Διπλή πίεση σε Μητσοτάκη: Ο Σαμαράς καταγγέλλει «αλαζονική μετάλλαξη» και ο Βενιζέλος βλέπει «τέλος εποχής»
Ένα κύμα σφοδρής πολιτικής κριτικής, προερχόμενο από δύο διαφορετικές αλλά εξίσου βαριές πολιτικές αφετηρίες, πλήττει την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη. Από τη μία πλευρά, ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς εξαπολύει μια πρωτοφανούς έντασης εσωκομματική επίθεση, μιλώντας για «αλαζονεία» και ιδεολογική «μετάλλαξη» της Νέας Δημοκρατίας. Από την άλλη, ο Ευάγγελος Βενιζέλος ασκεί δριμεία κριτική για τους χειρισμούς στην υπόθεση των Τεμπών, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι λειτουργεί ως «αντίδικος» των γονέων και προειδοποιώντας για το τέλος της εποχής του «πανίσχυρου πρωθυπουργού».
Η σύγκλιση αυτών των δύο παρεμβάσεων σκιαγραφεί μια εικόνα φθοράς της κυβερνητικής παντοδυναμίας, εστιάζοντας σε ένα κοινό μοτίβο: τη διαχείριση της εξουσίας.
Η «δριμεία επίθεση» Σαμαρά: «Υβρίδιο Σημιτικού ΠΑΣΟΚ»
Η παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά συνιστά μια μετωπική σύγκρουση, με τον πρώην πρωθυπουργό να τονίζει πως η διαφορά του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι «πολιτική και αξιακή». Κατηγορεί ευθέως τον πρωθυπουργό ότι «δεν χωνεύει τη Δεξιά, την Κεντροδεξιά, ούτε και την ιστορία, ούτε και τη βάση της Νέας Δημοκρατίας».
Η κεντρική ιδεολογική κατηγορία είναι πως ο κ. Μητσοτάκης έχει μετατρέψει το κόμμα σε «ένα υβρίδιο σημιτικού ΠΑΣΟΚ με μπλε χρώμα».
Πέρα από την ιδεολογική αποτίμηση, ο κ. Σαμαράς χρεώνει στον κ. Μητσοτάκη «αλαζονεία και θεσμική απρέπεια». Παραθέτει ως παραδείγματα τη στάση του πρωθυπουργού στη Βουλή, όπως την αποχώρησή του από συζήτηση αρχηγών ή την αναφορά του σε «πατριώτες της φακής και του καναπέ».
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στη διαγραφή του, την οποία αντιπαραβάλλει με την καθυστέρηση στη διαχείριση άλλων υποθέσεων. «Διέγραψε άρον-άρον έναν πρωθυπουργό… Αλλά για την κυρία Φεράρι, τον κύριο Φραπέ, τον κύριο Χασάπη, εκεί του πήρε εβδομάδες», αναφερόμενος στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Υποστηρίζει ότι ο κ. Μητσοτάκης «βρήκε μια αφορμή για να μετατρέψει τη Νέα Δημοκρατία σε δικό του κόμμα».
Βενιζέλος: Η κυβέρνηση ως «αντίδικος» και το τέλος του «πανίσχυρου πρωθυπουργού»
Από την πλευρά του, ο Ευάγγελος Βενιζέλος εστιάζει στην κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς, με αφορμή την τραγωδία των Τεμπών. Ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κατηγορεί την κυβέρνηση ότι «μιλά για το ζήτημα… ως αντίδικος των γονέων των θυμάτων».
Όπως επισημαίνει, η κυβέρνηση υιοθετεί διπλό ρόλο: αφενός λειτουργεί ως αντίπαλος στις διεκδικήσεις των συγγενών και αφετέρου «προσπαθεί να εμφανιστεί ως οιονεί εκπρόσωπος της Δικαιοσύνης». Αυτή η στάση, σύμφωνα με τον κ. Βενιζέλο, προκαλεί «σοβαρή ζημιά στο κύρος του κράτους δικαίου» και οδηγεί σε «πρωτοφανή κρίση αξιοπιστίας».
Ο κ. Βενιζέλος, ωστόσο, διευρύνει την κριτική του στο συνολικό μοντέλο διακυβέρνησης. Προειδοποιεί ότι η περίοδος των «μονοκομματικών, αυτοδύναμων κυβερνήσεων με πανίσχυρο πρωθυπουργό» φαίνεται να φτάνει στο «οριστικό τέλος» της.
Υποστηρίζει ότι η κοινωνία κινείται προς πιο «σύνθετα και διασπασμένα πολιτικά σχήματα», καθιστώντας αναπόφευκτη την ανάγκη για συνεργασίες. Το μοντέλο του «πανίσχυρου αρχηγού πλειοψηφίας», όπως λέει, δεν μπορεί πλέον να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις και απαιτούνται «θεσμικά αντίβαρα που θα αποτρέπουν την υπερεξουσία και θα ενισχύουν τη διαφάνεια».
Η κρίση του αλαζονικού μοντέλου υπερσυγκέντρωσης
Η ταυτόχρονη εμφάνιση αυτών των δύο κριτικών, από έναν πυλώνα της Δεξιάς και έναν της Κεντροαριστεράς, αναδεικνύει το κεντρικό πρόβλημα. Το ζήτημα δεν είναι ο πρωθυπουργικός συγκεντρωτισμός καθεαυτός – ένα μοντέλο που θα μπορούσε, θεωρητικά, να είναι αποτελεσματικό εάν ο ηγέτης «ακούει, συνθέτει, παρακολουθεί από κοντά και έχει ομάδα» όπως έχουμε επισημάνει κατ’ επαναληψη από τα άρθρα μας εδώ και αρκετά χρόνια όταν ο κ.Μητσοτάκης είχε αρχίσει να δημιουργεί ένα αρνητικό ιστορικό διαχείρισης.
Το πρόβλημα, όπως σκιαγραφείται από τις παρεμβάσεις, είναι η φύση αυτού του συγκεντρωτισμού. Η κριτική εστιάζει σε ένα μοντέλο που χαρακτηρίζεται από «αλαζονεία» και «πλημμελή άσκηση καθηκόντων», το οποίο λειτουργεί με «αυλή» και όχι με ομάδα, καθιστώντας το επικίνδυνο.
Η επίθεση Σαμαρά («αλαζονεία», «θεσμική απρέπεια», «μετατροπή της ΝΔ σε δικό του κόμμα») και η ανάλυση Βενιζέλου («αντίδικος των γονέων», «υπερεξουσία», «κρίση αξιοπιστίας» ) συγκλίνουν ακριβώς σε αυτό: περιγράφουν έναν ηγέτη που δεν συνθέτει, αλλά επιβάλλει, και μια διακυβέρνηση που δεν επιλύει προβλήματα, αλλά δημιουργεί κρίσεις εμπιστοσύνης.
Οι επιπτώσεις αυτής της αλαζονικής υπερσυγκέντρωσης, όπως προκύπτουν, είναι διπλές:
- Θεσμική διάρρηξη: Η στάση στην υπόθεση των Τεμπών έχει «κλονίσει βαθιά» την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Η διακυβέρνηση δεν λειτουργεί ως εγγυητής του κράτους δικαίου, αλλά ως ένας «αντίδικος», οδηγώντας σε «πρωτοφανή κρίση νομιμοποίησης».
- Πολιτική αποσταθεροποίηση: Το μοντέλο αυτό πυροδοτεί βαθύ εσωκομματικό ρήγμα στην κυβερνώσα παράταξη (Σαμαράς) και ταυτόχρονα επιταχύνει τη συζήτηση για το τέλος των αυτοδυναμικών κυβερνήσεων (Βενιζέλος), προδιαγράφοντας ένα μέλλον πολιτικής ρευστότητας.
Συμπερασματικά, η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες ενός μοντέλου διακυβέρνησης που αμφισβητείται πλέον ταυτόχρονα για την ιδεολογική του συνέπεια, τον σεβασμό του στους θεσμούς και την ίδια την ικανότητά του να διαχειριστεί κρίσεις χωρίς να καταφεύγει στην αλαζονεία.
mywaypress.gr –Περιεχόμενο αξίας με την υποστήριξη υβριδικής νοημοσύνης.
Για αναγνώστες με μεγάλο εύρος προσοχής.




