ΙΟΒΕ: Η οικονομία σε ύφεση και το 2016

Το αν θα παραμείνει η οικονομία σε ένα παρατεταμένο διάστημα στασιμότητας, και ταυτόχρονα ευάλωτη σε εξωτερικές διαταράξεις και κινδύνους, ή αν θα εισέλθει σε πορεία ανάπτυξης εξαρτάται με κρίσιμο τρόπο από την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και την αποφασιστικότητα της αναπτυξιακής στροφής, υπογραμμίζει το ΙΟΒΕ στην τριμηνιαία έκθεση του για την ελληνική οικονομία, προειδοποιώντας για νέο κύμα ύφεσης το 2016. Συνοπτικά η έκθεση αναφέρει:

 
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα δεδομένα, η ύφεση στο 2015 θα κινηθεί στην ευρύτερη περιοχή του 0.5%. Ανεξάρτητα από το ακριβές της μέγεθος, η έκταση της ύφεσης είναι σημαντικά μικρότερη από όσο αρχικά αναμενόταν με την είσοδο της οικονομίας στην περίοδο των κεφαλαιακών ελέγχων. Ταυτόχρονα βέβαια, η ύφεση επανήλθε, μετά από μια χρονιά, ασθενούς έστω, ανάπτυξης το 2014, ακυρώνοντας τις προβλέψεις για σημαντικότερη ανάπτυξη ακολούθως. Αξίζει να σημειωθούν οι κύριες δυνάμεις που συνθέτουν αυτό το αποτέλεσμα.

Ένα κύριο χαρακτηριστικό είναι ότι η οικονομία είχε ήδη αναπτύξει μια σχετικά σημαντική δυναμική από το 2014 και η οποία επιβραδύνθηκε και αποσβέστηκε σταδιακά κατά την εξέλιξη των δραματικών διακυμάνσεων της προηγούμενης χρονιάς. Ταυτόχρονα, η θετική επίδραση ορισμένων από τις μεταρρυθμίσεις που έλαβαν χώρα στις αγορές στην τελευταία τριετία, φαίνεται ότι συνεισφέρει προς τη θετική κατεύθυνση και ειδικότερα στη μικρή κάμψη της ανεργίας και τη δυναμική των εξαγωγών αγαθών η οποία είναι αξιοσημείωτη, ακόμη και αν δεν είναι επαρκής για να οδηγήσει συνολικά σε μια αναπτυξιακή δυναμική. Οι θετικές εξελίξεις στον τουρισμό, το κόστος ενέργειας και τη συναλλαγματική ισοτιμία συνέβαλαν επίσης θετικά, ώστε η ύφεση να είναι σχετικά περιορισμένη, κυρίως μέσω της βελτίωσης του εξωτερικού ισοζυγίου.

Το σημαντικότερο πάντως σημείο σχετικά είναι ότι η τραπεζική αργία και η επιβολή ελέγχων κίνησης κεφαλαίων δεν αποτέλεσαν έκπληξη αλλά είχαν, σε ένα βαθμό τουλάχιστον, προεξοφληθεί στην οικονομία ως το επακόλουθο μιας επί μήνες εντεινόμενης αβεβαιότητας. Στην περίοδο αυτή τόσο τα νοικοκυριά όσο και οι επιχειρήσεις σταδιακά προετοιμάζονταν για πιθανές αρνητικές εξελίξεις και, ως εκ τούτου, ο περιορισμός που τελικά επήλθε στη δυνατότητά τους να χρηματοδοτήσουν την κατανάλωση και την παραγωγή τους ήταν μικρός. Ειδικότερα, και ενώ η αβεβαιότητα και οι κλειστές τράπεζες κράτησαν τις επενδύσεις καθηλωμένες την περασμένη χρονιά, η ρευστότητα στην οποία είχαν πρόσβαση τα νοικοκυριά που είχαν αποσύρει καταθέσεις τους από το τραπεζικό σύστημα, και δευτερευόντως η καθυστερημένη είσπραξη ορισμένων φόρων, κράτησαν την κατανάλωση σε σχετικά υψηλό επίπεδο.

Βέβαια, δεν μπορεί να μην τονιστεί η σημασία των δραματικών εξελίξεων κατά τη διάρκεια της χρονιάς σε πολιτικό και σε οικονομικό επίπεδο. Μετά από ένα σύντομο διάστημα ανάκαμψης, η ύφεση επανήλθε και το τραπεζικό σύστημα αποσταθεροποιήθηκε, καθώς η αβεβαιότητα για τη συνέχιση της χρηματοδότησης και τις προοπτικές της οικονομίας έλαβε ακραία χαρακτηριστικά. Οι έλεγχοι στις κινήσεις κεφαλαίων που τέθηκαν σε εφαρμογή είχαν και θα έχουν σημαντική περαιτέρω αρνητική επίδραση συνολικά στην οικονομία και στην τρέχουσα χρονιά και μεσοπρόθεσμα. Η άρση των ελέγχων γίνεται πλέον μια ακόμη ακανθώδης πλευρά της αναζητούμενης συνολικής εξόδου από την κρίση που πρέπει να είναι πλέον σαφές ότι δεν θα είναι επιτεύξιμη παρά μόνο με τη συνολική μετάβαση σε μια νέα ισορροπία και αξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας.

Αναφορικά με τη χρονιά που πλέον διανύουμε, θα χαρακτηριστεί από μείγμα επιδράσεων, οι περισσότερες από τις οποίες έχουν ήδη δρομολογηθεί από την προηγούμενη. Πρώτον, η είσοδος στο έτος γίνεται από σημαντικά επίπεδα ύφεσης στο τέλος του 2015 και η δυναμική της αναμένεται να διατηρηθεί περίπου έως τα μέσα του έτους – σημαντικό σημείο καμπής σχετικά θα αποτελέσει το πόσο γρήγορα θα κλείσει η εκκρεμότητα της διαπραγμάτευσης με τους εταίρους και πιστωτές, εξέλιξη που είναι κρίσιμο να λάβει χώρα το συντομότερο δυνατό. Δεύτερον, θα υπάρξει πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και η δυνατότητα κατανάλωσης θα είναι περιορισμένη λόγω αύξησης της φορολογίας, των ασφαλιστικών εισφορών και της αποπληρωμής δανείων. Ταυτόχρονα η πρόσβαση σε αποταμιεύσεις που είχαν αποσύρει τα νοικοκυριά από τις τράπεζες σταδιακά εξαντλείται. Συνολικά είναι λογικό να αναμένεται μια μικρή μείωση της κατανάλωσης.

Οι επιδράσεις από το εξωτερικό της χώρας κατά τη διάρκεια του έτους αναμένεται να επιφέρουν συνολικά μια μικρή βελτίωση του ισοζυγίου. Το χαμηλό κόστος ενέργειας αναμένεται να έχει μια θετική επίδραση, ενώ και στον τουρισμό υπάρχει μια δυναμική σχετικής βελτίωσης. Στις εξαγωγές αγαθών μπορεί επίσης να συνεχιστεί η βελτίωση που έχει παρατηρηθεί, καθώς μέρος του παραγωγικού δυναμικού αναπόφευκτα προσανατολίζεται εκτός συνόρων προς αναζήτηση κερδοφορίας. Η μεταβλητότητα στο ευρωπαϊκό και το διεθνές περιβάλλον όμως θα είναι αυξημένη και οι σχετικοί κίνδυνοι αυξάνονται. Ο ασθενής κρίκος στην εξίσωση του εθνικού προϊόντος αναμένεται να είναι στην τρέχουσα χρονιά, και για μια ακόμη φορά, οι επενδύσεις. Όπως έχει τονιστεί επανειλημμένα, η ανάπτυξη δεν θα έρθει πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες για ένα ισχυρό επενδυτικό κύμα. Η διατήρηση αβεβαιοτήτων σε σχέση με τη μεσοπρόθεσμη πορεία της οικονομίας, η αδυναμία των τραπεζών να συνεισφέρουν με σημαντική χρηματοδότηση και συνολικά η παραμονή της οικονομίας υπό επιτήρηση χωρίς πλάνο εξόδου στις αγορές που να ακολουθείται με αξιόπιστο τρόπο και χωρίς παλινδρομήσεις, δεν αποτελούν συνολικά βάση ώστε η χώρα να αποτελεί έναν επαρκώς ελκυστικό επενδυτικό προορισμό. Όσο συντομότερα και πληρέστερα αρθούν τα σχετικά εμπόδια, τόσο πιθανότερη θα γίνει η είσοδος της οικονομίας σε έναν ενάρετο κύκλο ανάπτυξης. Επί του παρόντος, η σύνθεση των παραγόντων που προσδιορίζουν το εθνικό προϊόν, και εάν δεν υπάρξουν σημαντικές θετικές ή αρνητικές εκπλήξεις, οδηγεί συνολικά την οικονομία και πάλι σε ύφεση για την τρέχουσα χρονιά, που μπορεί να αναμένεται για το σύνολο του έτους σε επίπεδα λίγο δυσμενέστερα από της προηγούμενης.

Σε κάθε περίπτωση, καθώς η ύφεση επανέρχεται, γίνεται όλο και κρισιμότερο το ερώτημα αν, πότε και πώς η ελληνική οικονομία μπορεί να εξισορροπήσει σε επίπεδο που θα επιτρέπει την ανάκτηση των εισοδημάτων που έχουν απολεσθεί σωρευτικά από το 2008 και τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Η οικονομία βρίσκεται, για μια ακόμη χρονιά, σε αναζήτηση κατεύθυνσης. Η έλλειψη αξιόπιστης πυξίδας είναι αυτή που απομακρύνει τις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επενδύσεις, αποθαρρύνει την καινοτομία και δυσχεραίνει τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες και την αύξηση της παραγωγικότητας που είναι ο μόνος τρόπος για βιώσιμη και διατηρήσιμη αύξηση των εισοδημάτων. Άλλωστε, σε κάθε οικονομία, οι τρέχουσας αποφάσεις εξαρτώνται αποφασιστικά από τις προσδοκίες για το μελλοντικό σημείο ισορροπίας. Η οικονομική πολιτική πρέπει να έχει ως προτεραιότητα την ευθυγράμμιση και ενδυνάμωση αυτών των προσδοκιών προς μια σαφή αναπτυξιακή κατεύθυνση και την αποφυγή διαχείρισης των επιμέρους εκάστοτε ζητημάτων με τρόπο που να δημιουργούν αμφιβολίες για τον τελικό στόχο.

Συνολικά στη χώρα μας, η ανάπτυξη μέσω της προσέλευσης επενδύσεων, η αποφασιστική στροφή πόρων προς εξωστρεφείς παραγωγικές δραστηριότητες και η άμβλυνση των εμποδίων που κρατούν την οικονομία υπερβολικά κλειστή, αποτελούν τόσο επείγοντα ζητούμενα σήμερα όσο ήδη ήταν και στην έναρξη της κρίσης. Διαφαίνεται βέβαια ότι, μέσα από τις δραματικές εξελίξεις της περασμένης χρονιάς, επέρχεται μια σταδιακή αλλά καίριας σημασίας συνειδητοποίηση, από ευρύτερα τμήματα της κοινωνίας, ότι η αύξηση των εισοδημάτων διέρχεται υποχρεωτικά από την ουσιαστική σύγκλιση της παραγωγικής δομής της οικονομίας με τις περισσότερο προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες. Εναλλακτικές λύσεις που υπόσχονται ευημερία και έξοδο από την κρίση μέσω βραχυπρόθεσμων τακτικών κινήσεων και χωρίς αποφασιστικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας αποδείχτηκε πλέον και στην πράξη ότι δεν υπάρχουν.

Πλέον ξεκαθαρίζουν οι διαθέσιμες επιλογές. Όταν γίνει σαφές ποια είναι τα χαρακτηριστικά της οικονομίας που πρέπει να έχουμε σε μια δεκαετία από τώρα, και ότι το σχετικό αναπτυξιακό σχέδιο έχει ευρεία και σταθερή πολιτική και κοινωνική στήριξη τότε – και μόνο τότε – θα υπάρξει έξοδος από την κρίση. Η διαχείριση όλων των επιμέρους αποφάσεων πρέπει συνεπώς να συντείνει σε αυτό το σκοπό. Ενδεικτικά, για τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, είναι στη σωστή κατεύθυνση η στενότερη εξάρτηση της σύνταξης από τις εισφορές του κάθε ασφαλιζόμενου κατά τη συνολική διάρκεια του εργασιακού του βίου, πέρα από ένα επίπεδο που θα εγγυάται το κράτος για όλους – είναι όμως λάθος να αναβάλλεται επί της ουσίας η λύση του προβλήματος και να μετατίθεται επιπλέον βάρος στις νέες γενεές και στην εργασία. Για τη φορολογία, αποτελούν θετικές κινήσεις η έξυπνη χρησιμοποίηση συστημάτων ηλεκτρονικών πληρωμών, όπως και η διεύρυνση της φορολογικής βάσης σε τμήματα του πληθυσμού που δεν πλήρωναν αυτό που τους αναλογούσε – αντίθετα, είναι βαρύ λάθος να μην υπάρχει σταθερότητα, απλότητα και διαφάνεια του φορολογικού συστήματος και να επιβαρύνονται επιπλέον οι συνεπείς φορολογούμενοι. Η σημαντική βελτίωση του θεσμικού πλαισίου, με ενίσχυση της ανεξαρτησίας και αύξηση της αποτελεσματικότητας, στη δημόσια διοίκηση, σύστημα απονομής δικαιοσύνης και ανεξάρτητες Αρχές αποτελεί κομβικό σημείο όπου δεν επιτρέπεται οπισθοδρόμηση – η επίδραση στις επενδύσεις και στη λοιπή οικονομία είναι άμεση. Όσον αφορά ειδικότερα στο ανθρώπινο κεφάλαιο και την καινοτομία, απαραίτητες δηλαδή συνθήκες για διατήρηση ανταγωνιστικότητας με αύξηση εισοδημάτων, προτάσεις που αν εφαρμοστούν θα καταδικάζουν την εκπαίδευση σε περαιτέρω οπισθοδρόμηση και μόνιμη υπανάπτυξη, δεν πρέπει να αποτελούν καν βάση συζήτησης. Αναφορικά με το δημόσιο χρέος, η έμφαση θα πρέπει να δοθεί στο να υπάρξει διασφάλιση ότι θα παραμείνει χαμηλό το κόστος εξυπηρέτησής του και για μακρύτερη περίοδο από ότι ήδη ισχύει, καθώς η ονομαστική του αξία για πληρωμές που θα γίνουν σε βάθος χρόνου έχει σχετικά μικρότερη σημασία. Συνολικά, μια συγκέντρωση των προσδοκιών σε μια αξιόπιστη θετική πορεία, θα βρει άμεσα αντανάκλαση και στην αποτίμηση των αξιών στην χώρα, συμπεριλαμβάνοντας κρατικά ομόλογα, μετοχές, επιχειρήσεις και ακίνητα, που είναι μια ενδιάμεση αναγκαία συνθήκη για ισχυρή ανάπτυξη.

Το αν, λοιπόν, θα παραμείνει η οικονομία σε ένα παρατεταμένο διάστημα στασιμότητας, και ταυτόχρονα ευάλωτη σε εξωτερικές διαταράξεις και κινδύνους, ή αν θα εισέλθει σε πορεία ανάπτυξης εξαρτάται με κρίσιμο τρόπο από την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και την αποφασιστικότητα της αναπτυξιακής στροφής. Οι εξελίξεις σε επιμέρους πεδία εφαρμογής της οικονομικής πολιτικής δεν υπάρχει περιθώριο να αποκλίνουν από τον κεντρικό στόχο ή να τον αμφισβητούν.

Σχετικά Άρθρα