Η Ιαπωνία σε σταυροδρόμι: Η έξοδος από την εποχή του «μηδενικού κανόνα» και οι νέες προκλήσεις της νομισματικής πολιτικής
Από τον Asahi Noguchi, Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας της Ιαπωνίας
(Βασισμένο σε ομιλία που δόθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 2025 στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο του Σαππόρο)
Η ιαπωνική οικονομία βρίσκεται σε μια ιστορική φάση μετάβασης, απομακρυνόμενη από μια μακρά περίοδο όπου οι τιμές και οι μισθοί παρέμεναν σχεδόν αμετάβλητοι, προς μια νέα πραγματικότητα όπου και τα δύο μεγέθη αναμένεται να αυξάνονται σε αλληλεπίδραση. Αυτή η αλλαγή, που πυροδοτήθηκε από τον παγκόσμιο πληθωρισμό μετά την πανδημία, σηματοδοτεί το τέλος μιας μοναδικής κατάστασης, γνωστής ως «μηδενικός κανόνας», αλλά ταυτόχρονα φέρνει την Τράπεζα της Ιαπωνίας αντιμέτωπη με νέες, σύνθετες προκλήσεις σε ένα ασταθές παγκόσμιο περιβάλλον.
Το τέλος μιας μοναδικής εποχής: Η διάλυση του «μηδενικού κανόνα»
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η Ιαπωνία βίωνε μια πρωτοφανή οικονομική κατάσταση όπου, παρά τη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών, οι τιμές και οι μισθοί σχεδόν δεν αυξάνονταν. Αυτό το φαινόμενο, που εδραιώθηκε μετά την κατάρρευση της οικονομίας της «φούσκας» στις αρχές της δεκαετίας του 1990, έγινε γνωστό ως «μηδενικός κανόνας». Η κατάσταση αυτή εδραιώθηκε επειδή οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά πίστευαν ευρέως ότι οι τιμές και οι μισθοί δεν πρόκειται να αυξηθούν, καθιστώντας τη συγκράτησή τους μια ορθολογική επιχειρηματική στρατηγική.
Ο παγκόσμιος πληθωρισμός που ακολούθησε την πανδημία του COVID-19 λειτούργησε ως εξωτερικό σοκ, διαταράσσοντας αυτή την παγιωμένη κατάσταση. Οι υψηλότερες τιμές εισαγωγών έπληξαν την ιαπωνική οικονομία, οδηγώντας σε έναν πληθωρισμό που η χώρα δεν είχε βιώσει για δεκαετίες. Ως αποτέλεσμα:
- Οι μισθοί κατέγραψαν την υψηλότερη αύξηση από την περίοδο της «φούσκας».
- Οι συνθήκες στην αγορά εργασίας, που ήδη παρουσίαζαν στενότητα λόγω ελλείψεων εργατικού δυναμικού πριν την πανδημία, έγιναν ακόμη πιο πιεστικές σε ένα ευρύτερο φάσμα βιομηχανιών.
- Η οικονομία της Ιαπωνίας άρχισε να μεταβαίνει από τον «μηδενικό κανόνα» σε μια κανονική, αναπτυσσόμενη οικονομία, όπου τιμές και μισθοί αυξάνονται από κοινού.
Η νέα στρατηγική της Τράπεζας της Ιαπωνίας
Αντιμέτωπη με αυτή τη νέα πραγματικότητα, η Τράπεζα της Ιαπωνίας προχώρησε σε μια ιστορική αλλαγή πολιτικής. Τον Μάρτιο του 2024, εγκατέλειψε το πλαίσιο της μη συμβατικής νομισματικής πολιτικής (Ποσοτική και Ποιοτική Χαλάρωση με Έλεγχο της Καμπύλης Απόδοσης και πολιτική αρνητικών επιτοκίων) και επέστρεψε σε μια συμβατική προσέγγιση, όπου το βασικό εργαλείο είναι η καθοδήγηση του επιτοκίου πολιτικής. Η απόφαση αυτή βασίστηκε στην εκτίμηση ότι ο στόχος για σταθερότητα των τιμών στο 2% ήταν πλέον εφικτός με βιώσιμο και σταθερό τρόπο.
Η Τράπεζα προχώρησε σε περαιτέρω αυξήσεις των επιτοκίων τον Ιούλιο του 2024 και ξανά τον Ιανουάριο του 2025, κρίνοντας ότι η πιθανότητα επίτευξης του στόχου αυξανόταν. Πλέον, οι ανοδικοί κίνδυνοι για τις τιμές και την οικονομική δραστηριότητα στην Ιαπωνία υπερτερούν των καθοδικών κινδύνων, γεγονός που καθιστά την ανάγκη για προσαρμογή του επιτοκίου πολιτικής πιο επιτακτική από ποτέ. Αυτό σηματοδοτεί την είσοδο της νομισματικής πολιτικής σε μια φάση που απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση της κατάστασης.
Παγκόσμιες αναταράξεις και ο μετασχηματισμός της νομισματικής πολιτικής
Η πορεία της Ιαπωνίας εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο μετασχηματισμού της παγκόσμιας οικονομίας και της νομισματικής πολιτικής. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, ο κόσμος κινήθηκε από την παγκοσμιοποίηση προς μια σταδιακή απο-παγκοσμιοποίηση. Αυτή η τάση ενισχύθηκε από γεγονότα όπως η Παγκόσμια Χρηματοπιστωτική Κρίση (GFC) του 2008, το Brexit (2016) και οι εμπορικές εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας.
Η GFC ανάγκασε τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες να στραφούν από τη συμβατική πολιτική (καθοδήγηση επιτοκίων) σε μη συμβατικά μέτρα, όπως η ποσοτική χαλάρωση (QE), καθώς τα επιτόκια έφτασαν στο μηδέν. Η πανδημία του COVID-19 οδήγησε σε έναν άνευ προηγουμένου συντονισμό δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής παγκοσμίως, ο οποίος αποδείχθηκε εξαιρετικά αποτελεσματικός στην τόνωση της ζήτησης, οδηγώντας όμως στον υψηλό πληθωρισμό που ακολούθησε.
Σήμερα, οι κεντρικές τράπεζες λειτουργούν σε ένα νέο πλαίσιο:
- Επέστρεψαν στη συμβατική πολιτική αύξησης των επιτοκίων για να αντιμετωπίσουν τον πληθωρισμό.
- Ωστόσο, το κάνουν διατηρώντας τεράστια αποθεματικά στους ισολογισμούς τους, κατάλοιπο της εποχής του QE.
- Το κύριο εργαλείο τους πλέον είναι η προσαρμογή του επιτοκίου που καταβάλλεται στα αποθεματικά των τραπεζών, το οποίο με τη σειρά του καθοδηγεί τα επιτόκια της αγοράς χρήματος. Αυτό επιτρέπει την άσκηση πολιτικής χωρίς την ανάγκη για άμεση και αποσταθεροποιητική συρρίκνωση των ισολογισμών.
Οι κίνδυνοι στον ορίζοντα και η επόμενη μέρα
Παρά τη θετική εγχώρια δυναμική, η ιαπωνική οικονομία αντιμετωπίζει σημαντικούς εξωτερικούς κινδύνους. Ο πιο σημαντικός, από τον Απρίλιο του 2025, προέρχεται από τη νέα δασμολογική πολιτική των ΗΠΑ, η οποία συνιστά θεμελιώδη πρόκληση για το μεταπολεμικό διεθνές εμπορικό σύστημα. Δεν είναι ακόμη σαφές πότε και σε ποιο βαθμό αυτοί οι κίνδυνοι θα επιλυθούν.
Αυτή η εξωτερική αβεβαιότητα επιβάλλει στην Τράπεζα της Ιαπωνίας να παραμείνει ιδιαίτερα προσεκτική και ευέλικτη. Ο απώτερος στόχος είναι η εδραίωση του πληθωρισμού του 2% ως ο νέος κανόνας για την οικονομία, όπου οι αυξήσεις μισθών και τιμών θα αλληλοτροφοδοτούνται με μέτρο, επιτρέποντας στην Ιαπωνία να αφήσει οριστικά πίσω της τη μακρά περίοδο της στασιμότητας.
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη υβριδικής νοημοσύνης.
Για αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.




