417 Δισ. ευρώ ιδιωτικό χρέος, 5% πληθωρισμός: Η ελληνική οικονομία δοκιμάζεται εν μέσω πολέμου
Πώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, η κόπωση της αγοράς εργασίας και η σιωπηλή γήρανση των συνταξιούχων συναντιούνται σε ένα ενιαίο, επικίνδυνο σημείο για το ελληνικό ιδιωτικό χρέος
Η ελληνική οικονομία διατηρεί ρυθμό ανάπτυξης υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, όμως το πρώτο εξάμηνο του 2026 αποκαλύπτει μια οικονομία που δοκιμάζεται ταυτόχρονα από τρεις διαφορετικές πιέσεις: έναν εξωτερικό ενεργειακό κλυδωνισμό που προέρχεται από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, μια εσωτερική κόπωση της αγοράς εργασίας που διακόπτει τέσσερα χρόνια συστηματικής βελτίωσης, και μια διαρθρωτική συσσώρευση ιδιωτικού χρέους που πλέον φτάνει το 168% του ΑΕΠ. Το δεύτερο τεύχος του Τριμηνιαίου Δελτίου για το Ιδιωτικό Χρέος στην Ελληνική Οικονομία, που συντάσσει το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) με την υποστήριξη της Cepal Hellas και στοιχεία της ReDataset για την αγορά ακινήτων, συνθέτει αυτές τις τρεις γραμμές πίεσης σε μία εικόνα πιο σύνθετη από όσο υποδηλώνει ο πρωτογενής αριθμός της ανάπτυξης.
| Δείκτης | Τιμή | Σύγκριση / Μεταβολή |
| ΑΕΠ Ελλάδας (ετήσια μεταβολή, Α’ τρίμ. 2026) | +2,0% | έναντι +0,3% στην Ευρωζώνη |
| Πρόβλεψη ΑΕΠ 2026 (μέσος όρος θεσμών) | ≈1,8%-1,9% | αναθεωρημένη προς τα κάτω |
| Εναρμονισμένος πληθωρισμός (Μάιος 2026) | 5,0% | έναντι 3,2% στην Ευρωζώνη |
| Ανεργία (Απρίλιος 2026, μη εποχικά διορθ.) | 9,6% | από 8,7% τον Απρίλιο 2025 |
| Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (Α’ τρίμ. 2026) | -7,0 δισ. ευρώ | -10,9% του ΑΕΠ, από -8,1% πέρυσι |
| Ποσοστό αποταμίευσης νοικοκυριών | -1,0% | έναντι +14,4% στην Ευρωζώνη |
| Δημοσιονομικό αποτέλεσμα (ταμειακή βάση, Α’ τρίμ. 2026) | +2,51 δισ. ευρώ | 0,97% του ΑΕΠ, πλεόνασμα |
| Δημόσιο χρέος (Δ’ τρίμ. 2025) | 146,1% ΑΕΠ | υψηλότερο στην Ευρωζώνη, σε πτωτική πορεία |
| Συνολικό ιδιωτικό χρέος (Δ’ τρίμ. 2025) | 417,0 δισ. ευρώ | 168% του ΑΕΠ, +24,3 δισ. έναντι 2024 |
| Ληξιπρόθεσμες οφειλές ιδιωτών | 237,8 δισ. ευρώ | 57,0% του συνολικού ιδιωτικού χρέους |
| Οφειλές προς ΑΑΔΕ και ΕΦΚΑ | 165,2 δισ. ευρώ | 69,5% των ληξιπρόθεσμων οφειλών |
| Δείκτης στεγαστικής επιβάρυνσης (2025) | 26,4% | ο υψηλότερος στην Ε.Ε. |
Πίνακας βασικών δεικτών της ελληνικής οικονομίας, με στοιχεία έως τον Ιούνιο του 2026. Επεξεργασία: mywaypress.gr, με βάση IOBE/Cepal Hellas.
Το διεθνές περιβάλλον: το ενεργειακό σοκ αλλάζει το σενάριο
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή προκάλεσε το πρώτο εξάμηνο του 2026 σαφή επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας, κυρίως μέσω της διατάραξης της ναυτιλιακής κίνησης στα στενά του Ορμούζ τον Μάρτιο. Το πετρέλαιο τύπου Brent έφτασε σε τετραετές υψηλό τον Απρίλιο, στα 117 δολάρια το βαρέλι, ενώ το φυσικό αέριο TTF εκτοξεύτηκε αντίστοιχα, πριν αποκλιμακωθεί μερικώς μετά την ανακοίνωση συμφωνίας ειρήνης ΗΠΑ-Ιράν τον Ιούνιο. Ο όγκος του διεθνούς εμπορίου κατέγραψε απότομη πτώση τον Μάρτιο, ενώ η αβεβαιότητα για την εμπορική πολιτική των ΗΠΑ, παρά την αποκλιμάκωση από το ιστορικό υψηλό του Απριλίου 2025, παραμένει σε πολλαπλάσια επίπεδα του μακροπρόθεσμου μέσου όρου της.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε τα βασικά επιτόκια τον Ιούνιο, διακόπτοντας τριετή κύκλο νομισματικής χαλάρωσης — ένδειξη ότι πλέον ο πληθωρισμός, και όχι η ανάπτυξη, καθορίζει την ατζέντα της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη.
Οι μεγάλοι διεθνείς οργανισμοί αναθεώρησαν τις προβλέψεις τους προς τα κάτω για την ανάπτυξη του 2026 σε Ευρώπη και Κίνα, ενώ ταυτόχρονα αναθεώρησαν προς τα πάνω τις προβλέψεις πληθωρισμού. Στην Ελλάδα συγκεκριμένα, οι εκτιμήσεις των θεσμών για τον πληθωρισμό του 2026 αναπροσαρμόστηκαν από το εύρος 2,1%-2,5% στο εύρος 3,1%-4,2%, αντανακλώντας σε μεγάλο βαθμό την ενεργειακή πίεση που προκάλεσε η σύγκρουση.
Η ελληνική ανάπτυξη επιβραδύνει, αλλά παραμένει μπροστά από την Ευρωζώνη
Το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,0% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο του 2026, από 2,3% το τελευταίο τρίμηνο του 2025, με κύριους μοχλούς τις πάγιες επενδύσεις και τις εξαγωγές. Η απόδοση αυτή παραμένει σημαντικά υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 0,3%. Οι πάγιες επενδύσεις ενισχύθηκαν κατά 12,1% σε ετήσια βάση, με το ποσοστό επενδύσεων προς ΑΕΠ να ανέρχεται πλέον σε περίπου 18%, έναντι 21% στην Ευρωζώνη — ένα χάσμα που στενεύει σταθερά, αλλά δεν έχει ακόμη κλείσει.
Παράλληλα, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διευρύνθηκε στα 7,0 δισ. ευρώ (10,9% του ΑΕΠ) το πρώτο τρίμηνο του 2026, από 5,0 δισ. ευρώ (8,1% του ΑΕΠ) πέρυσι, παρά τη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου αγαθών και του ισοζυγίου υπηρεσιών. Η επιδείνωση οφείλεται κυρίως στη συρρίκνωση του πλεονάσματος του δευτερογενούς εισοδήματος. Πρόκειται για μια αντίφαση που αξίζει προσοχή: η οικονομία επενδύει και εξάγει περισσότερο, αλλά εξακολουθεί να καταναλώνει εισαγόμενα αγαθά και κεφάλαια σε ρυθμό που διευρύνει, και όχι περιορίζει, το εξωτερικό έλλειμμα.
Πληθωρισμός 5% και «κόπωση» στην αγορά εργασίας
Ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα επιταχύνθηκε απότομα στο 5,0% τον Μάιο του 2026, από 3,1% τον Φεβρουάριο — η πιο απότομη άνοδος από την περίοδο 2021-2022, με κύριο αίτιο την ενεργειακή συνιστώσα μετά το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ. Η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον πέμπτη υψηλότερη χώρα σε πληθωρισμό στην Ευρωζώνη, με το 5,0% να υπερβαίνει κατά σχεδόν δύο μονάδες το 3,2% του μέσου όρου της Ευρωζώνης.
Στην αγορά εργασίας, η ανεργία αυξήθηκε στο 9,6% τον Απρίλιο του 2026, από 8,7% τον αντίστοιχο μήνα πέρυσι — η πρώτη ανοδική μεταστροφή έπειτα από σειρά τριμήνων συστηματικής βελτίωσης. Ο αριθμός των ανέργων αυξήθηκε κατά 11,0% σε ετήσια βάση, ενώ η απασχόληση μειώθηκε κατά 19,6 χιλιάδες άτομα. Παράλληλα, το ισοζύγιο προσλήψεων-αποχωρήσεων βάσει στοιχείων ΕΡΓΑΝΗ παρέμεινε αρνητικό τον Ιανουάριο του 2026, ευρύτερο σε σχέση με πέρυσι. Στον αντίποδα, οι μισθοί συνέχισαν να αυξάνονται (+8,5% σε ετήσια βάση το τέταρτο τρίμηνο του 2025), ενώ το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών ακολουθεί σταθερά ανοδική πορεία, παραμένοντας ωστόσο 30% χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Το ποσοστό αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών παρέμεινε αρνητικό καθ’ όλη τη διετία 2023-2025, στο -1,0% έναντι +14,4% στην Ευρωζώνη. Αυτό σημαίνει ότι τα νοικοκυριά χρηματοδοτούν την κατανάλωσή τους μέσω δανεισμού ή ανάλωσης περιουσιακών στοιχείων — ακριβώς το έδαφος στο οποίο φυτρώνει το ιδιωτικό χρέος.
Δημοσιονομικό πλεόνασμα και ανθεκτικό τραπεζικό σύστημα
Σε αντίθεση με την εικόνα κόπωσης της αγοράς εργασίας, τα δημοσιονομικά μεγέθη συνέχισαν να υπεραποδίδουν το πρώτο τρίμηνο του 2026. Το γενικό κρατικό αποτέλεσμα σε ταμειακή βάση κατέγραψε πλεόνασμα 2,51 δισ. ευρώ (0,97% του ΑΕΠ), με το πρωτογενές πλεόνασμα να ανέρχεται σε 4,52 δισ. ευρώ. Το δημόσιο χρέος υποχώρησε στο 146,1% του ΑΕΠ το τελευταίο τρίμηνο του 2025, παραμένοντας το υψηλότερο στην Ευρωζώνη αλλά σε σταθερά πτωτική πορεία. Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου διαμορφώθηκε στο 3,8% τον Απρίλιο, με το περιθώριο έναντι του γερμανικού Bund να συρρικνώνεται στις 80 μονάδες βάσης — επίπεδα συγκρίσιμα με Ιταλία και Γαλλία.
Ο τραπεζικός τομέας εμφανίζεται ανθεκτικός: οι ιδιωτικές καταθέσεις έφτασαν τα 209,6 δισ. ευρώ τον Απρίλιο του 2026, ενώ ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων παραμένει σταθεροποιημένος σε χαμηλά επίπεδα μετά την κορύφωσή του το 2016. Η πιστωτική επέκταση προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις διατηρήθηκε στο 9,5% σε ετήσια βάση τον Απρίλιο, ενώ το κόστος δανεισμού άρχισε να ανεβαίνει από την έναρξη του πολέμου, φτάνοντας το 4,5% για τις επιχειρήσεις. Το Χρηματιστήριο Αθηνών, παρά τη διόρθωση του Μαρτίου λόγω του πολέμου, ανέκτησε πλήρως τις απώλειές του και διαπραγματεύεται ξανά σε πολυετή υψηλά, με τον μέσο ημερήσιο όγκο συναλλαγών να αυξάνεται στα 288 εκατ. ευρώ το διάστημα Ιανουαρίου-Μαΐου, από 178 εκατ. ευρώ το 2025.
Η αγορά ακινήτων: ρεκόρ επενδύσεων, ρεκόρ απαγορευτικού κόστους
Η αγορά ακινήτων παρέμεινε δυναμική το πρώτο τρίμηνο του 2026, με τις τιμές κατοικιών να ενισχύονται περαιτέρω, υποστηριζόμενες από ρεκόρ άμεσων ξένων επενδύσεων και ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου σε κατοικίες. Η Θεσσαλονίκη ξεπέρασε την Αθήνα και τον εθνικό μέσο όρο σε ρυθμό ανατίμησης. Τα διαμερίσματα ενός υπνοδωματίου κατέγραψαν τη μεγαλύτερη άνοδο τιμών (5%-8%) σε όλες τις περιφέρειες, με τη Δυτική Αθήνα (+7,9%) και την Κεντρική Αθήνα (+6,9%) να πρωτοστατούν.
Οι εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων επιταχύνθηκαν απότομα από το 2025, φτάνοντας το υψηλότερο επίπεδό τους εδώ και μια δεκαετία, ενώ το απόθεμα στεγαστικών δανείων σταθεροποιήθηκε γύρω στα 26 δισ. ευρώ — ακόμη χαμηλό σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο. Το μεγαλύτερο μέρος του προβληματικού στεγαστικού χρέους έχει πλέον μετακινηθεί εκτός τραπεζικού συστήματος: οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων διαχειρίζονται περίπου 25 δισ. ευρώ, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα στεγαστικά δάνεια στους ισολογισμούς των τραπεζών έχουν περιοριστεί κάτω από 2 δισ. ευρώ.
Η Ελλάδα παραμένει η λιγότερο προσιτή αγορά κατοικίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με δείκτη στεγαστικής επιβάρυνσης 26,4% — υποχωρώντας ελαφρά από το 28,9% του 2024, αλλά παραμένοντας πάνω από τριπλάσιος του μέσου όρου της Ε.Ε. (8%).
Στις πλειστηριασμούς ακινήτων καταγράφηκε οριακή επιβράδυνση το πρώτο τρίμηνο του 2026, με τον δείκτη απορρόφησης να υποχωρεί στο 13%-14% από αιχμή κοντά στο 18% το 2024. Μόλις 1 στους 7 προγραμματισμένους πλειστηριασμούς ολοκληρώνεται με επιτυχία, ενώ τα κατοικημένα ακίνητα αντιπροσωπεύουν περίπου το 53% του συνόλου των πλειστηριαζόμενων ακινήτων από το 2023 και μετά.
Το ιδιωτικό χρέος φτάνει τα 417 δισ. ευρώ — και η είσπραξη παραμένει το αδύναμο σημείο
Το συνολικό ιδιωτικό χρέος προς χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, φορολογικές αρχές και φορείς κοινωνικής ασφάλισης ανήλθε σε 417,0 δισ. ευρώ το τελευταίο τρίμηνο του 2025 — 168% του ΑΕΠ — αυξημένο κατά 24,3 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2024. Η αύξηση αυτή αντανακλά τόσο την επέκταση των εξυπηρετούμενων τραπεζικών πιστώσεων (+13,4 δισ. ευρώ) όσο και τη συνεχιζόμενη συσσώρευση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων προς το δημόσιο (+6,2 δισ. ευρώ).
Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές παραμένουν διαρθρωτικά υψηλές, στα 237,8 δισ. ευρώ, αν και το μερίδιό τους στο συνολικό ιδιωτικό χρέος υποχώρησε στο 57,0%, καθώς το εξυπηρετούμενο χρέος αυξήθηκε με ταχύτερο ρυθμό. Η σύνθεση των ληξιπρόθεσμων οφειλών είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική: το δημόσιο, μέσω ΑΑΔΕ και ΕΦΚΑ, κατέχει 165,2 δισ. ευρώ — δηλαδή το 69,5% του συνόλου. Πρόκειται για ποσό μεγαλύτερο από το σύνολο των μη εξυπηρετούμενων δανείων του τραπεζικού συστήματος και των διαχειριστών μαζί.
Το ποσοστό είσπραξης του παλαιού φορολογικού χρέους ανήλθε σε μόλις 3,0% το 2025, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το χρέος προς τον ΕΦΚΑ διαμορφώθηκε στο 4,7%. Πρόκειται για οφειλές που, στην πράξη, λειτουργούν περισσότερο ως λογιστικό μέγεθος παρά ως ανακτήσιμο περιουσιακό στοιχείο του δημοσίου.
Στον δανειακό τομέα, το συνολικό ιδιωτικό χρέος σε δάνεια έφτασε τα 251,9 δισ. ευρώ, με τα επιχειρηματικά δάνεια να παραμένουν ο κύριος μοχλός (175,8 δισ. ευρώ). Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων έχει σταθεροποιηθεί γύρω στο 29% από το 2023, με τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων να κατέχουν πλέον το 92,2% του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων δανείων — μόλις 5,7 δισ. ευρώ παραμένουν στους ισολογισμούς των τραπεζών, έναντι 97,2 δισ. ευρώ το 2017.
Ειδικό θέμα: η σιωπηλή γήρανση των συντάξεων και ο κίνδυνος αφερεγγυότητας
Το ειδικό θέμα του τεύχους εξετάζει την εξέλιξη των συντάξεων γήρατος στην περίοδο 2019-2025, και η ανάλυση αυτή λειτουργεί ως κρίσιμος συνδετικός κρίκος με το ζήτημα του ιδιωτικού χρέους. Η μέση σύνταξη γήρατος παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη σε πραγματικούς όρους, με οριακή αύξηση 0,8% στην εξαετία — σημαντικά κάτω από την αντίστοιχη αύξηση του πραγματικού κατώτατου μισθού (περίπου 33%), και οριακά πάνω από τον πραγματικό μέσο μισθό του ιδιωτικού τομέα, ο οποίος επίσης παρέμεινε ουσιαστικά στάσιμος.
Παράλληλα, ο πληθυσμός των συνταξιούχων γερνά αισθητά: το 86% των συνταξιούχων είναι πλέον άνω των 65 ετών, από 81% το 2019, με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση να εντοπίζεται στην ηλικιακή ομάδα 71-75 ετών. Ταυτόχρονα, το χάσμα μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών συντάξεων στενεύει — όχι επειδή βελτιώνονται οι ιδιωτικές συντάξεις, αλλά επειδή υποχωρούν σε πραγματικούς όρους οι δημόσιες: η μέση κύρια σύνταξη δημοσίου υπαλλήλου μειώθηκε κατά 11% σε πραγματικούς όρους την περίοδο 2019-2025, ενώ η αντίστοιχη του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκε οριακά κατά 1,3%. Το αποτέλεσμα είναι ότι το ασφάλιστρο υπέρ των δημόσιων συντάξεων συρρικνώθηκε από 59% το 2019 σε 40% το 2025.
Το ΙΟΒΕ συνδέει ρητά αυτή την εξέλιξη με τέσσερις παράγοντες που επηρεάζουν την ικανότητα αποπληρωμής χρεών των ηλικιωμένων δανειοληπτών: ο πληθωρισμός διαβρώνει το διαθέσιμο εισόδημα, η γήρανση περιορίζει τα περιθώρια ρύθμισης λόγω των ορίων ηλικίας που επιβάλλουν οι κανονιστικές πολιτικές πίστωσης, τα υψηλότερα επιτόκια καθιστούν ακριβότερη την αποπληρωμή —καθώς η πλειονότητα των ληξιπρόθεσμων δανείων είναι κυμαινόμενου επιτοκίου—, και οι αυξανόμενες τιμές κατοικιών διογκώνουν την αξία της εξασφάλισης, περιπλέκοντας αντί να διευκολύνουν τις ρυθμίσεις. Το επιτόκιο αναφοράς Euribor 6 μηνών αναμένεται να ανέλθει από 2,14% σε 2,95% έως τον Ιανουάριο του 2027, σύμφωνα με τις προθεσμιακές τιμές της αγοράς.
#LENSMYWAYPRESS
Το σημείο που χάνεται στους τίτλους
Η σύνδεση που κάνει το ΙΟΒΕ στο ειδικό θέμα δεν είναι παρενθετική, είναι το κλειδί της έκδοσης: οι τέσσερις μηχανισμοί που επιβαρύνουν την αποπληρωμή χρεών —πληθωρισμός, γήρανση, επιτόκια, τιμές ακινήτων— ενεργοποιούνται ταυτόχρονα ακριβώς τη στιγμή που οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων κατέχουν πλέον το 92% των μη εξυπηρετούμενων δανείων και χρειάζονται ρυθμίσεις για να τα ανακτήσουν. Ένας πληθυσμός συνταξιούχων με στάσιμο πραγματικό εισόδημα και αυξανόμενη ηλικία συναντά μια αγορά με αυξανόμενα επιτόκια και αυξανόμενες τιμές κατοικιών ακριβώς τη στιγμή που το σύστημα διαχείρισης χρέους χρειάζεται να κλείσει ρυθμίσεις. Δεν πρόκειται για συγκυρία, αλλά για διάρθρωση που χτίστηκε σταδιακά από το 2019, και τα στοιχεία δείχνουν ότι κορυφώνεται ακριβώς τώρα.
Πηγές δεδομένων: Quarterly Bulletin on Private Debt in the Greek Economy, ΙΟΒΕ με την υποστήριξη της Cepal Hellas και στοιχεία ReDataset, Ιούνιος 2026· ELSTAT, Τράπεζα της Ελλάδος, ΑΑΔΕ, ΕΦΚΑ, Eurostat, ΟΟΣΑ, ΔΝΤ, ΕΚΤ, INSETE, IDIKA.
© 2026 mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει




