Το πλεόνασμα, ο πόλεμος και το ρολόι της ανάκαμψης που μετράει αντίστροφα

Η Τράπεζα της Ελλάδος δημοσίευσε στις 17 Ιουλίου το τριμηνιαίο σημείωμά της για την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Πίσω από μια εικόνα επιδόσεων που ξεπερνούν τον μέσο όρο της ευρωζώνης, το κείμενο -αν διαβαστεί ενιαία και όχι δείκτη-δείκτη- αποκαλύπτει μια οικονομία που επιταχύνει με καύσιμο το οποίο σε μεγάλο βαθμό δεν παράγει η ίδια, και το οποίο έχει ημερομηνία λήξης.

 
Με ρυθμό ανάπτυξης 2,0% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο του 2026 -τετραπλάσιο σχεδόν του μέσου όρου της ευρωζώνης (0,5%)- η ελληνική οικονομία συνεχίζει να πρωτοστατεί μεταξύ των κρατών-μελών της Ένωσης. Πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ το 2025, το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δημόσιο χρέος που υποχώρησε κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες σε ένα έτος, στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2010. Και οι πέντε μεγάλοι οίκοι αξιολόγησης τοποθετούν πλέον τη χώρα σε επενδυτική βαθμίδα. Είναι εντυπωσιακά μεγέθη, και η Τράπεζα της Ελλάδος τα καταγράφει με τη συνήθη τεχνοκρατική νηφαλιότητά της.

Το ερώτημα που θέτει το mywaypress.gr, διαβάζοντας το σύνολο του κειμένου και όχι μόνο τους τίτλους των πινάκων, δεν είναι αν αυτά τα νούμερα είναι αληθινά — είναι. Είναι τι είδους ανάπτυξη περιγράφουν, και πόσο από αυτήν στηρίζεται σε μηχανισμούς που η ελληνική οικονομία δεν ελέγχει, ή που σύντομα θα πάψουν να υφίστανται με τη σημερινή τους μορφή.

Δείκτης 2024 2025 2026 (Q1 / εκτ.)
Ρυθμός ανάπτυξης ΑΕΠ (y-o-y) 2,1% 2,1% 2,0% (Q1) · εκτ. 1,9%
Πρωτογενές πλεόνασμα (% ΑΕΠ) 4,8% 4,9% εκτ. 3,2%
Δημόσιο χρέος (% ΑΕΠ) 154,2% 146,1% 137,8% (Q1, εκτ. ΟΔΔΗΧ)
Πληθωρισμός ΕνΔΤΚ (y-o-y) 3,0% 2,9% 3,9% (Ιούν.)
Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (% ΑΕΠ) -7,2% -5,7% εκτ. -6,2%
Ανεργία 10,1% 8,9% 8,1% (Μάιος)
Επενδύσεις παγίου κεφαλαίου (y-o-y) 4,5% 8,9% 12,1% (Q1)

Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος, «Note on the Greek Economy», 17 Ιουλίου 2026. Επεξεργασία: mywaypress.gr.

 
ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΜΕ ΜΙΑ ΣΧΕΔΟΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΤΗΡΙΑ ΔΥΝΑΜΗ

Από τις 2,0 ποσοστιαίες μονάδες ανάπτυξης του πρώτου τριμήνου, οι 2,0 ακριβώς προέρχονται από τις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, οι οποίες αυξήθηκαν 12,1% σε ετήσια βάση. Η ιδιωτική κατανάλωση συνεισέφερε μόλις 0,5 μονάδα, τα αποθέματα λειτούργησαν αφαιρετικά, και οι καθαρές εξαγωγές πρόσθεσαν 0,6 μονάδα. Με άλλα λόγια: αν αφαιρεθεί η επενδυτική συνιστώσα, η ελληνική οικονομία θα μεγάλωνε φέτος με ρυθμό ελάχιστα διαφορετικό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η σύνθεση αυτών των επενδύσεων δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας: κατοικίες +15,0%, λοιπές κατασκευές +18,1%, μηχανολογικός εξοπλισμός +16,2%. Πρόκειται, σε μεγάλο βαθμό, για την τελευταία φάση απορρόφησης του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), του οποίου η προθεσμία ολοκλήρωσης ορόσημων λήγει στις 31 Αυγούστου 2026 και η τελική εκταμίευση αναμένεται εντός του έτους. Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος, στο δικό της βασικό σενάριο προβλέψεων, καταγράφει τη μετάβαση που έρχεται: ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων υποχωρεί από 5,5% το 2026 σε 3,6% το 2027 και 3,4% το 2028, «με τη λήξη της περιόδου υλοποίησης του NGEU».

Ανάμεσα στη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης το 2026 και την πλήρη ενεργοποίηση του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου το 2028, ανοίγει ένα διετές παράθυρο χωρίς το ευρωπαϊκό «μαξιλάρι» που στήριξε την επενδυτική έκρηξη των τελευταίων ετών.

Το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034, με ελληνική συμμετοχή της τάξης των €49,2 δισ., δεν αναμένεται να ενεργοποιηθεί πριν το 2028. Στο ενδιάμεσο διάστημα, η ελληνική οικονομία καλείται να μεταβεί από μια επενδυτική δυναμική που τροφοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από ευρωπαϊκή χρηματοδότηση σε μια δυναμική που θα πρέπει να στηρίζεται περισσότερο σε ιδιωτική πρωτοβουλία, τραπεζικό δανεισμό και άμεσες ξένες επενδύσεις — ακριβώς τη στιγμή που, όπως θα δούμε παρακάτω, η ανταγωνιστικότητα κόστους της χώρας φθίνει και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών επιδεινώνεται.

 
ΤΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΑ-ΒΙΤΡΊΝΑ ΚΑΙ Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΟΥ «ΦΘΗΝΟΥ» ΧΡΕΟΥΣ

Το δημοσιονομικό αφήγημα του 2025 είναι, χωρίς υπερβολή, το ισχυρότερο σημείο της Έκθεσης: πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ, υπέρβαση του στόχου του Προϋπολογισμού κατά περίπου 1,2 μονάδα, και μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε ένα έτος. Ωστόσο, η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος, στην ενότητα για τη βιωσιμότητα του χρέους, θέτει μια προϋπόθεση που συχνά παραλείπεται από τη δημόσια συζήτηση: οι κίνδυνοι παραμένουν περιορισμένοι σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα επειδή το μεγαλύτερο μέρος του χρέους εξακολουθεί να φέρει τους ευνοϊκούς όρους των δανείων της κρίσης -μακρές περιόδους χάριτος, σταθερά επιτόκια, αναβολές τόκων.

Το κείμενο είναι ρητό: «καθώς τα δάνεια αυτά ανανεώνονται με όρους αγοράς, η έκθεση σε δυσμενείς διαταραχές θα αυξηθεί». Πρόκειται για μια αργή, σχεδόν αόρατη μεταβολή προφίλ κινδύνου: το σημερινό χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης του χρέους (1,38% ετησίως) δεν είναι προϊόν τρέχουσας πολιτικής, αλλά κληρονομιά διαπραγματεύσεων μιας άλλης εποχής. Κάθε χρόνο που περνά, μεγαλύτερο τμήμα αυτού του χρέους θα αντικαθίσταται από χρηματοδότηση με όρους αγοράς, αυξάνοντας μηχανικά την ευαισθησία της χώρας σε παγκόσμιες αναταράξεις επιτοκίων -ανεξαρτήτως του πόσο πειθαρχημένη παραμείνει η δημοσιονομική πολιτική στο εσωτερικό.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πώς αξιοποιήθηκε η υπερεπίτευξη του 2025: όχι για επιτάχυνση αποπληρωμής χρέους, αλλά για συσσώρευση ταμειακών διαθεσίμων (από €36 σε €40 δισ.). Μέρος αυτού του «μαξιλαριού» χρησιμοποιείται πλέον για τη χρηματοδότηση προσωρινών μέτρων στήριξης έναντι της ενεργειακής ακρίβειας και στοχευμένων μεταβιβάσεων -παράταση επιδότησης λιπασμάτων, μόνιμη αύξηση στήριξης εισοδήματος χαμηλοσυνταξιούχων, εφάπαξ ενίσχυση χαμηλοεισοδηματικών νοικοκυριών τον Ιούνιο. Πρόκειται για μέτρα εντός των δημοσιονομικών κανόνων, όπως τονίζει η Τράπεζα της Ελλάδος· ο συγχρονισμός τους, ωστόσο, δεν περνά απαρατήρητος.

 
Ο ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΠΛΕΟΝ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

Ο πληθωρισμός υποχώρησε στο 3,9% τον Ιούνιο από 4,9% τον Μάιο, με την ενεργειακή συνιστώσα να παραμένει ωστόσο σε διψήφιο επίπεδο (14,7%). Το πλέον αποκαλυπτικό στοιχείο, όμως, δεν είναι το επίπεδο του δείκτη αλλά η μεθοδολογία της πρόβλεψης: η Τράπεζα της Ελλάδος δημοσιεύει πλέον δύο διακριτά σενάρια για την πορεία της οικονομίας έως το 2028, με τη διαφορά τους να εξαρτάται αποκλειστικά από την εξέλιξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή και τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Στο βασικό σενάριο, με αφετηρία τις τιμές των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης στις 21 Μαΐου, ο πληθωρισμός διαμορφώνεται στο 3,8% το 2026· στο ηπιότερο σενάριο, με πετρέλαιο στα 88 δολάρια το βαρέλι αντί υψηλότερων επιπέδων, στο 3,7%, με αντίστοιχα υψηλότερη ανάπτυξη.

Το γεγονός ότι η επίσημη μακροοικονομική πρόβλεψη μιας χώρας-μέλους της Ευρωζώνης διχάζεται πλέον ρητά ανάλογα με την πορεία μιας γεωπολιτικής σύγκρουσης χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, αποτυπώνει με ακρίβεια τι σημαίνει να είσαι μικρή, ανοιχτή, εισαγωγική σε ενέργεια οικονομία: η εθνική δημοσιονομική και νομισματική σχεδίαση εξαρτάται, σε βαθμό που σπάνια ομολογείται τόσο ανοιχτά, από αποφάσεις που λαμβάνονται αλλού.

 
ΤΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΠΟΥ Η ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΔΕΝ ΚΛΕΙΝΕΙ

Εδώ εντοπίζεται ίσως η πιο ανθεκτική αντίφαση της Έκθεσης. Παρά τα ρεκόρ σε εισπράξεις από τον τουρισμό (+41,8% το τετράμηνο Ιανουαρίου-Απριλίου), παρά την άνοδο των άμεσων ξένων επενδύσεων και παρά την εκρηκτική άνοδο των ναύλων στη ναυτιλία (ξηρού φορτίου +52%, δεξαμενόπλοια +214% σε ετήσια βάση), το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών διευρύνθηκε εκ νέου στο πρώτο τετράμηνο του 2026 σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Η αιτία: σχεδόν υποδιπλασιασμός των εισροών από ενωσιακές αγροτικές επιδοτήσεις και αυξημένες εισαγωγές που τροφοδοτούνται από την ίδια την επενδυτική έκρηξη που περιγράφηκε παραπάνω.

Το σχήμα επαναλαμβάνεται με μαθηματική συνέπεια εδώ και χρόνια: όσο πιο δυναμική η εγχώρια ζήτηση και οι επενδύσεις, τόσο μεγαλύτερη η εισαγωγική διαρροή, επειδή η παραγωγική βάση της χώρας δεν έχει διευρυνθεί αναλογικά. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος τοποθετεί, στη λίστα των μεσο-μακροπρόθεσμων προκλήσεων, την «ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας» και τη «διεύρυνση της εξαγωγικής βάσης με προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας» ως πρώτη προτεραιότητα -μια διατύπωση που, με μικρές παραλλαγές, εμφανίζεται σε αντίστοιχα σημειώματα εδώ και αρκετούς κύκλους αναφοράς, χωρίς αντίστοιχη μετατόπιση στα ίδια τα στοιχεία.

 
ΜΙΣΘΟΙ ΠΟΥ ΑΝΕΒΑΙΝΟΥΝ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΌΤΗΤΑ ΠΟΥ ΔΙΑΡΡΕΕΙ ΑΘΟΡΥΒΑ

Ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί σωρευτικά κατά 57% από το τέλος του 2018, φτάνοντας τα €920 τον μήνα από τον Απρίλιο του 2026. Η ιδιωτική κατανάλωση παραμένει ισχυρή, η απασχόληση αυξάνεται, η ανεργία υποχωρεί. Ταυτόχρονα, όμως, η δείκτης κοστολογικής ανταγωνιστικότητας βάσει μοναδιαίου κόστους εργασίας επιδεινώνεται σταθερά από το 2023, σε αντίθεση με ό,τι θα υπέθετε κανείς αυτόματα βλέποντας τις μισθολογικές αυξήσεις. Η αιτία δεν είναι υπερβολική εγχώρια μισθολογική διόγκωση -το ελληνικό μοναδιαίο κόστος εργασίας αυξάνεται με βραδύτερο ρυθμό απ’ ό,τι στους κύριους εμπορικούς εταίρους της χώρας- αλλά η ανατίμηση του ονομαστικού σταθμισμένου συναλλαγματικού δείκτη, δηλαδή του ευρώ έναντι άλλων νομισμάτων. Πρόκειται για μια πηγή απώλειας ανταγωνιστικότητας που η εθνική οικονομική πολιτική απλούστατα δεν μπορεί να αντισταθμίσει.

Παράλληλα, οι τιμές διαμερισμάτων συνεχίζουν να αυξάνονται με ρυθμό 5,7% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο του 2026 -επιβραδυνόμενο σε σχέση με το 8%+ των προηγούμενων ετών, αλλά και πάλι υψηλότερο από την αύξηση των μισθών. Η κυβερνητική απάντηση -«Σπίτι μου ΙΙ», επιδότηση ενοικίου, πρόγραμμα «Ανακαίνιση-Αναβάθμιση»- αντιμετωπίζει συμπτώματα προσφοράς και κόστους πρόσβασης, χωρίς να θίγει το βασικό αίτιο: τη διαρθρωτική στενότητα προσφοράς κατοικίας σε σχέση με τη ζήτηση.

 
Η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΒΑΘΜΙΔΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ — ΑΛΛΑ ΤΩΡΑ Η ΑΓΟΡΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΑΠΟΔΕΙΞΗ

Στο ενεργητικό της χώρας, η επάνοδος σε επενδυτική βαθμίδα από το σύνολο των μεγάλων οίκων αξιολόγησης (S&P, Fitch, Moody’s, Morningstar-DBRS, Scope) αποτελεί αδιαμφισβήτητο επίτευγμα, προϊόν συνεπούς δημοσιονομικής πειθαρχίας πολλών ετών. Οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων τιμολογούνται πλέον σε επίπεδα αντίστοιχα χωρών με αξιολόγηση κατηγορίας Α, παρότι η επίσημη ελληνική αξιολόγηση παραμένει σε BBB. Αυτό, όμως, σημαίνει και κάτι λιγότερο σχολιασμένο: η αγορά έχει ήδη προεξοφλήσει σε μεγάλο βαθμό τις καλές ειδήσεις. Μια ενδεχόμενη υστέρηση της ανάπτυξης το 2027-2028, καθώς σβήνει η ώθηση του Ταμείου Ανάκαμψης, δεν θα αποτελούσε ουδέτερο γεγονός για τις αγορές — θα αποτελούσε έκπληξη ακριβώς επειδή τόσες πολλές θετικές εξελίξεις έχουν ήδη ενσωματωθεί στην τιμολόγηση.

 
ΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΌ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ, ΟΧΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΑ ΤΗΣ ΟΡΙΑ

Η εικόνα που συνθέτει το σημείωμα της Τράπεζας της Ελλάδος είναι αυτή μιας οικονομίας που αποδίδει καλύτερα από την πρόσφατη ιστορία της και καλύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ωστόσο, οι μηχανισμοί που παράγουν αυτή την επίδοση -ευρωπαϊκές μεταβιβάσεις με ημερομηνία λήξης, ευνοϊκοί όροι παλαιού χρέους που σταδιακά εξατμίζονται, ανακατανομή διεθνών χαρτοφυλακίων προς περιουσιακά στοιχεία της ευρωζώνης, ακόμη και η τύχη των ενεργειακών τιμών- είναι σε μεγάλο βαθμό εξωγενείς ή προσωρινοί. Το διαρθρωτικό έλλειμμα της ελληνικής οικονομίας -ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, παραγωγική βάση, κοστολογική ανταγωνιστικότητα- παραμένει, σε γενικές γραμμές, εκεί όπου βρισκόταν.

 
 #LensMyWayPress — Η μεγάλη εικόνα

Ενώ η Έκθεση εστιάζει στο σύνολο της οικονομίας, τα ίδια της τα στοιχεία περιγράφουν και μια εσωτερική ασυμμετρία που αξίζει σχολιασμού: οι καταθέσεις επιχειρήσεων αυξάνονται με ρυθμό 20% σε ετήσια βάση τον Μάιο του 2026, ενώ οι καταθέσεις νοικοκυριών μόλις 4,1%· η αποταμίευση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων ανήλθε στο 7,9% του ΑΕΠ το 2025, ενώ τα νοικοκυριά παραμένουν σε αρνητική αποταμίευση (-1,5% του ΑΕΠ) αμετάβλητα από το 2024. Η ανάκαμψη, με άλλα λόγια, φαίνεται να αφήνει ισχυρότερο αποτύπωμα στους ισολογισμούς των επιχειρήσεων παρά στους ισολογισμούς των νοικοκυριών -μια ασυμμετρία με πολιτικές προεκτάσεις, ιδίως καθώς πλησιάζει η στιγμή που η δημόσια ώθηση της ανάπτυξης θα υποχωρήσει.

 
© 2026 mywaypress.gr — Από το τι συμβαίνει στο τι σημαίνει

Σχετικά Άρθρα