνταγματική υπερπλειοψηφία εδρών, gerrymandering. Αποτέλεσμα; Στις εκλογές του 2014, ο Orbán έπεσε από 52,7% στο 44,9% — και παρ’ όλα αυτά διατήρησε υπερπλειοψηφία στο κοινοβούλιο. Ο λαός ψήφισε λιγότερο γι’ αυτόν. Το σύστημα τον αμείφθηκε περισσότερο.

Ο ίδιος ο Όρμπαν ήταν ανοιχτός γι’ αυτό: «Δεν κρύβω ότι δεσμεύω τα χέρια της επόμενης κυβέρνησης. Όχι μόνο της επόμενης — αλλά των επόμενων δέκα».

Αυτό δεν είναι «κάμψη των κανόνων». Είναι η συστηματική αντικατάσταση της δημοκρατίας με ένα σύστημα που διατηρεί τον τύπο της και αποκλείει την ουσία της.

 
Η Ελληνική Εκδοχή: Ίδια Λογική, Διαφορετικό Σκηνικό

Η σύγκριση με την Ελλάδα δεν είναι ρητορικό σχήμα. Είναι δομική ανάλυση.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη από το 2019 ώς το 2025 δεν κατήργησε εκλογές, δεν ανέστειλε το Σύνταγμα, δεν φυλάκισε αντιπολιτευόμενους. Έπραξε κάτι εντελώς διαφορετικό και εξίσου αποτελεσματικό: χρησιμοποίησε τους θεσμούς για να τους αδρανοποιήσει.

Στα ΜΜΕ: Η συγκέντρωση της ιδιοκτησίας σε επιχειρηματίες με άμεσες σχέσεις εξάρτησης από το κράτος — αδειοδοτήσεις, δημόσιες συμβάσεις, τραπεζικά χρέη — δεν απαιτεί λογοκρισία. Η δημοσιογραφική έρευνα δεν απαγορεύεται νομοθετικά. Απλώς δεν χρηματοδοτείται, δεν προβάλλεται, δεν επιβιώνει εμπορικά.

Στο σκάνδαλο Predator: Η κατασκοπεία εις βάρος δημοσιογράφων, πολιτικών αρχηγών και επιχειρηματιών με λογισμικό παρακολούθησης θα μπορούσε να αποτελέσει το ελληνικό Watergate. Αντ’ αυτού, η Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής λειτούργησε ακριβώς όπως περιγράφει ο Last για την Ουγγαρία: όχι ως μηχανισμός διαλεύκανσης, αλλά ως μηχανισμός εμπλοκής και εξουδετέρωσης. Ο ανιψιός του Πρωθυπουργού παραιτήθηκε, η υπόθεση έπεσε στο κενό, η κανονικότητα αποκαταστάθηκε.

Στα Τέμπη: Η σύγκρουση τρένων με 57 νεκρούς αποκάλυψε όχι μόνο δεκαετίες δομικής παθογένειας αλλά και κάτι ακριβώς αναλογικό με το ουγγρικό μοντέλο: συστηματική διαχείριση της αφήγησης. Καθυστερήσεις στην αποκάλυψη στοιχείων, πίεση σε μάρτυρες, χειρισμός δικαστικού χρόνου. Οι διαδηλώσεις δεν αντιμετωπίστηκαν ως δημοκρατική έκφραση — αντιμετωπίστηκαν ως ζήτημα δημόσιας τάξης.

Στη δικαιοσύνη: Διορισμοί στα ανώτατα δικαστήρια και η γενική σχέση εκτελεστικής εξουσίας και δικαιοσύνης έχουν τεκμηριωθεί επανειλημμένως από το Συμβούλιο της Ευρώπης και τις ευρωπαϊκές εκθέσεις κράτους δικαίου. Αυτά δεν είναι ελληνικές αντιπολιτευτικές αιτιάσεις — είναι διεθνώς καταγεγραμμένες παρατηρήσεις.

 
Το Franchise: Γιατί Δεν Χρειάζεται να Αντιγραφεί Επακριβώς

Εδώ βρίσκεται η κεντρική, και συχνά παραβλεπόμενη, ιδέα και των δύο αναλύσεων.

Ο Orbán δεν εξήγαγε μια ιδεολογία. Εξήγαγε μια μεθοδολογία. Και αυτό κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε ένα φαινόμενο που μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ουγγρική ιδιαιτερότητα και σε ένα που αποτελεί πρότυπο μιμητικής εξάπλωσης.

Η λογική του franchise είναι απλή: ο έλεγχος των διαμεσολαβητικών θεσμών — δικαστήρια, ΜΜΕ, ανεξάρτητες αρχές — είναι ο μόνος τρόπος να κυβερνά κανείς ανεξέλεγκτα μέσα σε μια τυπικά δημοκρατική αρχιτεκτονική. Δεν χρειάζεσαι χούντα. Χρειάζεσαι υπομονή, νομική εξυπνάδα και μακρά θητεία.

Το ιστορικό προηγούμενο της Πολωνίας που επικαλούνται και τα δύο κείμενα είναι αποκαλυπτικό: η ήττα του PiS δεν αποκατέστησε αυτόματα τη δικαστική ανεξαρτησία. Τα συστήματα που έχουν αποικιστεί δεν απελευθερώνονται με το γύρισμα ενός διακόπτη. Χρειάζονται χρόνια, πολιτική βούληση και, κυρίως, μια κοινωνία που διατηρεί ζωντανή τη μνήμη.

Στην Ελλάδα το βάθος της πρόκλησης είναι ακόμα μεγαλύτερο, γιατί η διάβρωση δεν ξεκίνησε το 2019. Η δεκαετία της κρίσης είχε ήδη αποδυναμώσει τους θεσμούς, εξουθενώσει τη δημόσια διοίκηση, και — κρίσιμο αυτό — κανονικοποιήσει την ατιμωρησία. Η ΝΔ δεν κατέλαβε ένα υγιές σύστημα. Βρήκε ένα σύστημα μερικώς έτοιμο να αποικιστεί.

 
Η Ρητορική Ασπίδα: Η Χρήση του Douthat

Ο Last ανοίγει το άρθρο του με κάτι που αρχικά φαίνεται παρένθεση — την αναφορά στον Ross Douthat των New York Times, ο οποίος σε επίκαιρο άρθρο επιχειρηματολόγησε ότι η έξοδος του Όρμπαν από την εξουσία αποδεικνύει ότι η Ουγγαρία ήταν τελικά πλήρης δημοκρατία. Αυτή η επιχειρηματολογία έχει εσωτερική λογική που αξίζει να εξεταστεί σοβαρά ακριβώς για να αναδειχθεί η επικινδυνότητά της.

Η θέση Douthat συνοψίζεται: αν ένα καθεστώς φεύγει χωρίς αίμα, τότε εξ ορισμού ήταν δημοκρατικό. Αυτό είναι λογικό σφάλμα: συγχέει την ανοχή του αποτελέσματος με τη νομιμότητα της διαδικασίας. Ένας εγκληματίας που εκδίδεται δεν γίνεται αθώος επειδή δεν αντιστάθηκε στη σύλληψη.

Το πιο ανησυχητικό δεν είναι η επιχειρηματολογία καθ’ εαυτή — είναι η λειτουργία της: προετοιμάζει το έδαφος για αποφυγή λογοδοσίας σε περίπτωση ήττας αυταρχικών κινημάτων. Στην Ελλάδα αυτός ο ρόλος παίζεται από μια εντυπωσιακά παρόμοια ρητορική: «ναι, υπήρχαν λάθη, αλλά η δημοκρατία λειτούργησε», «η αντιπολίτευση υπερβάλλει», «αλλαγή κυβέρνησης σημαίνει αποκατάσταση».

Όχι. Δεν σημαίνει.

 
Το Βαρύτερο Ερώτημα

Και οι δύο αναλύσεις καταλήγουν στην ίδια, ανεπαρκώς συζητημένη ερώτηση: τι κάνεις αφού νικήσεις;

Η ήττα ενός κόμματος που χρησιμοποίησε τέτοιες μεθόδους δεν είναι αυτόματα επαναφορά στο προηγούμενο status quo. Οι θεσμοί που έχουν αποικιστεί παραμένουν αποικισμένοι. Οι μακροχρόνιες θητείες των πολιτικά φορτισμένων διορισμών συνεχίζουν. Τα ΜΜΕ που  άλλαξαν ιδιοκτήτη  δεν επιστρέφουν αυτόματα στον πλουραλισμό.

Χρειάζεται πολιτική βούληση — η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, είναι σπάνια γιατί απαιτεί κόστος: ενδεχόμενες αντιδράσεις, δικαστικές μάχες, κατηγορίες «εκδίκησης» από εκείνους που χρησιμοποίησαν τις ίδιες τακτικές. Χρειάζεται επίσης θεσμική μνήμη — γραπτοί κανόνες εκεί που υπήρχαν μόνο άγραφες συνήθειες, ελέγχοι εκεί που βασιλεύε η εμπιστοσύνη.

 
«Democracy runs on the honor system»

Η  δημοκρατία, κατά τον Last, λειτουργεί βάσει άγραφων κανόνων και καλής πίστης — όχι βάσει δικλείδων ασφαλείας. Αυτή είναι η ουσία: όταν δεν υπάρχουν θεσμικά αντίβαρα, το μόνο που εμποδίζει την κατάχρηση εξουσίας είναι η αυτοσυγκράτηση αυτού που την ασκεί. Και αυτό, όπως αποδεικνύει η ιστορία, δεν αρκεί.

Όταν ανακαλύπτεις αυτό, έχεις δύο επιλογές: να πικραθείς και να συνεχίσεις σαν να μη συνέβη τίποτα, ή να χτίσεις ένα σύστημα που δεν εξαρτάται από την καλή θέληση εκείνων που κατέχουν την εξουσία.

 
Η ιδέα που ίσως μας διαφεύγει

Παρακολουθούμε το δέντρο, χάνοντας το δάσος.

Η δημόσια συζήτηση — τόσο στην Ελλάδα όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο — εστιάζει στα συγκεκριμένα σκάνδαλα: Predator, Τέμπη, ΜΜΕ. Αυτά είναι σημαντικά, αλλά αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα επεισόδια που απαιτούν λογοδοσία παρά ως συμπτώματα ενός δομικού ελλείμματος.

Το ελλειμματικό στοιχείο δεν είναι ηθικό — είναι αρχιτεκτονικό. Η ελληνική δημοκρατία, όπως και η ουγγρική πριν τον Όρμπαν, είχε ήδη πάρα πολλές λειτουργίες που βασίζονταν στη διακριτική ευχέρεια, στην άτυπη συνήθεια και στην ανεκτικότητα του «πάντα έτσι γινόταν». Η πολιτική βούληση να εκμεταλλευτεί κανείς αυτά τα κενά δεν ήταν παρά θέμα χρόνου και ευκαιρίας.

 
Η πραγματική πρόκληση, επομένως, δεν είναι να εκλεγεί η «σωστή» κυβέρνηση. Είναι να σχεδιαστεί ένα σύστημα θεσμών που δεν εξαρτάται από την καλή πρόθεση αυτών που βρίσκονται στην εξουσία. Αυτό σημαίνει συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, αυστηρά και ανεξάρτητα κριτήρια διορισμών, νόμους που προστατεύουν την πλουραλιστική ιδιοκτησία των ΜΜΕ, και — ίσως το δυσκολότερο — πολιτική κουλτούρα που αναγνωρίζει ότι η κατάχρηση εξουσίας δεν είναι «πολιτική», αλλά αντισυνταγματική πράξη.

Μέχρι να γίνει αυτή η συζήτηση — για τη δομή, όχι μόνο για τα πρόσωπα — οποιαδήποτε κυβέρνηση, οποιουδήποτε χρώματος, θα έχει στα χέρια της τα ίδια εργαλεία. Και η ιστορία δείχνει ότι τα εργαλεία, όταν υπάρχουν, χρησιμοποιούνται.

mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη  υβριδικής νοημοσύνης.

Για  αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.

Σχετικά Άρθρα