Τράπεζες υπό πολλαπλή πίεση: Η επιστροφή των παραδοσιακών κινδύνων σε εποχή τεχνητής νοημοσύνης και γεωπολιτικής αστάθειας

Η 15η έκδοση της Global Bank Risk Management Survey της EY και του IIF αποτυπώνει έναν κλάδο σε σταυροδρόμι: παλαιές απειλές ανακάμπτουν, νέες τεχνολογίες υπόσχονται αλλά αργούν να υλοποιηθούν, και το ανθρώπινο κεφάλαιο βρίσκεται υπό αναδιαμόρφωση.

 
 Ένα τοπίο σε μετάβαση

Όταν η EY και το Institute of International Finance (IIF) δημοσίευσαν την πρώτη έκδοση της Global Bank Risk Management Survey πριν από 15 χρόνια, το τοπίο των κινδύνων για τον τραπεζικό κλάδο ήταν αισθητά διαφορετικό. Τότε, η μεταψηφιακή εποχή μόλις διαμορφωνόταν και οι μη χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι ―κυβερνοαπειλές, κανονιστική συμμόρφωση, λειτουργικοί κίνδυνοι― αποτελούσαν την εμπροσθοφυλακή των ανησυχιών. Η 15η έκδοση της έρευνας, που δόθηκε στη δημοσιότητα σήμερα, περιγράφει μια διαφορετική πραγματικότητα.

Βασισμένη σε απαντήσεις ανώτατων στελεχών από 101 τράπεζες σε 31 χώρες, η έκθεση καταγράφει μια κρίσιμη αντιστροφή: οι παραδοσιακοί χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι επανέρχονται στην κορυφή της ατζέντας, αυτή τη φορά σε συνύπαρξη με σύγχρονες απειλές που εξελίσσονται ταχύτερα από ό,τι ο κλάδος μπορεί να ανταποκριθεί. Το αποτέλεσμα είναι ένα περιβάλλον αυξημένης πολυπλοκότητας, που δοκιμάζει τα όρια των υφιστάμενων δομών διαχείρισης κινδύνου.

 
Η επιστροφή των κλασικών απειλών

Πιστωτικός κίνδυνος: Από τη σκιά στο επίκεντρο

Για αρκετά χρόνια, ο πιστωτικός κίνδυνος είχε υποχωρήσει από τις πρώτες θέσεις της ατζέντας, καθώς οι τράπεζες βρέθηκαν απορροφημένες από ζητήματα κανονιστικής συμμόρφωσης, ψηφιακού μετασχηματισμού και λειτουργικής ανθεκτικότητας. Η φετινή έρευνα σηματοδοτεί μια ξεκάθαρη επιστροφή: το 62% των Chief Risk Officers (CROs) που συμμετείχαν κατατάσσει τον πιστωτικό κίνδυνο ως κορυφαία προτεραιότητα.

Το ερώτημα που τίθεται είναι: γιατί τώρα; Δύο παράγοντες φαίνεται να κυριαρχούν. Πρώτον, η αυξανόμενη ανησυχία για επισφαλείς απαιτήσεις σε ένα περιβάλλον όπου τα επιτόκια παραμένουν σε υψηλά επίπεδα και η χρηματοδοτική πίεση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις εντείνεται. Δεύτερον, και ίσως σημαντικότερο, η ταχεία ανάπτυξη του private credit από μη τραπεζικούς φορείς δημιουργεί νέα τοπία ανταγωνισμού αλλά και κινδύνου.

 

62% των CROs αναφέρει τον πιστωτικό κίνδυνο ως κορυφαία προτεραιότητα — μια κατηγορία που επέστρεψε στην πρώτη θέση μετά από χρόνια

 
Η σύνδεση με το private credit αξίζει ιδιαίτερης προσοχής. Άνω του ενός τρίτου των CROs δηλώνουν ότι η ανάπτυξη αυτής της αγοράς αυξάνει την πολυπλοκότητα της ανάλυσης εκθέσεων σε κινδύνους, ενώ το 26% επισημαίνει αυξανόμενες συγκεντρώσεις πιστωτικού κινδύνου και κινδύνων αντισυμβαλλόμενων μερών. Πρόκειται για μια αγορά που λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό εκτός του ρυθμιστικού φωτός, γεγονός που καθιστά τη διαφάνεια και την αξιολόγηση κινδύνων εξαιρετικά πρόκληση.

 
Χρηματοοικονομικό έγκλημα και ψηφιακή απάτη: Η μεγάλη άνοδος

Η πλέον εντυπωσιακή μεταβολή που καταγράφει η έρευνα αφορά το χρηματοοικονομικό έγκλημα και τις ψηφιακές απάτες. Το χρηματοοικονομικό έγκλημα εκτινάχθηκε από 23% σε 43% σε μόλις ένα χρόνο, ενώ οι ψηφιακές απάτες αγγίζουν πλέον το 59% (από 23%), στοιχεία που αναδεικνύουν μια εκρηκτική επιδείνωση του τοπίου.

Η σύνδεση με την τεχνολογία είναι άμεση: τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, που χρησιμοποιούνται για την αυτοματοποίηση και τον εντοπισμό απάτης από τις τράπεζες, αξιοποιούνται επίσης από κακόβουλους παράγοντες για την κλιμάκωση και την εξελιγμένη εκτέλεση απατηλών σχεδίων. Το παιχνίδι της κυβερνοασφάλειας γίνεται ολοένα και πιο ασύμμετρο.

 
Cybersecurity: Ο αδιαμφισβήτητος πρωτοπόρος βραχυπρόθεσμα

Το 86% των ερωτηθέντων CROs κατατάσσει την κυβερνοασφάλεια ως τον σημαντικότερο βραχυπρόθεσμο κίνδυνο, ένα ποσοστό που αντανακλά τη συνεχή κλιμάκωση των κυβερνοαπειλών. Αυτό το εύρημα δεν αποτελεί έκπληξη, αλλά η ένταση του αριθμού είναι αποκαλυπτική.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύνδεση του κυβερνοκινδύνου με τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία. Στον τομέα των digital assets, ο κίνδυνος κυβερνοασφάλειας αγγίζει το 83%, ενώ το χρηματοοικονομικό έγκλημα φτάνει στο 78%. Πρόκειται για δύο διαστάσεις που αλληλοτροφοδοτούνται: η αδύναμη ρυθμιστική εποπτεία του χώρου των κρυπτονομισμάτων καθιστά αυτόν ιδανικό πεδίο για εγκληματικές δραστηριότητες.

Ωστόσο, μόνο το 40% των τραπεζών διαθέτει στρατηγική για τα digital assets, γεγονός που αναδεικνύει ένα σοβαρό κενό ετοιμότητας σε έναν τομέα που αναπτύσσεται με ραγδαίους ρυθμούς.

 
Γεωπολιτική: Η «νέα κανονικότητα» για τους CROs

Μία από τις πλέον εύγλωττες διαπιστώσεις της έκθεσης αφορά τον ρόλο της γεωπολιτικής αστάθειας στη διαμόρφωση της στρατηγικής ατζέντας των τραπεζών. Στην Ευρώπη, 95% των CROs δηλώνουν ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις επηρεάζουν άμεσα τη στρατηγική τους — ένα ποσοστό που αγγίζει τη σχεδόν ομοφωνία. Στην περιοχή Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής, το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 90%.

Η εικόνα αυτή δεν θα πρέπει να εκπλήσσει: η Ρωσο-ουκρανική σύγκρουση, οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή, οι εμπορικές τριβές μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας και η επιστροφή του προστατευτισμού στο παγκόσμιο εμπόριο δημιουργούν ένα τοπίο αβεβαιότητας που δυσκολεύει τον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό. Για τις ευρωπαϊκές τράπεζες ειδικότερα, η πολιτική κατακερματισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η αποκλίνουσα ρυθμιστική προσέγγιση μεταξύ χωρών-μελών προσθέτουν επιπλέον επίπεδο πολυπλοκότητας.

 

95% των ευρωπαίων CROs δηλώνουν ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις επηρεάζουν άμεσα τη στρατηγική τους ατζέντα

 
Τεχνητή νοημοσύνη: Από την υπόσχεση στην πραγματικότητα

Το χάσμα μεταξύ πρόθεσης και υλοποίησης

Ίσως η πλέον αποκαλυπτική αντίφαση της φετινής έρευνας αφορά την ΑΙ: ενώ το 55% των CROs κατατάσσει τις προηγμένες τεχνολογίες ως κορυφαία προτεραιότητα, το 72% παραδέχεται ότι η υιοθέτηση της ΑΙ στη διαχείριση κινδύνων παραμένει σε αρχικό στάδιο ―και ο ρυθμός προόδου δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά από το 2024.

Αυτό το χάσμα μεταξύ στρατηγικής πρόθεσης και επιχειρησιακής υλοποίησης δεν είναι τυχαίο. Αντανακλά βαθύτερες δυσκολίες που ο κλάδος αγωνίζεται να αντιμετωπίσει, κυρίως στο πεδίο της ποιότητας δεδομένων.

 
Το εμπόδιο των δεδομένων

Το 80% των CROs κατονομάζει την ποιότητα και τη διαθεσιμότητα δεδομένων ως το βασικό εμπόδιο στην υιοθέτηση τεχνολογιών ΑΙ. Πρόκειται για ένα δομικό πρόβλημα που δεν λύνεται με αύξηση επενδύσεων σε λογισμικό: απαιτεί βαθιά αναδιοργάνωση των αρχιτεκτονικών δεδομένων, εναρμόνιση ορισμών και ποιοτικούς ελέγχους που μπορεί να αφορούν δεκαετίες ιστορικών αρχείων.

Παρά τα εμπόδια, η τρέχουσα χρήση της ΑΙ δείχνει πού ο κλάδος έχει βρει πρακτική αξία: το 61% των CROs αναφέρει ενεργή χρήση ΑΙ για τον εντοπισμό απάτης και χρηματοοικονομικού εγκλήματος, ενώ το 41% το εφαρμόζει για παρακολούθηση cyber και λειτουργικών κινδύνων. Πιο ώριμη αλλά ακόμα περιορισμένη είναι η χρήση για μοντέλα πιστωτικού κινδύνου (33%).

 

80% των CROs θεωρεί την ποιότητα και τη διαθεσιμότητα δεδομένων ως το μεγαλύτερο εμπόδιο στην υιοθέτηση ΑΙ

 
Το ανθρώπινο κεφάλαιο σε αναδιαμόρφωση

Η ΑΙ δεν απειλεί μόνο την ασφάλεια των τραπεζικών συστημάτων — μεταμορφώνει επίσης τον τρόπο που οργανώνεται η εργασία μέσα στις ίδιες τις τράπεζες. Η έρευνα αποτυπώνει μια σημαντική μεταστροφή στις προσδοκίες για το ανθρώπινο κεφάλαιο στη διαχείριση κινδύνου.

Ο αριθμός των CROs που εκτιμούν ότι οι ομάδες τους θα συρρικνωθούν τα επόμενα τρία χρόνια σχεδόν διπλασιάστηκε: από 16% το 2024 στο 30% σήμερα. Παράλληλα, οι CROs που αναμένουν αύξηση προσλήψεων μειώθηκαν από 68% σε 49%. Αυτή η αντιστροφή δεν είναι αδικαιολόγητη: καθώς η αυτοματοποίηση αναλαμβάνει ρόλους ρουτίνας, ο αριθμός των εργαζομένων μπορεί να μειωθεί ακόμα και αν η ποιοτική απαίτηση δεξιοτήτων αυξάνεται.

Η ψηφιακή επάρκεια — που εκτείνεται από κλασικές δεξιότητες δεδομένων έως κατανόηση αλγορίθμων ΑΙ και ικανότητες προγραμματισμού — αναδεικνύεται ως το πλέον κρίσιμο σύνολο δεξιοτήτων, σύμφωνα με το 71% των CROs. Το 64% σχεδιάζει αυτοματοποίηση ρόλων, ενώ το 55% αναμένει αύξηση υβριδικών ρόλων ανθρώπου-ΑΙ.

Η λύση που αναδύεται ως κεντρικός άξονας προσαρμογής είναι η αναβάθμιση δεξιοτήτων (upskilling): το 79% των CROs δίνει έμφαση σε εκπαίδευση δεδομένων και τεχνητής νοημοσύνης για τα υφιστάμενα μέλη των ομάδων. Πρόκειται για μια στρατηγική που αναγνωρίζει ότι η αξία δεν βρίσκεται μόνο στα εργαλεία, αλλά στους ανθρώπους που ξέρουν πώς να τα χρησιμοποιούν κριτικά.

 
Τι σηματοδοτεί η έρευνα;

Εξετάζοντας συνολικά τα ευρήματα, η φετινή έκθεση αναδεικνύει τρεις θεμελιώδεις τάσεις που διαμορφώνουν το στρατηγικό πλαίσιο του τραπεζικού κλάδου για τα επόμενα χρόνια:

Πρώτον, η σύγκλιση παλαιών και νέων κινδύνων. Το τοπίο δεν είναι πλέον ένα απλό υποκατάστατο, όπου οι νέοι κίνδυνοι αντικαθιστούν τους παλαιούς. Αντιθέτως, πρόκειται για αθροιστική επιβάρυνση: ο πιστωτικός κίνδυνος επιστρέφει, αλλά δεν φεύγει η κυβερνοασφάλεια. Η απάτη αυξάνεται, αλλά δεν μειώνεται η ρυθμιστική πίεση. Ο συνδυασμός αυτός δημιουργεί ένα περιβάλλον αμοιβαία ενισχυόμενων κινδύνων που απαιτεί ολιστική αντιμετώπιση.

Δεύτερον, η τεχνολογία ως αμφίστομο σπαθί. Η ΑΙ αποτελεί ταυτόχρονα μέρος της λύσης και μέρος του προβλήματος. Οι ίδιες τεχνολογίες που επιτρέπουν πιο εξελιγμένη ανάλυση κινδύνου ενεργοποιούν επίσης πιο εξελιγμένες επιθέσεις. Η τεχνολογική επένδυση είναι απαραίτητη, αλλά δεν είναι αρκετή από μόνη της.

Τρίτον, η γεωπολιτικοποίηση της τραπεζικής διαχείρισης κινδύνου. Η εποχή κατά την οποία οι τράπεζες μπορούσαν να αντιμετωπίζουν τη γεωπολιτική ως εξωγενή μεταβλητή έχει παρέλθει. Τα σενάρια κινδύνου πρέπει πλέον να ενσωματώνουν γεωπολιτικές εξελίξεις ως ενδογενή παράγοντα στρατηγικού σχεδιασμού.

 
Η ελληνική διάσταση: Πρόκληση και ευκαιρία

Για τις ελληνικές τράπεζες, η έκθεση αποκτά ιδιαίτερη συνάφεια. Μετά από μια δεκαετία εξυγίανσης και αναδιάρθρωσης, ο κλάδος βρίσκεται σε σημαντικά καλύτερη θέση από ό,τι στα χρόνια της κρίσης. Ωστόσο, οι νέες προκλήσεις που αναδεικνύει η έρευνα αποτελούν εξίσου επείγοντα ζητήματα.

Ο Γιώργος Πουλόπουλος, Εταίρος και Επικεφαλής Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών της EY Ελλάδος, επισήμανε χαρακτηριστικά ότι η «επανεμφάνιση παραδοσιακών κινδύνων, σε συνδυασμό με αυξανόμενες τεχνολογικές και γεωπολιτικές προκλήσεις, απαιτεί μια πιο προληπτική, ευέλικτη και τεχνολογικά ώριμη προσέγγιση στη διαχείριση κινδύνων». Η διατύπωση αυτή, εφαρμοσμένη στο ελληνικό πλαίσιο, υπογραμμίζει ότι η ανταγωνιστική διαφοροποίηση δεν θα κριθεί μόνο στο εμπορικό μοντέλο, αλλά και στην ωριμότητα της διαχείρισης κινδύνου.

Οι ελληνικές τράπεζες που θα επενδύσουν έγκαιρα σε τεχνολογική υποδομή, ανθρώπινο κεφάλαιο και στρατηγική ΑΙ θα έχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα — όχι μόνο έναντι ελληνικών ανταγωνιστών, αλλά και έναντι διεθνών παικτών που θα αναζητήσουν ευκαιρίες στην ελληνική αγορά.

Η 15η Global Bank Risk Management Survey δεν είναι απλώς μια λίστα ανησυχιών. Είναι ένας χάρτης ενός κλάδου που βρίσκεται σε βαθιά μετάβαση. Η πολυπλοκότητα αυξάνεται, τα εργαλεία εξελίσσονται, αλλά η ανθρώπινη κρίση παραμένει το αδιαπραγμάτευτο θεμέλιο.

Όσες τράπεζες θα καταφέρουν να ισορροπήσουν την τεχνολογική επένδυση με την ανάπτυξη ανθρώπινου κεφαλαίου, τη γεωπολιτική ευελιξία με τη δομική ανθεκτικότητα, και τη βραχυπρόθεσμη διαχείριση με τη μακροπρόθεσμη στρατηγική, θα είναι αυτές που θα ορίσουν τη νέα κανονικότητα του τραπεζικού κλάδου.

Στο τέλος, η έρευνα υπενθυμίζει μια διαχρονική αλήθεια: η διαχείριση κινδύνου δεν είναι στόχος αυτός καθ’ εαυτόν, αλλά η απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε τραπεζική φιλοδοξία.

 
Πηγή: EY – Institute of International Finance (IIF), 15η Global Bank Risk Management Survey, Μάρτιος 2026. Η έρευνα βασίστηκε σε απαντήσεις 101 τραπεζών από 31 χώρες.

 
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη  υβριδικής νοημοσύνης.

Για  αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.

Σχετικά Άρθρα