Γραφείο Προϋπολογισμού: Η «διαρροή εγκεφάλων» συνεχίζεται και το δημογραφικό πρόβλημα πιέζει
Οι νέοι δοκιμάζονται με τον πιο άσχημο τρόπο, λόγω της επικράτησης μιας συνεχόμενης αβεβαιότητας. Η αβεβαιότητα αυτή είτε τους ωθεί στην μετανάστευση για την αναζήτηση απασχόλησης είτε τους εγκλωβίζει σε μια κατάσταση αναμονής χωρίς ανταπόκριση.
Το 2015, το 1/3 των νέων 20-34 ετών είναι νέοι εκτός εργασίας, εκπαίδευσης και κατάρτισης. Το ποσοστό των νέων ανέργων εκτός εργασίας, εκπαίδευσης και κατάρτισης στην Ελλάδα είναι 32,1%, όταν στο Λουξεμβούργο και τη Σουηδία το αντίστοιχο ποσοστό είναι κάτω από 10%.78 Επιπλέον, στην Ελλάδα οι νέοι σε ποσοστό άνω του 70% δεν έχουν προηγούμενη εργασιακή εμπειρία. Οι συνέπειες είναι δραματικές.
Η χώρα είτε χάνει το πλέον παραγωγικό δυναμικό της είτε το παροπλίζει. Χάνει ένα δυναμικό για το οποίο έχει δαπανήσει χρήματα για την εκπαίδευση του.
Η μακροχρόνια ανεργία έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση των κοινωνικών δαπανών.
Οι νέοι εγκλωβίζονται σε μια ανενεργή κατάσταση, η οποία σαφώς επηρεάζει και τη μετέπειτα εξέλιξη τους.
Εκτός όμως από τους νέους που παραμένουν εγκλωβισμένοι και αδρανείς στη χώρα, υπάρχουν και εκείνοι οι νέοι οι οποίοι επιλέγουν να εγκαταλείψουν την χώρα προς αναζήτηση εργασίας. Η εκτιμώμενη φυγή ανθρώπινου κεφαλαίου σύμφωνα με τη ΤτΕ είναι 427.000. Η Ελλάδα κατέχει την πρωτιά στην εξαγωγή ανθρωπίνου δυναμικού, δημιουργώντας σημαντικά έσοδα για τις χώρες υποδοχής και όχι για την ίδια.
Σύμφωνα με υπολογισμούς του Endeavor, αθροιστικά από το 2008 έως και σήμερα, τα άτομα που εγκαταλείπουν την χώρα παράγουν περισσότερα από € 50 δισ. ΑΕΠ, στις νέες χώρες εγκατάστασης τους. Η προσέλκυση τους αποτελεί δύσκολο εγχείρημα και το πιο ανησυχητικό είναι ότι όσο οι προοπτικές ανάπτυξης εξασθενούν τόσο θα απομακρύνεται η ιδέα της επιστροφής, χάνοντας και τις επόμενες μελλοντικές γενεές!
Από την άλλη πλευρά η δημογραφική πυραμίδα της Ελλάδας αποκτά πλέον τη μορφή διαμαντιού, όπου η βάση που περιλαμβάνει τους νέους στενεύει, ενώ η κορυφή που βρίσκονται οι ηλικιωμένοι αυξάνεται ταχύτατα. Συνεπώς, η δημογραφική γήρανση, οφείλεται στη γήρανση από την κορυφή (δηλαδή λόγω της επιμήκυνσης της ζωής και της μείωσης της θνησιμότητας) καθώς και στη μείωση της γεννητικότητας. Επίσης, η μετανάστευση για εύρεση εργασίας συρρίκνωσε τις παραγωγικές και αναπαραγωγικές ηλικίες. Άμεση απόρροια των παραπάνω, είναι η συνεχής αύξηση των οικονομικών βαρών που αφορούν τους ηλικιωμένους. Τα επόμενα χρόνια η αναλογία γεννήσεων-θανάτων θα είναι αρνητική. Το 2030, 1 στους 3 θα είναι 60 χρονών, ενώ μέχρι το 2025 ο πληθυσμός θα υπολείπεται κατά περίπου 400.000 αυτού του 2015.81 Επιπλέον, σύμφωνα και με έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έως το 2060 ο πληθυσμός της Ελλάδας από 11 εκατ. το 2013, θα αγγίξει τα € 8,6 εκατ.
Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Help age International, η Ελλάδα είναι η χειρότερη χώρα για την Τρίτη ηλικία, κυρίως λόγω του χαμηλού αισθήματος ασφάλειας άλλα και του χαμηλού ποσοστού απασχόλησης για τους ηλικιωμένους. Η γενιά των Babyboomers σύντομα θα βγει στη σύνταξη και αυτό θα οδηγήσει σε ασφυκτική πίεση του ασφαλιστικού, δεδομένου και του υψηλού επιπέδου χρέους της χώρας. Οι νέοι, που θα παραμείνουν στη χώρα και κάποια στιγμή θα μπουν στην αγορά εργασίας, θα επωμιστούν το βάρος των συντάξεων και των κοινωνικών δαπανών.
Σε μια κοινωνία που συνεχώς γηράσκει, αν θέλουμε να αναφερόμαστε σε εργασία και ανάπτυξη, θα πρέπει να δώσουμε βαρύτητα στις δεξιότητες. Η σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας είναι επιτακτική. Η ανάπτυξη ενός μοντέλου, διάγνωσης των αναγκών της αγοράς εργασίας, ενίσχυσης των πληροφοριών που την αφορούν καθώς και παρακολούθησης των αλλαγών στον πεδίο των δεξιοτήτων, θα έχει πολλαπλασιαστικά οφέλη. Η ενίσχυση της μάθησης θα πρέπει να καλύπτει όλο τον εργασιακό βίο και να αρχίσει να περιλαμβάνει πλέον και τα λεγόμενα «soft skills». Δεν αρκούν οι πανεπιστημιακοί τίτλοι αλλά χρειάζονται και οι δεξιότητες. Από την άλλη πλευρά, θα ήταν χρήσιμη, η συμμετοχή και των κοινωνικών εταίρων στο σχεδιασμό και παρακολούθηση διαφόρων προγραμμάτων κατάρτισης.
Η δημιουργία ενός παρατηρητήριου παρακολούθησης διεθνών πρακτικών, θα συνέβαλε σημαντικά. Για παράδειγμα, η Γαλλία εφαρμόζει πολιτικές απασχόλησης για την μετάβαση στην πράσινη οικονομία. Στην Τουρκία, υλοποιούνται προγράμματα μαθητείας σε θέσεις που υπάρχει έλλειψη προσωπικού. Στην Αυστραλία, γίνεται συστηματικά η προώθηση καλών πρακτικών για την απασχόληση ενώ ταυτόχρονα έχουν αναπτύξει ένα «οικοσύστημα δεξιοτήτων» (προώθηση καινοτομίας, δημιουργία μονοπατιών καριέρας, έλεγχοι δεξιοτήτων και προώθηση εκπαίδευσης για την κάλυψη κενών στις δεξιότητες). Στη Σουηδία, λειτουργούν συμβούλια για την ασφάλεια της εργασίας. Τέλος, στη Σιγκαπούρη, παρέχεται οικονομική ενίσχυση για την εύρεση εργασίας και την ευέλικτη απασχόληση ενώ παράλληλα αναπτύσσονται νέες πρακτικές διοίκησης. Τέλος, το Ισραήλ φημίζεται για την αγροτική οικονομία και την κουλτούρα των startups.
Η μελέτη των παραπάνω πρακτικών μπορούν να συνδράμουν στη δημιουργία ενός αναπτυξιακού μοντέλου. Η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, ο περιορισμός της γραφειοκρατίας και η ενίσχυση των επενδύσεων στην εκπαίδευση, την καινοτομία και την έρευνα, μπορεί να δώσουν ώθηση στην απασχόληση. Ωστόσο, οι πολιτικές που αφορούν την απασχόληση θα πρέπει να έχουν μακροπρόθεσμο ορίζοντα και να φροντίζουν για την αποδοτική κατανομή των λιγοστών πόρων.
Πηγή: τριμηνιαία Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στην Βουλή




