Το κενό μετά το ΤΑΑ έχει πλέον αριθμό: -6 δισ. ευρώ
Η ιδιωτική επενδυτική πρωτοβουλία, μακριά από το φως του ΤΑΑ, είναι ασθενική: οι συνολικές επενδύσεις —πέραν των παγίων— έμειναν στάσιμες στο 0,0% το α΄ τρίμηνο, με τις επιχειρήσεις να αδειάζουν αποθέματα αντί να τα ανανεώνουν. Είναι η συμπεριφορά μιας αγοράς που δεν έχει ακόμη πειστεί ότι πρέπει να επενδύσει με δικά της κεφάλαια.
Η στιγμή της αλήθειας για το ελληνικό αναπτυξιακό μοντέλο δεν θα έρθει το 2026, όσο ρέουν ακόμη οι τελευταίοι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης. Θα έρθει το 2027, όταν η ανάπτυξη θα πρέπει να στηριχθεί σε ό,τι η ελληνική οικονομία έχει πραγματικά χτίσει από μόνη της — και σήμερα, στα ίδια τα στοιχεία που η έκθεση παραθέτει, αυτό το «μόνη της» παραμένει επικίνδυνα λεπτό.
Η τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ περιγράφει μια οικονομία που αναπτύσσεται με δανεισμένο χρόνο. Η πρόταση για αποταμιευτικούς λογαριασμούς είναι η πρώτη θεσμική απάντηση σε ένα ερώτημα που κανείς δεν θέτει ακόμη μεγαλόφωνα
Το κενό επιβεβαιώνεται: -6 δισ. ευρώ στο ΠΔΕ του 2027
Η παραγωγικότητα ως το πραγματικό στοίχημα μετά το ΤΑΑ
Ανάλυση με αφορμή την Τριμηνιαία Έκθεση του ΙΟΒΕ (Ιούλιος 2026) και την ειδική μελέτη για τους Αποταμιευτικούς Επενδυτικούς Λογαριασμούς
Στις 16 Ιουλίου το ΙΟΒΕ δημοσίευσε δύο κείμενα την ίδια ημέρα, κάτω από τον ίδιο τίτλο τεύχους. Το πρώτο ήταν η καθιερωμένη τριμηνιαία εικόνα της ελληνικής οικονομίας. Το δεύτερο ήταν μια «ειδική μελέτη» για νέους αποταμιευτικούς λογαριασμούς. Παρουσιάστηκαν ως δύο ξεχωριστά κεφάλαια του ίδιου τεύχους, χωρίς ρητή σύνδεση μεταξύ τους. Διαβασμένα όμως μαζί, δεν είναι δύο κείμενα — είναι ερώτηση και απάντηση. Το πρώτο περιγράφει μια οικονομία που αναπτύσσεται σε μεγάλο βαθμό χάρη σε κεφάλαιο με ημερομηνία λήξης. Το δεύτερο είναι η πρώτη θεσμική απόπειρα να σχεδιαστεί τι θα έρθει μετά. Το ενδιαφέρον —και το πρόβλημα— είναι η απόσταση ανάμεσα στο μέγεθος της ερώτησης και στο μέγεθος της απάντησης.
Η μηχανή που σβήνει μέσα στο 2026
Η ίδια η έκθεση του ΙΟΒΕ είναι σαφής ως προς το χρονοδιάγραμμα: το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «βαίνει προς ολοκλήρωση, με απορρόφηση του μεγαλύτερου μέρους των πόρων του NGEU έως το τέλος του 2026». Οι πάγιες επενδύσεις, που ενισχύθηκαν κατά 12,1% σε ετήσια βάση το α΄ τρίμηνο, οφείλουν μεγάλο μέρος αυτής της δυναμικής ακριβώς σε αυτή τη ροή — δημόσιες επενδύσεις υποδομών, συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα, κίνητρα προς επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε δράσεις του Ταμείου. Το ΙΟΒΕ το αναγνωρίζει ρητά στην ενότητα προβλέψεων: οι πάγιες επενδύσεις θα «διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα… με τις ιδιωτικές επενδύσεις να διαδέχονται σταδιακά τη δυναμική των δημοσίων καθώς ολοκληρώνεται το ΤΑΑ».
Η φράση «να διαδέχονται σταδιακά» είναι μια πρόβλεψη, όχι μια βεβαιότητα, και είναι ακριβώς το σημείο όπου η τριμηνιαία έκθεση αφήνει το πιο σημαντικό της ερώτημα αναπάντητο. Γιατί τα ίδια στοιχεία που παραθέτει δείχνουν μια οικονομία στην οποία η ιδιωτική επενδυτική πρωτοβουλία, μακριά από το φως του ΤΑΑ, είναι ασθενική: οι συνολικές επενδύσεις —πέραν των παγίων— έμειναν στάσιμες στο 0,0% το α΄ τρίμηνο, με τις επιχειρήσεις να αδειάζουν αποθέματα αντί να τα ανανεώνουν. Είναι η συμπεριφορά μιας αγοράς που δεν έχει ακόμη πειστεί ότι πρέπει να επενδύσει με δικά της κεφάλαια.
Τι ακριβώς θα λείψει
Τρία ευρήματα της ίδιας έκθεσης, διαβασμένα μαζί, σκιαγραφούν το μέγεθος του κενού που θα αφήσει η απόσυρση του ΤΑΑ.
Πρώτον, το εξωτερικό ισοζύγιο εμφανίζεται καλύτερο απ’ όσο πραγματικά είναι, επειδή η επιδείνωσή του κρύβεται πίσω από τη μείωση δευτερογενών εισοδημάτων —μεταβιβάσεων, σε μεγάλο βαθμό ευρωπαϊκής προέλευσης— και όχι από πραγματική βελτίωση της παραγωγικής βάσης. Όταν αυτή η ροή μειωθεί περαιτέρω μετά το 2026, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα εκτεθεί χωρίς το σημερινό «μαξιλάρι».
Δεύτερον, η έκθεση καταγράφει με λεπτομέρεια τη γεωπολιτική διαταραχή στο Στενό του Ορμούζ και την άνοδο του ενεργειακού κόστους —Δείκτης Τιμών Παραγωγού +5,7% το πρώτο πεντάμηνο, με τον υποδείκτη ενέργειας στο +9,3%— αλλά ποτέ δεν το μεταφράζει σε συγκεκριμένο κόστος ανταγωνιστικότητας για τη βιομηχανία ή σε επιβάρυνση για τα νοικοκυριά. Είναι ένα ρίσκο που η ίδια η έκθεση αναγνωρίζει σε επίπεδο αρχής —«ο συστηματικά υψηλότερος πληθωρισμός στην Ελλάδα… διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα»— αλλά δεν το ποσοτικοποιεί. Ένα ενεργειακό κόστος που δεν μετριέται είναι ένα κόστος που δεν μπαίνει στον σχεδιασμό πολιτικής.
Τρίτον, οι δύο διαρθρωτικοί δείκτες που θα καθόριζαν αν η ελληνική οικονομία μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς εξωτερική υποστήριξη —οι επιχειρηματικές δαπάνες Έρευνας και Ανάπτυξης και η αξιοποίηση του ανθρώπινου κεφαλαίου— παραμένουν αδύναμοι. Η Ελλάδα δαπανά περίπου το μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου σε επιχειρηματική Ε&Α, ενώ οι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εμφανίζουν, αντίθετα από τον ευρωπαϊκό κανόνα, υψηλότερο ποσοστό αδράνειας (εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης, κατάρτισης) από τους λιγότερο μορφωμένους συνομηλίκους τους. Και οι δύο δείκτες περιγράφουν την ίδια αδυναμία: μια οικονομία που δεν έχει ακόμη αναπτύξει επαρκή εγχώρια ζήτηση για καινοτομία και για το ανθρώπινο κεφάλαιο που η ίδια παράγει.
Το ΤΑΑ δεν χρηματοδότησε απλώς έργα υποδομής· κάλυψε, εν μέρει και σιωπηλά, τρία διαρθρωτικά κενά ταυτόχρονα. Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα πληρώσει τα έργα — είναι ποιος θα καλύψει τα κενά.
Η πρώτη απάντηση: αποταμίευση αντί για ευρωπαϊκό δανεισμό
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πρόταση του ΙΟΒΕ για Αποταμιευτικούς Επενδυτικούς Λογαριασμούς (ΑΠΕΛ) και τον αντίστοιχο παιδικό λογαριασμό (ΠΑΠΕΛ) αποκτά νόημα που υπερβαίνει τη φορολογική της διάσταση. Η λογική είναι να μετατοπιστεί μέρος της ελληνικής αποταμίευσης —που σήμερα κάθεται σε καταθέσεις χαμηλής απόδοσης— προς παραγωγικές τοποθετήσεις, μέσω φορολογικού κινήτρου συνδεδεμένου με τον χρόνο διακράτησης. Είναι, ουσιαστικά, μια πρόταση να αντικατασταθεί ο κοινός ευρωπαϊκός δανεισμός με εγχώριο ιδιωτικό κεφάλαιο, ακριβώς τη στιγμή που ο πρώτος αποσύρεται.
Το πρόβλημα δεν είναι η λογική της πρότασης — είναι η κλίμακά της. Το ίδιο το ΙΟΒΕ εκτιμά, μέσω προσομοίωσης γενικής ισορροπίας, ότι σε ένα «μετριοπαθές σενάριο» ταυτόχρονης εφαρμογής ΑΠΕΛ και ΠΑΠΕΛ, με ετήσιο δημοσιονομικό κόστος περίπου 140 εκατ. ευρώ, θα προκύψουν καθαρές νέες επενδύσεις άνω των 300 εκατ. ευρώ ετησίως. Είναι ένα θετικό, μετρήσιμο αποτέλεσμα — αλλά είναι τάξεις μεγέθους μικρότερο από τις δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ που έχει κινητοποιήσει το ΤΑΑ στην ελληνική οικονομία. Ένα εργαλείο σχεδιασμένο για τη μεσαία τάξη δεν μπορεί, από μόνο του, να υποκαταστήσει μια πανευρωπαϊκή δημοσιονομική παρέμβαση.
Σύγκριση κλίμακας: τι αντικαθιστά τι
| Χαρακτηριστικό | Ταμείο Ανάκαμψης (ΤΑΑ) | ΑΠΕΛ / ΠΑΠΕΛ |
| Πηγή κεφαλαίου | Κοινός ευρωπαϊκός δανεισμός (NGEU) | Ιδιωτική αποταμίευση νοικοκυριών |
| Κλίμακα | Δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ, μία εφάπαξ κατανομή | Εκτίμηση ΙΟΒΕ: ~€300 εκατ. νέες επενδύσεις ετησίως |
| Χρονικός ορίζοντας | Ολοκληρώνεται εντός του 2026 | Χωρίς ημερομηνία λήξης — δομικό χαρακτηριστικό |
| Κατεύθυνση | Καθορισμένη από εθνικό σχέδιο και Κομισιόν | Ελεύθερη επιλογή του αποταμιευτή |
| Εξάρτηση | Πολιτική βούληση σε επίπεδο ΕΕ | Δημοσιονομικό κόστος εγχώριου προϋπολογισμού |
Συγκριτική απεικόνιση χαρακτηριστικών. Πηγή: ΙΟΒΕ (2026), Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Επεξεργασία: mywaypress.gr. Τα μεγέθη του ΤΑΑ παρατίθενται ενδεικτικά ως προς την τάξη μεγέθους, όχι ως ακριβές ποσό απορρόφησης.
Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό
Αν ο ΑΠΕΛ δεν μπορεί, από μόνος του, να καλύψει το κενό κλίμακας, τότε η πραγματική συζήτηση δεν αφορά αν θα θεσπιστεί ή όχι —ήδη 11 χώρες της ΕΕ έχουν αντίστοιχα εργαλεία και η ελληνική υιοθέτησή του μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη μέσα στην ευρύτερη ευρωπαϊκή πορεία προς την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Η πραγματική συζήτηση αφορά τι άλλο θα πρέπει να συνοδεύσει το εργαλείο αυτό ώστε να καλυφθεί η πραγματική απόσταση: ταχύτερη πιστωτική επέκταση προς επιχειρήσεις πέραν των σημερινών, ήδη ενισχυμένων ρυθμών· φορολογικά κίνητρα στοχευμένα ειδικά στην επιχειρηματική Ε&Α, όχι μόνο στη γενική αποταμίευση· και ένα ενισχυμένο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων που να μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα, όχι ως υποκατάστατο, μέχρι να ωριμάσει η ιδιωτική πρωτοβουλία.
Το εμπόδιο που η ίδια η έκθεση αναγνωρίζει, χωρίς να το αναλύει σε βάθος, είναι πολιτικό, όχι τεχνικό. Η οικονομία εισέρχεται σε προεκλογική περίοδο τη στιγμή ακριβώς που χρειάζεται τις πιο δύσκολες αποφάσεις — φορολογικά κίνητρα με δημοσιονομικό κόστος, μεταρρυθμίσεις παραγωγικότητας με πολιτικό κόστος, επιλογές προτεραιοτήτων ανάμεσα σε καταναλωτική ανακούφιση και μακροχρόνια επένδυση. Το ΙΟΒΕ το θέτει ως κίνδυνο στην τελευταία ενότητα της έκθεσής του: αυξημένη πιθανότητα επιβράδυνσης του μεταρρυθμιστικού προγράμματος «ενόψει της προεκλογικής περιόδου». Είναι, ουσιαστικά, μια παραδοχή ότι το παράθυρο σχεδιασμού για το «μετά ΤΑΑ» μοντέλο ανάπτυξης είναι πιο στενό απ’ όσο υποδηλώνει ο τίτλος μιας ήρεμης τριμηνιαίας έκθεσης.
Το συμπέρασμα που δεν γράφτηκε
Η τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ δεν αρνείται τίποτα από όσα περιγράφονται εδώ — αντίθετα, τα καταγράφει όλα, με ακρίβεια και τεκμηρίωση, σε ξεχωριστές ενότητες που δεν μιλούν ρητά μεταξύ τους. Είναι μια επιλογή θεσμικής γλώσσας, όχι απόκρυψη στοιχείων. Όμως η δουλειά της ανάλυσης —και της δημοσιογραφίας που την κάνει προσιτή— είναι ακριβώς να συνδέει τα σημεία που η θεσμική γλώσσα κρατά προσεκτικά χωρισμένα. Η στιγμή της αλήθειας για το ελληνικό αναπτυξιακό μοντέλο δεν θα έρθει το 2026, όσο ρέουν ακόμη οι τελευταίοι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης. Θα έρθει το 2027, όταν η ανάπτυξη θα πρέπει να στηριχθεί σε ό,τι η ελληνική οικονομία έχει πραγματικά χτίσει από μόνη της — και σήμερα, στα ίδια τα στοιχεία που η έκθεση παραθέτει, αυτό το «μόνη της» παραμένει επικίνδυνα λεπτό.
#LensMyWayPress — Η μεγάλη εικόνα
Η συζήτηση για «τι θα αντικαταστήσει το ΤΑΑ» συνήθως τίθεται ως δημοσιονομικό ερώτημα — από πού θα βρεθούν τα κεφάλαια. Είναι όμως εξίσου, αν όχι περισσότερο, ερώτημα θεσμικής ικανότητας: το ΤΑΑ λειτούργησε και ως μηχανισμός πειθαρχίας, με συγκεκριμένα ορόσημα, εξωτερική παρακολούθηση από την Κομισιόν και πίεση χρόνου που ανάγκασε τη δημόσια διοίκηση να επιταχύνει διαδικασίες που επί χρόνια καθυστερούσαν. Ένας εγχώριος αποταμιευτικός λογαριασμός μπορεί να αντικαταστήσει το κεφάλαιο. Δεν αντικαθιστά αυτόματα την πειθαρχία και την εξωτερική λογοδοσία που συνόδευαν τη διάθεσή του — και αυτό είναι, ίσως, το πιο δύσκολο κενό να καλυφθεί μετά το 2026.
Το κενό επιβεβαιώνεται: -6 δισ. ευρώ στο ΠΔΕ του 2027
Εγκύκλιος του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας ποσοτικοποιεί αυτό που η ανάλυση μας περιγράφει ως δομικό κενό μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης
Ενημέρωση σε συνέχεια της ανάλυσης «Τι θα αντικαταστήσει το ΤΑΑ όταν λήξει;»
Το ερώτημα που θέτει η mywaypress.gr στην ανάλυση της τριμηνιαίας έκθεσης του ΙΟΒΕ —τι θα καλύψει το κενό όταν εξαντληθούν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης— έχει πλέον αριθμό. Με εγκύκλιο προς τους αρμόδιους φορείς, ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Νίκος Παπαθανάσης ζητά επιτάχυνση της υλοποίησης του φετινού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων —του μεγαλύτερου των τελευταίων δεκαέξι ετών, ύψους 16,692 δισ. ευρώ— με ρητούς ενδιάμεσους στόχους: 75% υλοποίηση έως το τέλος Σεπτεμβρίου, 95% έως το τέλος Νοεμβρίου. Ταυτόχρονα, η ίδια εγκύκλιος ζητά από τους φορείς να αποστείλουν έγκαιρα τις προτάσεις τους για το ΠΔΕ του 2027 — έναν προϋπολογισμό που θα είναι, σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, κατά σχεδόν 6 δισ. ευρώ μικρότερος.
Ο γκρεμός σε νούμερα
Η αιτία της διαφοράς ονομάζεται ρητά στο κείμενο της εγκυκλίου, χωρίς περιστροφές: το ΠΔΕ του 2027 περιορίζεται στα 10,7 δισ. ευρώ —7 δισ. ευρώ συγχρηματοδοτούμενα έργα και 3,6 δισ. ευρώ αμιγώς εθνικοί πόροι— ακριβώς επειδή λήγει το Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο συμμετείχε στον φετινό προϋπολογισμό των 16,692 δισ. ευρώ με 7,192 δισ. ευρώ. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για την πρώτη επίσημη, τεκμηριωμένη ποσοτικοποίηση του «κενού» που η ανάλυση μας περιγράφει ως δομικό χαρακτηριστικό της μετά-ΤΑΑ ελληνικής οικονομίας, όχι ως θεωρητικό ενδεχόμενο.
| Σύνθεση ΠΔΕ | 2026 | 2027 |
| Συνολικός προϋπολογισμός ΠΔΕ | 16,692 δισ. € | 10,7 δισ. € |
| εκ των οποίων: πόροι ΤΑΑ | 7,192 δισ. € | 0 € |
| εκ των οποίων: συγχρηματοδοτούμενα (ΕΕ) | — | 7,0 δισ. € |
| εκ των οποίων: αμιγώς εθνικοί πόροι | — | 3,6 δισ. € |
| Μεταβολή έναντι 2026 | — | -5,99 δισ. € (-36%) |
Σύνθεση Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων 2026-2027. Πηγή: Εγκύκλιος υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ιούλιος 2026. Επεξεργασία: mywaypress.gr
Η μείωση 36% στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων του 2027 δεν είναι πρόβλεψη αναλυτών· είναι η επίσημη γραμμή του ίδιου του υπουργείου που διαχειρίζεται τους πόρους. Το κενό που περιγράφαμε θεωρητικά έχει τώρα υπογραφή και ημερομηνία.
Η κλίμακα σε σχέση με την πρόταση ΑΠΕΛ
Η επιβεβαίωση αυτή καθιστά ακόμη πιο απτή την επιφύλαξη που είχε διατυπωθεί για την πρόταση του ΙΟΒΕ περί Αποταμιευτικών Επενδυτικών Λογαριασμών. Η εκτιμώμενη ετήσια ώθηση από τον ΑΠΕΛ και τον ΠΑΠΕΛ —περίπου 300 εκατ. ευρώ σε νέες επενδύσεις, σύμφωνα με το «μετριοπαθές σενάριο» του ίδιου του Ιδρύματος— αντιστοιχεί σε λιγότερο από το 5% της μείωσης που θα υποστεί μόνο το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων το 2027, χωρίς καν να συνυπολογιστεί η ευρύτερη απώλεια πόρων NGEU σε επίπεδο συνολικής οικονομίας. Η αναλογία δεν αναιρεί τη χρησιμότητα του εργαλείου, αλλά επιβεβαιώνει με αριθμό αυτό που η ανάλυση μας είχε επισημάνει ποιοτικά: πρόκειται για ένα πρώτο, μερικό βήμα, όχι για υποκατάστατο κλίμακας.
Η πραγματική δοκιμασία: ο χρόνος χωρίς εξωτερική πίεση
Το στοιχείο της εγκυκλίου που αξίζει τη μεγαλύτερη προσοχή δεν είναι το ύψος της μείωσης, αλλά το αίτημα προς τους φορείς να «αποστείλουν εγκαίρως» τις προτάσεις τους όχι μόνο για το 2027 αλλά και για τα επόμενα τρία έτη. Πρόκειται ακριβώς για το είδος του μακροχρόνιου, συστηματικού σχεδιασμού που το Ταμείο Ανάκαμψης επέβαλλε στην ελληνική δημόσια διοίκηση μέσω δεσμευτικών οροσήμων και εξωτερικής παρακολούθησης από την Κομισιόν. Το ερώτημα που έθετε η ανάλυση μας —αν η θεσμική πειθαρχία που καλλιέργησε το ΤΑΑ θα επιβιώσει της απουσίας του— βρίσκεται τώρα υπό άμεση δοκιμή: το υπουργείο ζητά την ίδια πειθαρχία οικειοθελώς, χωρίς την εξωτερική πίεση ορόσημων και ελέγχου απορρόφησης που συνόδευε τους ευρωπαϊκούς πόρους. Αν οι φορείς ανταποκριθούν στο ίδιο επίπεδο οργάνωσης χωρίς αυτή την πίεση, θα είναι η πρώτη πραγματική ένδειξη ότι η χώρα έμαθε κάτι διαρκές από την περίοδο του ΤΑΑ. Αν όχι, το ΠΔΕ του 2027 θα είναι απλώς μικρότερο σε μέγεθος και πιο δύσκολο στην εκτέλεση.
#LensMyWayPress — Η μεγάλη εικόνα
Η πίεση για αποφυγή «συσσώρευσης πληρωμών τον Δεκέμβριο» που αναφέρει η εγκύκλιος δεν είναι τεχνικό ζήτημα ταμειακής διαχείρισης· είναι έμμεση ομολογία ότι ο ρυθμός απορρόφησης παραμένει ανομοιόμορφος ακόμη και υπό καθεστώς ΤΑΑ, με πίεση χρόνου και εξωτερική παρακολούθηση. Αν αυτό συμβαίνει με τους ισχυρότερους δυνατούς μηχανισμούς πίεσης ενεργούς, το ερώτημα που αξίζει παρακολούθηση τους επόμενους μήνες δεν είναι μόνο πόσο μικρότερο θα είναι το ΠΔΕ του 2027, αλλά αν ο ρυθμός απορρόφησής του θα είναι καλύτερος ή χειρότερος απ’ ό,τι σήμερα — μια πρώτη, μετρήσιμη ένδειξη για το αν η «θεσμική ικανότητα» που συζητήσαμε είναι πραγματική ή προσωρινή.
Η παραγωγικότητα ως το πραγματικό στοίχημα μετά το ΤΑΑ
Το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank (17.7.2026) προσθέτει μια κρίσιμη διάσταση σε ό,τι έχει ήδη τεκμηριωθεί για το μετά-ΤΑΑ τοπίο: δεν αρκεί να βρεθεί ποιος θα αντικαταστήσει το κεφάλαιο του Ταμείου Ανάκαμψης — το ζήτημα είναι αν η οικονομία έχει ήδη μετατρέψει τις επενδύσεις της σε πραγματική παραγωγικότητα, πριν στερέψει η ροή που τις χρηματοδότησε.
Τα στοιχεία της τράπεζας δείχνουν πρόοδο, αλλά και τα όριά της. Η παραγωγικότητα της εργασίας ενισχύεται από το 2022 και η συμβολή της στη μεγέθυνση πλέον υπερβαίνει αυτή της απασχόλησης — μια μετάβαση σε «ανάπτυξη με μοχλό την παραγωγικότητα» που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένει να συνεχιστεί το 2026-2027. Ταυτόχρονα, όμως, η ίδια η Επιτροπή προβλέπει απότομη επιβράδυνση των επενδύσεων στην Ελλάδα: από +7,3% το 2026 σε μόλις +1,3% το 2027 — μια καμπύλη που αντιγράφει, με διαφορετικά νούμερα, την ίδια «κλιμάκωση προς τα κάτω» που έδειξε η εγκύκλιος για το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Το ΤΑΑ, δηλαδή, δεν στηρίζει μόνο τον κρατικό προϋπολογισμό — στηρίζει και τον ρυθμό με τον οποίο η οικονομία αναβαθμίζει το παραγωγικό της κεφάλαιο.
Το πιο ανησυχητικό εύρημα του Δελτίου, ωστόσο, είναι διαρθρωτικό και δεν εξαρτάται από κανένα ταμείο: η Ελλάδα κατατάσσεται τελευταία στην ΕΕ-27 στην παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας (54,5% του ευρωπαϊκού μέσου όρου) και προτελευταία ανά απασχολούμενο. Η αιτία δεν είναι μόνο η υποεπένδυση της προηγούμενης δεκαετίας, αλλά η ίδια η αρχιτεκτονική της οικονομίας: το 47,5% της απασχόλησης βρίσκεται σε πολύ μικρές επιχειρήσεις, που παράγουν όμως μόλις το 23,5% της προστιθέμενης αξίας, με παραγωγικότητα μικρομεσαίων επιχειρήσεων που αντιστοιχεί στο 25,5% εκείνης των μεγάλων — το χαμηλότερο ποσοστό σε ολόκληρη την Ένωση.
Η σύνδεση με το προηγούμενο επιχείρημα είναι άμεση: ένα κεφάλαιο σαν αυτό που θα προσφέρει ο ΑΠΕΛ, ή ακόμη και ένα ενισχυμένο εθνικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, δεν αλλάζει από μόνο του αυτή την αρχιτεκτονική. Η ίδια η Alpha Bank σημειώνει ότι η θετική επίδραση των επενδύσεων στην παραγωγικότητα εκδηλώνεται «με χρονική υστέρηση» — χρειάζεται χρόνο για να ενσωματωθούν οι νέες δυνατότητες στις μικρές, κατακερματισμένες επιχειρήσεις που κυριαρχούν στην ελληνική αγορά εργασίας. Αν αυτός ο χρόνος δεν έχει ακόμη εξαντληθεί όταν λήξει η χρηματοδοτική ώθηση του ΤΑΑ, το ρίσκο δεν είναι απλώς μικρότερος προϋπολογισμός δημοσίων επενδύσεων — είναι μια σύγκλιση παραγωγικότητας που σταματά στα μισά του δρόμου.
© 2026 mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει




